Τετάρτη, 13 Φεβρουαρίου 2019

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΖΩΗΣ: ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΕΙΔΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΡΠΕΤΙΚΟ

 ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΠΕΖΟΛΟΓΙΚΑ, ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΓΧΩΔΗ, ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΤΕΡΑΤΩΔΟΥΣ. ΕΠΙΣΗΣ, Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΔΙΕΥΡΥΝΕΤΑΙ: ΠΡΟΣΠΑΘΩ ΝΑ ΔΩΣΩ ΜΟΡΦΗ ΣΤΟ ΕΠΙΦΟΒΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΠΟΚΡΟΥΣΤΙΚΟ ΚΑΤΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΟΣΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΣΤΟ ΑΠΥΘΜΕΝΟ ΠΗΓΑΔΙ ΤΟΥ ΨΥΧΙΣΜΟΥ


Η ποίηση του Ελληνισμού τον 20όν αιώνα είναι πραγματικά ανεπανάληπτη. Είναι σαν να άνοιξαν οι ουρανοί και να χύθηκαν πάνω στη Γη τόνοι εξαιρετικών ποιημάτων. Το ερώτημα είναι αν θα συμβεί το ίδιο στον 21ον αιώνα.

«Έτυχε να ξαναδιαβάσω για κάποιο λόγο και τις οκτώ ποιητικές συλλογές μου. Το ύφος και τα γραμματικοσυντακτικά φαινόμενα παραμένουν τα ίδια, όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα σε έναν άνθρωπο που δεν αλλάζουν. Τα τελευταία ποιήματά μου είναι πιο πεζολογικά, περισσότερο αγχώδη, στα όρια του τερατώδους»... Με αυτά τα λόγια ξεκίνησε τη συνομιλία μας ο ποιητής Γιώργος Καλοζώης, «εισάγοντας», κατά κάποιον τρόπο, στο «κλίμα» του ένατου ποιητικού βιβλίου του, υπό έκδοσιν (ξανά) από τις εκδόσεις «Φαρφουλάς».

Ένας ποιητής που δεν χωρεί σε σχήματα και κατηγοριοποιήσεις, ούτε εκπροσωπεί «κινήματα» και γενιές -πόσω μάλλον… εκπροσωπείται από αυτά- εκφράζοντας, σχεδόν κατ’ απόλυτο τρόπο, το ρηθέν υπό του Νίκου Καρούζου: «Τίποτ' άλλο δεν έχω να εκπροσωπήσω. Τη χαρά μου μονάχα και μονάχα τη θλίψη μου»... Απαράβατος κανόνας της διανοητικής και πνευματικής εντιμότητας, που στις επιτεύξεις μιας υψηλής ποίησης του αβυθομέτρητου, όπως του Καλοζώη, γίνεται λόγος ακεραιότητας, δυσθεώρητος για τους πήχεις των Καιρών.

                                                                    ----------------

Έχετε εκδώσει, μέχρι στιγμής, οκτώ ποιητικές συλλογές και τώρα, έπειτα από έξι χρόνια… εκδοτικής αργίας, βρίσκεστε ενόψει της έκδοσης του όγδοου βιβλίου σας. Θεωρείτε ότι αυτό προεκτείνει τη διαμόρφωση του ποιητικού σας τοπίου όπως το γνωρίσαμε μέχρι σήμερα ή εκβάλλει σε διαφορετικές «τοπιογραφικές» αναζητήσεις;

Έτυχε να ξαναδιαβάσω για κάποιο λόγο και τις οκτώ ποιητικές συλλογές μου. Το ύφος και τα γραμματικοσυντακτικά φαινόμενα παραμένουν τα ίδια, όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα σε έναν άνθρωπο που δεν αλλάζουν. Τα τελευταία ποιήματά μου ε
ίναι πιο πεζολογικά, περισσότερο αγχώδη, στα όρια του τερατώδους.
Επίσης, η θεματική διευρύνεται: Προσπαθώ να δώσω μορφή στο επίφοβο και το αποκρουστικό κατεβαίνοντας όσο γίνεται βαθύτερα στο απύθμενο πηγάδι του ψυχισμού. Να ξέρετε πως, όσο μεγαλύτερη η καταβύθιση, τόσο πιο εργώδης αλλά και χρονοβόρα είναι η ανάβαση πίσω στο φυσικό φως.

Η εποχή επαναδιατυπώνει, ενδεχομένως με δραματικότερο τρόπο -αν αναλογιστεί κανείς τι προηγήθηκε στον προηγούμενο αιώνα- το προκλητικό ερώτημα του Χαίλντερλιν, ‘‘Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;’’. Έχει η ποίηση, λοιπόν, κάποιον ρόλο να διαδραματίσει σήμερα, ποιον και για ποιον; Και ειδικά σ’ έναν τόπο, όπως η Κύπρος, που δεν φαντάζει, απλώς, μικρόψυχος, αλλά δείχνει πως χάνει, σιγά-σιγά, και την ίδια την ψυχή του;

Πάντα οι καιροί είναι μικρόψυχοι. Μόνον ο αφελής ή ο ανιστόρητος εξιδανικεύει το παρελθόν. Ακόμα κι εκεί που φαίνεται πως οι διαμάχες έχουν κοπάσει, π.χ. στην Ενωμένη Ευρώπη, συνεχίζεται αδυσώπητα ο πόλεμος ο οικονομικός. Τα ισχυρότερα κράτη θα καταπιέζουν πάντα τα ασθενέστερα, όπως το είπε διορατικά πριν από τόσους αιώνες ο Θουκυδίδης. Κι επειδή τα κράτη αποτελούνται από άτομα, και αυτά με τη σειρά τους θα κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβληθούν στα υπόλοιπα. Οι καλές τέχνες, η λογοτεχνία, η θρησκεία προσπαθούν να εξανθρωπίσουν τον άνθρωπο. Το πετυχαίνουν σε ένα μικρό βαθμό. Ο άνθρωπος είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ερπετό.
Να αναμένουμε, λοιπόν, συμπεριφορές φιδιού ή κροκόδειλου και, όταν δεν τις συναντούμε, να εκπλησσόμαστε ευχάριστα. Με ρωτάτε αν η Κύπρος χάνει την ψυχή της. Η Κύπρος είχε παλιά την ψυχή μιας υπανάπτυκτης χώρας, της οποίας το φολκλόρ ως αποικίας άρεσε τόσο σε ξένους αλλά και σε κάποιους Ελλαδίτες. Μπορεί να μην υπήρχαν τόσο οξυμμένες οι παθογένειες του σήμερα, αλλά δεν ήταν ποτέ ο τόπος μου αγγελικά πλασμένος. Απλώς, το κακό ήταν καλά καμουφλαρισμένο, αλλά και ποτέ ανενεργό.

Ερπετικός ο άνθρωπος

Τι είναι, κυρίως, εκείνο που σας φοβίζει, αλλά και εκείνο που σας ενθαρρύνει μέσα στην ακαταστασία της εποχής μας;

Οι ζωντανοί φοβούνται πολλά, οι πεθαμένοι τίποτα. Ο φόβος είναι ένα κομμάτι της ζωής κι αντιμετωπίζεται πιο εύκολα, όταν μοιράζεται με πολλούς ως λόγος προφορικός και γραπτός. Ο προφορικός λόγος είναι πιο δραστικός, πιο αποτελεσματικός, αλλά ζούμε στον πολιτισμό του γραπτού λόγου. Ο γραπτός λόγος απομονώνει τον άνθρωπο, τον κλείνει μέσα στο καβούκι του, ενώ ο προφορικός λόγος είναι πιο παρηγορητικός, γι’ αυτό επιβιώνουν τόσους αιώνες μετά, οι πνευματικοί αλλά και οι ψυχαναλυτές. Θα ήταν ψέμα και έπαρση να πω πως δεν με φοβίζει αυτή η εποχή. Με φοβίζει αυτή η συνεχής ισότητα προς τα κάτω.
Μπορεί, όμως, στο μέλλον οι άνθρωποι να λένε πως η εποχή μας ήταν πολύ καλή σε σχέση με τη δική τους, αλλά αυτό δεν είναι τόσο παρήγορο για όποιον ζει σήμερα. Με φοβίζει και μ’ ενοχλεί ότι ο άνθρωπος έχει απαντήσεις για τα πάντα. Με φοβίζουν οι άνθρωποι που δεν ρωτούν, που δεν έχουν σοβαρά ερωτήματα. Με φοβίζουν οι άνθρωποι οι σπουδαιοφανείς, οι κομπορρήμονες, οι πλαστικοί άνθρωποι. Με φοβίζουν, γιατί είναι οι κυρίαρχοι άνθρωποι και έτσι πρέπει να είναι, για να επαληθεύεται η ρήση για το ανθρώπινο είδος ως ερπετικό.

Ποιότητα σε… ελεύθερη πτώση

Στην εποχή μας φαίνεται να κυριαρχεί ένας πληθωρισμός του ποιητικού λόγου σ' ένα τοπίο, ωστόσο, ατροφίας των κριτηρίων πρόσληψης, διάκρισης και αποτίμησης του λογοτεχνικού έργου. Πώς μπορεί, ο αναγνώστης, να καταφέρει να αγρεύσει το ουσιώδες, χωρίς να προσκρούσει στις συντριπτικές ξέρες της ρηχότητας;

Συμφωνώ απόλυτα πως υπάρχει ένας απίστευτος πληθωρισμός. Αναρωτηθήκατε, αν έχετε σκεφτεί κάτι που δεν υπάρχει; Αυτό θα πει πληθωρισμός. Πληθωρισμός καταστημάτων, ρούχων, υπηρεσιών, λογιστών, καφενείων, κομμωτηρίων, πτυχίων κ.λπ. Τα πάντα σχεδόν αγοράζονται και πωλούνται. Είναι το οικονομικό μας σύστημα τέτοιο που βασίζεται πάνω στην υπερπαραγωγή. Γιατί, λοιπόν, να μην υπάρχει και πληθωρισμός βιβλίων; Η αλήθεια είναι ότι ο πληθωρισμός ρίχνει την ποιότητα πάντα σε όλα τα πράγματα.
Έτσι και με τα βιβλία, η ποιότητα θα πάψει κάποια στιγμή να υπάρχει. Δεν θα είναι πια το ζητούμενο. Όσον αφορά τους βιβλιοκριτικούς, κι αυτοί θα εξαφανιστούν, αφού θα πάψει να υπάρχει η διάκριση αριστούργημα, πολύ καλό, καλό, μέτριο κ.λπ. Θα συμβεί μ’ αυτούς ό,τι με τους λιθοξόους ή τους καλαμοπλέκτες. Και κάποιοι αυτό θα το αποκαλέσουν κατάντια και κάποιοι άλλοι δικαιοσύνη.

Ποίηση των… δημόσιων σχέσεων

Ο Νίκος Καρούζος έλεγε ότι «η Ελλάδα κρέμεται από μερικές λέξεις…». Προφανώς είναι στον καθένα, ιδία στους ποιητές, να τις «βρει», να τις «ξορκίσει» και να τις αρθρώσει. Για εσάς, ποιες είναι αυτές οι λέξεις;

Ο Καρούζος ήταν χαρισματικός ποιητής και προβληματικός άνθρωπος. Είπε πολλά και σωστά. Προσωπικά, δεν είμαι μάλλον ποιητής της λέξης ή του στίχου, αλλά του ποιήματος. Η ποίηση του Ελληνισμού τον 20όν αιώνα είναι πραγματικά ανεπανάληπτη. Είναι σαν να άνοιξαν οι ουρανοί και να χύθηκαν πάνω στη Γη τόνοι εξαιρετικών ποιημάτων. Το ερώτημα είναι αν θα συμβεί το ίδιο στον 21ον αιώνα. Θα το αντιληφθούμε ή θα παραμείνουμε στην αβελτηρία του θηλαστικού ζώου; Γιατί το ρωτώ; Επειδή σήμερα καλός ποιητής είναι όποιος είναι δεξιοτέχνης στις δημόσιες σχέσεις. Με οροφή το 10, τα 9/10 είναι, πια, κοινωνικές δεξιότητες. Φανταστείτε μία μεγάλη αποθήκη με κάρβουνο. Διαβεβαιώνετε τον κόσμο ότι κάπου εκεί μέσα κρύβεται ένα διαμαντάκι. Ποιος έχει το κουράγιο ή τον χρόνο να ψάξει και να το βρει; Σας διαβεβαιώνω κανένας ή σχεδόν κανένας.

Θεωρείτε ότι ένα έργο τέχνης, ηθελημένα «στρατευμένο» ή ηθελημένα «αστράτευτο», είναι ipso facto, πολιτικό;
Πολλοί απαντούν καταφατικά, όταν τους ρωτάς αν τα πάντα περιέχονται μέσα στη σφαίρα του πολιτικού. Κατ' αρχήν αυτό είναι σωστό. Το ερώτημα μοιάζει με ένα άλλο - ρητορικό - κατά πόσον ανήκουμε στην εποχή μας. Είναι το αντίθετο του πολιτικού το ιδιωτικό; Ο τρόπος με τον οποίο μιλάς και γράφεις, όλα τα παραγλωσσικά και εξωγλωσσικά γνωρίσματα επιβάλλονται στον άνθρωπο αυτόματα. Είμαστε σε μεγάλο βαθμό οι άλλοι. Ούτε αυτοί μπορούν χωρίς εμάς, ούτε εμείς χωρίς αυτούς. Το πολιτικό δεν είναι μόνον το πολίτευμα, οι πολιτειακοί άρχοντες, οι πολίτες, αλλά ό,τι διαχέεται μέσα στην κοινωνία ως αξίες, ως κουλτούρα.
Για παράδειγμα, τα βραβεία που δίνουμε στους ποιητές κάθε χρόνο είναι πολιτικά βραβεία. Η έννοια της αριστείας είναι πολιτική κατάκτηση. Ο τρόπος με τον οποίο φιλάς, οι χειραψίες, η καλημέρα, το καλωσόρισμα είναι εκφάνσεις της πολιτικής μας ιδιότητας. Ξαναρωτώ: είναι το αντίθετο του πολιτικού το ιδιωτικό; Όχι, το αντίθετο του πολιτικού είναι η βαρβαρότητα, ο κατά μόνας ζων που έλεγε ο Αριστοτέλης.

Μάθαμε να ζούμε με την ασχήμια

Γίνεται καθημερινά λόγος για πνευματικό έλλειμμα, έλλειμμα παιδείας, έλλειμμα πολιτισμού κ.λπ. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, σε έλλειμμα πνευματικής ηγεσίας, έλλειψη οράματος ή στη μη ύπαρξη αποτελεσματικών δομών μετάδοσης και αξιοποίησης της κουλτούρας;

Εξακολουθούμε να κάνουμε το λάθος να συγκρίνουμε το παρόν με το παρελθόν και να προκρίνουμε το παρελθόν. Ναι, υπάρχει πνευματικό έλλειμμα, αλλά γιατί να μην υπάρχει; Ο άνθρωπος εκ φύσεως δεν έχει ως προτεραιότητα το πνεύμα, αλλά άλλα πράγματα. Σκεφτείτε την περίφημη κλίμακα του Μάσλοου. Ο άνθρωπος θέλει πρώτα να φάει, να πιει και να στεγαστεί και μετά όλα τα υπόλοιπα. Λένε όλοι ότι ο άνθρωπος, για παράδειγμα, έχει και αισθητικές ανάγκες, του αρέσει το ωραίο. Αλλά ποιο είναι το ωραίο και ποιο είναι το άσχημο; Είμαι βαθύτατα σκεπτικιστής.
Η Αρχιεπισκοπή στη Λευκωσία θεωρήθηκε, όταν κτίστηκε, σε σύγκριση με την παλιά, ένα έκτρωμα. Τώρα, κανείς δεν λέει τίποτα. Όσοι γεννιούνται και βρίσκουν το άσχημο, δεν το αναγνωρίζουν ως τέτοιο. Ο πύργος του Άιφελ, όταν υψώθηκε, θεωρήθηκε από κάποιους η απόλυτη ασχήμια· σήμερα όχι. Μάθαμε να ζούμε με την ασχήμια. Αν ήμασταν εξωγήινοι και περπατούσαμε για πρώτη φορά πάνω στη Γη, μπορεί να μας φαινόταν και η φύση (οι θάλασσες, τα βουνά, τα δάση, οι ποταμοί) πάρα πολύ άσχημη.

Συνέντευξη στον ποιητή-δημοσιογράφο Μιχάλη Παπαδόπουλο, Σημερινή 10/2/2019

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής  
"Η ΣΦΑΓΉ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ”  
στις 6/2/2019 στο ΓΚΑΡΑΖ
Λευκωσία

 

 του Γιώργου Χριστοδουλίδη

H Aυγή Λίλλη συγκαταλέγεται στη νεότερη ποιητική γενιά, την πρωινή γενιά που ανατέλλει πάνω από το ποιητικό τοπίο της πατρίδας μας.

Η Σφαγή του Αιώνα, εκδόσεις ΘΡΑΚΑ είναι μόλις η δεύτερη της ποιητική συλλογή, δείγμα ίσως του ότι δεν βιάζεται και δεν κατατρύχεται από το άγχος των συνεχόμενων εκδόσεων. Η πρώτη της συλλογή, Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ένα σωσίβιο, εκδόσεις Αρμίδα, εκδόθηκε πριν από οκτώ ολόκληρα χρόνια, είναι πιο ογκώδης, με ανομοιογενή σε έκταση ποιήματα και χωρισμένη σε εννέα κεφάλαια, τα οποία τιτλοφορούνται θεματολογικά, όπως “Θάνατος”, “έρωτας”, “φθορά”, “μνήμη” κ.α.

Η παρούσα συλλογή αποτελείται από 29 αυτόνομα ποιήματα, τα οποία ενώ αυτή τη φορά δεν έχουν θεματικούς διαχωρισμούς, ουσιαστικά πραγματεύονται παρόμοια ή ίδια με την προηγούμενη, ζητήματα.

Διατρέχοντας ωστόσο και τις δυο συλλογές της Αυγής, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι Στη Σφαγή του Αιώνα, η ποιήτρια επιλέγει να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη ακολουθώντας έναν διαφορετικό δρόμο, τον δρόμο της αυτοαναφορικότητας. Κοινοποιεί την παρουσία και στάση της, προτάσσοντας θαρραλέα το ποιητικό της “εγώ” απέναντι σε χαμένες μάχες, όπως η ίδια δηλώνει, μάχες ενίοτε εξουθενωτικές, με τον χρόνο, τον θάνατο, τη μνήμη και εν τέλει με την ίδια την ύπαρξη, σε έναν αιώνα που συμπυκνώνει ως σώμα τη φθορά του ανθρώπινου “είναι” και ίσως γι’ αυτό θα πρέπει να υποστεί την ιεροτελεστία της σφαγής του .
 
Ακολουθώντας τις επιταγές του ανήσυχου ποιητικού της υποσυνείδητου, που μοιάζει να κραδαίνει στο χέρι του ένα ματωμένο μαχαίρι, έτοιμο να το μπήξει σε σώματα, ποιήματα και άλλες συναφείς και συνάμα άτυχες μάζες και έννοιες, η ποιήτρια σκηνοθετεί ένα αντιποιητικό σκηνικό το οποίο είναι σκηνογραφημένο με τη βαναυσότητα ενός προσωπικού πολέμου, μιας αιματηρής δοκιμασίας κατά την οποία οι εσωτερικοί και εξωτερικοί ακρωτηριασμοί αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό:

Θα πετσοκόψω μέσα μου κάτι λέξεις”

τα μέλη αιμορραγούν»

ο πόθος πολτοποιείται”
  

Και ενώ η μάχη υποτίθεται ότι είναι χαμένη, καθώς αντίπαλος είναι τα ανυπέρβλητα, που ρυθμίζουν και καθορίζουν την ανθρώπινη μοίρα, στις καλύτερες στιγμές της συλλογής, η ποιήτρια επιβεβαιώνει ότι κάποιοι αγώνες αξίζει να δίνονται επειδή η πραγματική ήττα, θα ήταν να μην δοθούν.
Δίνονται, επειδή στην αντίθετη περίπτωση, θα ισοδυναμούσαν με την απώλεια μιας ανεπανάληπτης πορείας μέσα από τους κοχλάζοντες πυρήνες της ποίησης, βασανιστικών ανασκαφών στις μυστικές σπηλιές της ύπαρξης, της αυτογνωσίας που παρέχεται ως αποζημίωση για τις επανειλημμένες αποτυχημένες απόπειρες, την απώλεια της ανάβασης στο βουνό της ποιητικής πραγμάτωσης, ένα βουνό που όσο πλησιάζεις στην κορφή του, αυτό ψηλώνει, αλλά εσύ είσαι αρκούντως αποφασιστικός και ανέκκλητα ταγμένος στο σκοπό σου ώστε να μην εγκαταλείψεις την ανάβαση.

Η ποίηση της Αυγής συμφύρει τις αντηχήσεις μιας ανελέητης εσωτερικής κραυγής. Συνομιλεί κυρίως με τον εαυτό της, αλλά επιτυγχάνει σε καίρια σημεία να κατευθύνει τα ηχοκύματα της σε συναισθαντικούς αποδέκτες, να γίνει συνυπαρξιακή, να ρέει και να εξελίσσεται. Δεν διστάζει να επιχειρεί τραυματικές βυθίσεις και αναβυθίσεις, ακροβατικές ισορροπήσεις πάνω σε επιφάνειες στήριξης που περιορίζονται στο ελάχιστο και σε μεταφυσικά ακραίες καταστάσεις, στον βιότοπο κυρίως της υποσυνείδητης μνήμης. Η ποίηση της Αυγής δίνει την μάχη και δεν βγαίνει χαμένη.

Οδηγεί τον αναγνώστη στο να αναζητήσει τα σημεία εναύσματος και απόληξης προ και μετά των στίχων, ώστε να προλειάνει το έδαφος της κατανόησης για τα όσα η ποιήτρια, μέσα από παραληρηματικό οίστρο, κραυγάζει ή με περισσή επιμέλεια διατηρεί ανεπούλωτα.

Πρόκειται για ένα είδος κύησης, αντιθετικά τοποθετημένης στην έννοια της γέννησης, της εμβρυακής σύλληψης, κύησης που γεννά οντολογικά σύμβολα τα οποία πρέπει να σφαγιαστούν για να ξαναγεννηθούν διαφορετικά. Και συντελείται αυτό στη σκοτεινή πλευρά της ζωής, που όμως είναι συστατικά συνυφασμένη με τη φωτεινή.

Κουβάρι
Aν δεν το γεννήσω,
θα πεθάνω.
Εν τω σπηλαίω της μήτρας μου
άγνωστο έμβρυο
με μύρο και στάχτη κυείται,
σαν άστρο συσπάται και
τα μεσάνυχτα τίκτεται
όμορφο μικρό κουβάρι
με καρφίτσες
το σώμα κεντάει,
στο πάτωμα στάζω σαν αίμα πετάγομαι
στο ταβάνι και στη λάμπα γερά
με καρφώνω:
Ρίγος, άλγος, σκοτωμός.


Η γεύση που αφήνουν τα 29 ποιήματα της συλλογής, καταδεικνύει μια πιο ώριμη δουλειά σε σχέση με την προηγούμενη συλλογή. Ο εσωτερικός ρυθμός των ποιημάτων κατορθώνεται και η επίγευση που αφήνει η ανάγνωση της Σφαγής του Αιώνα πιστοποιεί την ύπαρξη μιας υπό διαμόρφωση ποιητικής ταυτότητας, που όμως φέρει ήδη συνεκτικά στοιχεία διάρθρωσης, και διαθέτει το βασικό ζητούμενο της αυθεντικότητας ώστε ευκρινώς να εκφράζει τα φωνήεντα των αγωνιωδών εκπομπών της ποιήτριας και τα σύμφωνα των σπαρακτικών της επικλήσεων, μέσα από μια οριακή καταγραφή της βίωσης.

Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κορυφώσεις και οι πυκνώσεις που οικοδομούνται και, σε αρκετές περιπτώσεις, ολοκληρώνονται ικανοποιητικά, αντλούν περισσότερη ενέργεια και πρώτη ύλη από την επιδερμίδα λέξεων – στίχων και λιγότερο από τον υποδόριο τους ιστό, εντός του οποίου οι διεργασίες είναι πιο μυστικές και περίπλοκες.

Η ποιήτρια προσεγγίζει κατά βάση την ποιητική διαδικασία με μια αυτό- λυτρωτική διάθεση, διατηρώντας σχεδόν αδιατάρακτη ταύτιση με τις συγκινησιακές φορτίσεις που αυτή μπορεί να προσφέρει.
Όταν αυτή η ταύτιση κλονίζεται και μετακινείται , όταν ανακαλύπτει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που μπορούν να την απογειώσουν, τότε αρχίζει να γοητεύει, με την γοητεία του ακατανόητου του οποίου η λεκτική γονιμότητα, επιτρέπει τόσο σε ασκούμενους όσο και πιο μυημένους αναγνώστες, να υποψιαστούν και να αναψηλαφήσουν τις περιοχές του. Μια τέτοια ποίηση διευρύνει την εμβέλεια της διότι προεκτείνεται στα εδάφη αυτού που αποκαλούμε οικουμενικό, αποκτά περισσότερη συμμετοχική δράση οδηγώντας σε συνδυασμούς στίχων που μετατρέπουν τα ποιήματα σε μνημεία, στα οποία ανατρέχεις και επιστρέφεις μη μπορώντας πια να διαβάσεις κάτι λιγότερο.

Διατελώντας ταυτόχρονα σε διαδικασία αναζήτησης των πιο δόκιμων γι’ αυτήν εκφραστικών μέσων, των μέσων που θα μεταφέρουν πιο εύληπτα τα μηνύματα της, είναι εμφανές ότι η ποιήτρια, σε ορατό βαθμό, πειραματίζεται, κάτι που είναι χαρακτηριστικό στην υπό διαμόρφωση νέα ποιητική γενιά του τόπου μας στην οποία η Αυγή με βεβαιότητα ανήκει.

Πρόκειται για μια γενιά που πλέκει τον δικό της ιστό, διαρρηγνύοντας σε πολλές περιπτώσεις τη διακειμενική σχέση με το παρελθόν και στην ποίηση της οποίας ανιχνεύονται ήδη σαφείς, θεματολογικές, γλωσσικές, μορφολογικές και υφολογικές αποστασιοποιήσεις. Στο βαθμό που αυτή η ρήξη απαλλάσσει την ποίηση μας από τα βαρίδια και όχι τα επωφελή κληροδοτήματα του παρελθόντος, που εμπλουτίζει και δεν φτωχαίνει το κοινό μας ποιητικό σπίτι, είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και νομοτελειακά ζωογόνα.

Μια νέα γενιά, πολλοί εκπρόσωποι της οποίας, πολλές φορές, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους ποιητές, εισπράττω ότι αισθάνονται τον εαυτό τους ξένο, στον ίδιο τους τον τόπο, στον περιβάλλοντα τους χώρο, στην εργασία τους, μα κυριότερα, στο πεδίο των ιδεών, των ιδανικών και των κοινωνικών εγέρσεων που δεν συμβαδίζουν με τις υπαρξιακές τους ανάγκες, το αγνότερο αξιακό τους σύστημα και το έμφυτο αίτημα τους για αληθινή ζωή.

Υποψιάζομαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την ποιήτρια μας, αισθάνεται ξένη απέναντι σε πολλά πράγματα που συμβαίνουν στον τόπο μας, και οικεία σε περισσότερα που δυστυχώς δεν συμβαίνουν. Ο ποιητής πρέπει να αισθάνεται ξένος και να μαθαίνει να συμφιλιώνεται με ιδιότητες όπως αυτήν του αναχωρητή, του παρατηρητή, του κριτή, του μη μετέχοντος σε κοινότυπες δραστηριότητες, αν ειλικρινά προσδοκεί κάποτε να ευλογηθεί να συμβληθεί με την ποιητική αντισυμβατικότητα.

Συνειδητοποιώντας την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ο ποιητής και δη ο νέος ποιητής, ενεργοποιείται, για να διαψεύσει το χρόνο, να αποδείξει στο χρόνο ότι ο άνθρωπος μπορεί να “ποιήσει” έργα που θα τον υπερβούν ή όπως το λέω διαφορετικά, να αναγκάσει τον χρόνο να γίνει ο διανομέας τους. Η έκβαση αυτής της ευγενούς φιλοδοξίας θα συντελεστεί χωρίς βιασύνες, σε ορίζοντες πολύ πιο μακρινούς από εκείνους που ορίζει η φυσική παρουσία του ποιητή αλλά και του σημερινού του αναγνώστη. Και τότε, αν αυτό συμβεί, αν η λήθη υπερνικηθεί , οι αιώνες θα υποκλιθούν μπροστά στα τρόπαια της διαχρονικότητας των έργων του:

Η Σφαγή του Αιώνα
Θα τον κόψω σε λωρίδες και
θα τον χωρίσω σε μπουκιές
ή
θα τον πριονίσω και
θα τον κρύψω στην αποθήκη
ή
θα τον στραγγαλίσω και
θα κρεμάσω τα μάτια του
για σκουλαρίκια
την ώρα που περνάει.

Προσωπικά, πιστεύω ότι η Αυγή Λίλλη, ως μέλος της νέας, ελπιδοφόρας ποιητικής γενιάς, βαδίζει στο σωστό μονοπάτι, ανεβαίνει τη σωστή πλαγιά , βλέπει τη σωστή-για κείνην- κορφή του βουνού να ψηλώνει και έχει τη γενναιότητα να κοιτάξει στα μάτια τα ανυπέρβλητα και να αναμετρηθεί μαζί τους .

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

"ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ ΠΟΥ ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ, Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018"


Ομιλία της ποιήτριας και φιλολόγου Βικτωρίας Καπλάνη στην παρουσίαση της  ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018 στη Στέγη της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, 25 Ιανουαρίου 2019


Η Ανθολογία Κυπριακής Ποίησης 1960-2018 που κυκλοφόρησε το Νοέμβρη του περασμένου χρόνου στην Αθήνα,  από τις εκδόσεις Κύμα, με την επιμέλεια των ποιητών Γιώργου Χριστοδουλίδη και Παναγιώτη Νικολαΐδη μας φέρνει σε επαφή με την ελληνόφωνη κυπριακή ποίηση των τελευταίων σχεδόν εξήντα χρόνων. Οι ανθολόγοι επιλέγουν δείγματα γραφής 47 ποιητών, 18 γυναικών και 29 αντρών, ποιητών τεσσάρων γενεών που από το ξεκίνημά τους μέχρι σήμερα συνεχίζουν να παράγουν αξιοπρόσεκτο ποιητικό έργο: ποιητών από τη γενιά της Ανεξαρτησίας, της Εισβολής, της Κατοχής και τη νεότερη που ακόμη δεν έχει ονοματιστεί. Στην ανθολογία αυτή επιχειρείται μια χαρτογράφηση του σύγχρονου ποιητικού τοπίου της Κύπρου, ένας οδηγός των αξιόλογων, κατά την κρίση των ανθολόγων, ζώντων ποιητών της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένων και δύο αγγλόφωνων Κύπριων ποιητών που ενσωματώνουν στα ποιήματά τους λέξεις της κυπριακής διαλέκτου.

Η ανθολογία απευθύνεται πρωτίστως στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό που έχει αποσπασματική και περιορισμένη γνώση της πλούσιας ομολογουμένως παραγωγής της κυπριακής λογοτεχνίας. Στοχεύει να δείξει τις ποικίλες μορφές και τάσεις μιας ποίησης ανθηρής και εξελισσόμενης που συνομιλεί ισότιμα με τις ποιητικές τάσεις του σύγχρονου διεθνούς ποιητικού πεδίου αλλά και τις συγκλίσεις, τη συγγένεια και  την οργανική σχέση της κυπριακής με τη νεοελληνική ποίηση.

Το εγχείρημα του Γιώργου Χριστοδουλίδη και του Παναγιώτη Νικολαΐδη είναι δύσκολο, αξιέπαινο και επιπλέον τολμηρό και ριψοκίνδυνο. Η ποιητική παραγωγή και στην Κύπρο είναι μεγάλη και καθημερινά αυξάνεται, ως εκ τούτου η πληθώρα του υλικού το καθιστά δύσκολα διαχειρίσιμο. Από την άλλη  δεν νομίζω να υπήρξε ποιητική ανθολογία και μάλιστα εν ενεργεία ποιητών που να μην προκάλεσε ενστάσεις, αντιδράσεις και αντιπαραθέσεις και κυρίως προσωπικές δυσαρέσκειες.  Κι εδώ ο κίνδυνος ελλοχεύει, γιατί το πεδίο είναι αδιαμόρφωτο και ρευστό, τουλάχιστον για τις τρεις από τις τέσσερις γενιές που ανθολογούνται και επομένως δεν υπάρχει η ασφαλιστική δικλείδα του λογοτεχνικού κανόνα.  
Η αναγκαιότητα όμως να υπάρξει μια, όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη, καταγραφή της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής στην Κύπρο υπερβαίνει τις όποιες διαφωνίες.
Όπως δικαίως επισημαίνουν οι ανθολόγοι η κυπριακή ποίηση και κυρίως η νεότερη δεν είναι ακόμη τόσο γνωστή, όσο της αξίζει, στην Ελλάδα. Μια πρώτη απόπειρα ερμηνείας αυτής της κατάστασης, αναμφίβολα πρόχειρη και εμπειρική,  μας κάνει να σκεφτούμε ότι μετά τα γεγονότα του 74 αμφιθυμικές για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξαν οι σχέσεις Ελλάδας και Κύπρου και  συμπαρέσυραν σε μεγάλο βαθμό και τις σχέσεις των δύο λογοτεχνιών, χωρίς να αποκλείονται, βεβαίως, οι εξαιρέσεις. Η επικρατέστερη εντύπωση για την κυπριακή λογοτεχνία υπήρξε για χρόνια στερεοτυπική και εν πολλοίς παραμορφωτική. Αντιμετωπίστηκε ως μια περιφερειακή ελληνόφωνη λογοτεχνία η οποία ασχολείται μόνο με μια πατριωτική θεματογραφία και εμμένει καθηλωμένη στο εθνικό και πολιτικό της πρόβλημα. Οπτική αφ υψηλού, σίγουρα άδικη και συμπλεγματικά εγωκεντρική, δηλωτική βαθύτερης άγνοιας των λογοτεχνικών πραγμάτων στη Μεγαλόνησο. Ωστόσο οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, προϊόντος του χρόνου, η προσέγγιση αυτή δεν είναι πλέον κυρίαρχη. Την τελευταία δεκαετία  το ενδιαφέρον για την ποίηση της Κύπρου έχει αυξηθεί σημαντικά..

Η Θεσσαλονίκη μπορεί δικαίως να ισχυριστεί ότι ενδιαφέρθηκε και ενδιαφέρεται για την ποιητική παραγωγή της Μεγαλονήσου. Η πρώτη απόπειρα να γνωριστούν οι νεότεροι ποιητές της Κύπρου με τους Ελλαδίτες ποιητές της γενιάς τους ξεκίνησε στην πόλη μας, το 1982, όταν ο Δήμος Θεσσαλονίκης, σε συνεργασία με τη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών Β. Ελλάδος και την  Πανελλήνια Πολιτιστική Κίνηση οργάνωσε μια ποιητική συνάντηση στην οποία πήραν μέρος 14 ποιητές της εποχής, ποιητές κυρίως από τη γενιά της Ανεξαρτησίας αλλά και από τη γενιά της Εισβολής. Το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης τότε είχε στο δυναμικό του,  τον Γιώργο Κεχαγιόλου, δεινό μελετητή της Κυπριακής Λογοτεχνίας και της ιστορίας της, ο οποίος παρουσίασε στην εκδήλωση αυτή τους Κύπριους ποιητές. Ξεκίνησε τότε μια πρώτη επαφή. Δεν υπήρξε δυναμική συνέχεια, τουλάχιστον δημόσια εκφρασμένη. Τα τελευταία πέντε χρόνια όμως η Κυπριακή ποίηση στη Θεσσαλονίκη έχει τον πιο αφοσιωμένο πρεσβευτή της. Τον κύπριο ποιητή Αντρέα Καρακόκκινο που έχει αναγάγει σε προσωπικό χρέος προς την πατρίδα του την προβολή της κυπριακής ποίησης. Το blog του στο διαδίκτυο περιλαμβάνει εκτεταμένη ανθολόγηση του ποιητικού έργου μεγάλου αριθμού κυπρίων ποιητών. Παράλληλα, οργανώνει εκδηλώσεις, παρουσιάσεις βιβλίων των συμπατριωτών του,  ενεργοποιεί το ενδιαφέρον συντακτών διαφόρων λογοτεχνικών περιοδικών να δημοσιεύουν κείμενα Κυπρίων λογοτεχνών και παρακίνησε  την Εταιρεία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου να ξεκινήσουν επαφές και να γίνονται ετησίως συναντήσεις Κυπρίων και Θεσσαλονικέων ποιητών, εδώ και στην Κύπρο.

Η επικοινωνία ανάμεσα στις δύο λογοτεχνίες αναζητά, λοιπόν, δρόμους συνάντησης. Πολλοί σύγχρονοι Κύπριοι ποιητές εκδίδουν τα βιβλία τους σε εκδοτικούς οίκους της Ελλάδας, δημοσιεύουν κείμενά τους σε ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Μάλιστα κάποια από αυτά, όπως η Νέα Εστία, ο Μανδραγόρας, το Ένεκεν επιχείρησαν να συγκροτήσουν μικρές ανθολογίες κυπριακής λογοτεχνίας την τελευταία πενταετία. Ο δρόμος έχει ανοίξει  και η ανθολογία αυτή έρχεται σε μια χρονική στιγμή κατάλληλη για  να συμπληρώσει το ελλαδικό κοινό κι άλλες ψηφίδες που του λείπουν από την εικόνα της κυπριακής ποίησης.
Μια ανθολογία σύγχρονης κυπριακής ποίησης στις μέρες μας είναι και μία πολιτική πράξη, γιατί μας υπενθυμίζει μέσω της ποιητικής λογοτεχνικής οδού, την ανοιχτή πληγή του κυπριακού προβλήματος και τις επώδυνες παραμέτρους του. Ο λόγος των ποιητών άμεσα ή έμμεσα, συμβολικά, αλληγορικά ή υπαινικτικά λειτουργεί και ως καταγγελία μιας τραγωδίας, της οποίας η κάθαρση επιμελώς αναβάλλεται.

Η ιστορία άλλωστε είναι μια βασική παράμετρος της κυπριακής ποίησης. Oι ιστορικές περιπέτειες του νησιού από την εποχή της Αγγλοκρατίας μέχρι σήμερα δεν έχουν αφήσει ανεπηρέαστη τη νεότερη ποιητική δημιουργία. Οι ποιητές με τις δικές του ο καθένας υφολογικές επιλογές  εγγράφονται στην ιστορία, συνομιλούν με τον ιστορικό χρόνο, επιτρέπουν τα ίχνη του να χαραχτούν στο λόγο τους. Αξίζει να επισημάνουμε ότι  και οι λογοτεχνικές γενιές στην Κύπρο προσδιορίζονται και ονοματίζονται με ιστορικούς όρους: Γενιά της Ανεξαρτησίας, της Εισβολής, της  Κατοχής.

Η πρώτη διαπίστωση που προκύπτει από την ανάγνωση αυτής την ανθολογίας είναι ότι η ποίηση στην Κύπρο καλά κρατεί. Πλούσια παραγωγή, ευρεία θεματική, μεγάλη ποικιλία ύφους, συγκερασμός παλιών και νέων μορφών ποιητικής έκφρασης, δημιουργική αφομοίωση των τεχνικών του μοντερνισμού, πειραματισμοί σε νέες τεχνικές, slam poetry, αξιοποίηση της κυπριακής διαλέκτου είτε σε συνδυασμό με την νεοελληνική γλώσσα είτε αυτόνομα. Αν υπάρχει ένα θέμα με το οποίο αναμετριούνται κατ αποκλειστικότητα οι Κύπριοι ποιητές είναι βέβαια το ζήτημα της Εισβολής, της συνεχιζόμενης Κατοχής και των συνεπειών τους. Για το θέμα αυτό έχουμε ποιήματα από τους ποιητές όλων των γενεών μέσα από διάφορες οπτικές και με ποικίλες υφολογικές μορφές. Ποιήματα λυρικά, ελεγειακά, συμβολικά, φιλοσοφικά, πολιτικά, με συνετή χρήση της διακειμενικότητας και συχνή αξιοποίηση της μυθικής μεθόδου. Ποιήματα γραμμένα από αυτούς που βίωσαν τα τραγικά γεγονότα στην ενήλικη ζωή τους, από άλλους που τα βίωσαν στην εφηβική και παιδική τους ηλικία και από τους  νεότερους  που τα άκουσαν ως ιστορική αφήγηση και τα έχουν καταγράψει στα βαθύτερα στρώματα του ψυχισμού τους απ’ όπου αναδύονται απροσδόκητα και εξαιρετικά δραστικά στο λόγο τους. Μια στοιχειωμένη μοίρα που αναβλύζει αίφνης και μέσα από τους πιο περίτεχνους λεκτικούς πειραματισμούς. Το τραύμα κληροδοτείται, παραμένει ανοικτό, γίνεται πικρία, ενίοτε και ενοχή. Δεν συγχωρεί αυτούς που ξεχνούν.

Αξίζει να παρατηρήσουμε ότι οι ανθολόγοι επιλέγοντας ποιήματα δημιουργών τεσσάρων γενεών, δρώντων στον παρόντα χρόνο εστιάζουν την προσοχή τους σε ποιήματα ανθρωποκεντρικά, που αναδεικνύουν την αξία της ζωής και των ανθρωπίνων σχέσεων, την ιερότητα του τόπου και τη μυθοποιημένη εκδοχή του αλλά και ποιήματα πολιτικής ηθικής που  εστιάζουν στην αξία της ιστορικής μνήμης και στην καταγγελία εν γένει της πολιτικής και κοινωνικής αδικίας, Ακόμη συμπεριλήφθηκαν ποιήματα που αναφέρονται στη δύναμη και την αξία της γλώσσας και της ποίησης. Οφείλουμε να επισημάνουμε ότι απουσιάζουν ποιήματα ναρκισσιστικά, ποιήματα νοσηρής εγωπάθειας, εγωκεντρικού μηδενισμού ή εγωκεντρικού μεγαλείου. Η ποίηση που προκρίνεται στην ανθολογία είναι ποίηση που τείνει στο εμείς και όχι στο εγώ.

Υπάρχουν και σήμερα νέοι ποιητές που χρησιμοποιούν την κυπριακή διάλεκτο, αμιγώς ή σε συνδυασμό με τη νεοελληνική αλλά και παλαιότεροι που επιστρέφουν στη χρήση της διαλέκτου, μια και εξακολουθεί να είναι ενεργή και λειτουργική στον καθημερινό λόγο.  Στις περιπτώσεις που η κυπριακή διάλεκτος δε γίνεται μανιέρα, δεν στοχεύει σε φολκλορική αναβίωση της παράδοσης, αλλά γίνεται αβίαστα και λειτουργικά μέσα στο ποιητικό κείμενο είναι φανερό ότι μπορεί να ανοίξει νέα ενδιαφέροντα ποιητικά μονοπάτια και φυσικά να πλουτίσει και την νεοελληνική γλώσσα.

Οι Κύπριοι ποιητές της ανθολογίας δεν είναι αναχωρητές, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Δεν αφήνουν το έργο τους στην τύχη του.  Μετέχουν στα ποιητικά δρώμενα όχι μόνο εντός της νήσου, αλλά και σε διεθνή ποιητικά φεστιβάλ, σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις,  ενώ ποιήματά τους  μεταφράζονται και σε άλλες γλώσσες.
Η ανθολογία μπορεί να δώσει το έναυσμα για ευρύτερη μελέτη της κυπριακής ποίησης. Η φιλολογική έρευνα και στην Ελλάδα είναι καιρός να συμπεριλάβει και την κυπριακή λογοτεχνία πιο σταθερά στα ενδιαφέροντά της  και να ερευνήσει τις συνδέσεις και τις συγγένειες ανάμεσα στις δύο λογοτεχνίες. Η Ελληνοκυπριακή είναι η σημαντικότερη ελληνική «περιφερειακή» ποιητική παραγωγή έξω από την Ελλάδα. Ο όρος περιφερειακή είναι μόνο γεωγραφικός. Οι Κύπριοι ποιητές έχουν εντρυφήσει στο έργο των ποιητών του ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα, έχουν μαθητεύσει στην ποιητική γλώσσα των μεγάλων Ελλήνων ποιητών και των Κυπρίων και επομένως ο ισότιμος διάλογος με τους σύγχρονους  Ελλαδίτες ποιητές γονιμοποιεί την Ελληνική ποιητική γλώσσα. Είναι καιρός να συνεξετάζονται οι ποιητές των δύο χωρών και ως μέλη της ίδιας λογοτεχνικής ιστορίας.
Μου έκανε εντύπωση ότι τα ονόματα των ποιητών στη σελίδα των περιεχομένων ταξινομούνται κατ αλφαβητική σειρά με βάση τα μικρά τους ονόματα και όχι τα επίθετα, ως είθισται. Αυτό δημιουργεί ένα κλίμα οικειότητας, δίνει έναν πιο ανάλαφρο τρόπο να μας συστηθούν οι ποιητές της ανθολογίας. Θα διευκόλυνε πολύ τον αναγνώστη εάν αναγραφόταν κάτω από κάθε ποίημα από ποια συλλογή προέρχεται και ποιος είναι ο χρόνος γραφής της εκάστοτε συλλογής.

Σε δύσκολους οικονομικά καιρούς τέτοιες προσπάθειες είναι διπλά αξιέπαινες. Δείχνουν πίστη στη δύναμη και τη δυναμική της ποίησης, μεγάλη αγάπη για την τέχνη, για τους ομοτέχνους και τον τόπο και επιπλέον θετική και μαχητική διάθεση. Οι ποιητικές ανθολογίες γίνονται όλο και πιο απαραίτητες στους αναγνώστες της ποίησης, μια και η ποιητική παραγωγή στις μέρες μας αυξάνεται καθημερινά με ανεξέλεγκτους ρυθμούς. Άρα οι ανθολογίες, όσο περνά ο καιρός, θα παίζουν καθοριστικό διαμεσολαβητικό ρόλο. Θα τις χρειαζόμαστε όλο και πιο πολύ, γιατί πιθανότατα σε λίγα χρόνια οι περισσότεροι αναγνώστες θα γνωρίζουμε την ποίηση μόνο μέσα από ανθολογίες. Με αυτή την προοπτική εύχομαι αυτή η ανθολογία της Κυπριακής ποίησης να καθιερωθεί και να επανεκδίδεται τουλάχιστον ανά δεκαετία επαυξημένη και ανανεωμένη, με περισσότερες κάθε φορά πληροφορίες για τους ανθολογούμενους ποιητές.