Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2021

GiORGOS CHRISTODOULIDES SELECTED POEMS 1996-2021 (COMING SOON)

SAMPLE:

 

Forest in the courtyard 
 
He insists on the same plants, always.
He waters them, fertilizes, caresses,
never prunes them.
It would be like cutting off their arms, he confesses.
“We’ll grow into a forest,” they tease him, and he laughs.
“Oh, I have a fairy tale to put you inside.
You will never grow old,” he tells them.

Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2021

ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ - Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΧΩΡΙΣ ΤΕΛΕΙΕΣ)

 
 
 

Η απώλεια του Μίκη μας υπενθυμίζει ότι υπάρχουν πράγματα που τελειώνουν χωρίς να παύουν να υπάρχουν. 

Ότι ο θάνατος κερδίζει, χάνοντας, διότι η οριστικότητα της αφαίρεσης που επιβάλλει, με έναν τρόπο μαγικό, αντισταθμίζεται από τη διάχυση του θανατωμένου ΣΤΟ ΠΑΝΤΑ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ. Έτσι αποτυγχάνει να αποστερήσει την ουσία της ύπαρξης

η οποία στην περίπτωση του Μίκη, μεταφράζεται εκτυφλωτικά, στο έργο

 

Ο θάνατος χάνει διότι ο θανατωμένος αναμετρήθηκε εν ζωή μαζί του χιλιάδες φορές και κάθε φορά τον κατατρόπωνε

 

Μεγάλωσα ακούγοντας Μίκη σε κασέτες και από το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου του πατέρα 

Την δεκαετία του 80 τον έζησα από κοντά όταν ήρθε στη Λαρνακα για μια συναυλία με τον Χατζηδάκη και ο Μάνος νευριασμένος τη διέκοψε επειδή μια παρέα, η δική μου, μεταξύ των λιγοστών θεατών που είχαν προσέλθει στο στάδιο ΓΣΖ-ναι λιγοστοί είμασταν όσο κι αν αυτό μοιάζει αδιανόητο-σιγοτραγουδούσαμε την ώρα που ο Μάνος διεύθυνε την ορχήστρα και αυτό δεν άρεσε στον Μάνο. 

Τότε ανέβηκε στο σανίδι ο Μίκης, μας ζήτησε συγνώμη χωρίς βεβαίως να πει τίποτα κακό για τον Μάνο, και συνέχισε μόνος του τη συναυλία. Μόνος του μαζί με 300 θεατές που τον αποθέωναν...

 

Και τώρα ταπεινά ετυμηγορώ μαζί με εκατομμύρια άλλους Συνέλληνες, ζωντανούς και νεκρούς, μνημονευόμενους ή σκεπασμένους με στρώμα λήθης, που εγείρονται αναστάστιμοι για μια στιγμή από τους τάφους για να φωνάξουν: 

 

Ο Μίκης ήταν πλάτανος και οι πλάτανοι δεν πέφτουν, οι ρίζες τους βαθαίνουν στο χώμα με κάθε τράνταγμα

 

Η μουσική του Μίκη ανέλκυε στην επιφάνεια την κρυμμένη στα βάθη της ύπαρξης ομορφιά του ανθρώπινου είδους

 

Ο Μίκης, δηλαδή η ίδια η ζωή στην υπέρτατη, πανανθρώπινα απαστράπτουσα και οικουμενική της διάσταση, ο Μίκης, αυτή η σπάνια συμπύκνωση κοψιάς και αθάνατου αρχαιοελληνικού πνεύματος σε έναν εαυτό, ο Μίκης αυτός ο ασυνθηκολόγητος επαναστάτης του πνεύματος και της πράξης, θα συναντηθεί και θα συναντιέται με τις επόμενες γενιές στα βάθη της πιο ασύλληπτης αιωνιότητας

 

 

Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2021

ΣΕ ΣΤΡΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΕΦΙΚΤΟΥ ΠΕΦΤΟΥΝ ΟΙ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ ΠΟΥ ΚΟΥΡΕΥΤΗΚΑΝ

Παρουσίαση ποιητικών συλλογών των Λεωνίδα Γαλάζη και Αγγέλας Καϊμακλιώτη, Στρώσεις του Ανέφικτου, Φαρφουλάς, και Οι Πικροδάφνες θέλουν Κούρεμα,  Βακχικόν, αντιστοίχως.

Πολυχώρος Πολιτισμού Ροές, 25 Αυγούστου 2021, βραδάκι.

Για τα ωραία αυτά βιβλία μίλησαν:

Δρ Κυριάκος Ιωάννου, Νεοελληνιστής, Σ.Ε.Π. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο


Έλενα Ματσάγγου, Δρ Νεοελληνικής Φιλολογίας

Και οι δυο συλλογές ανήκουν στο χρόνο έκδοσης του 2020, παρουσιάστηκαν τώρα, μετά τη χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων

Μικρό δείγμα:


Ψ (π-σ)


Ο δόκτωρ Ψ
με στηθοσκόπιο
εντόπισε δονήσεις
στα αρχαία μάρμαρα
της Σαλαμίνας
Έριξε νόμισμα
σε κάθετο άξονα
συντεταγμένων πόνων
και αποφάνθηκε
"Συστήνεται ανάπαυσις
σε πέτρινα εδώλια
καθώς το σχήμα
και η διάταξη τους
είναι ιδανικά
για το φιλτράρισμα
θορύβων πάσας
ιστορικής οδύνης"
Ύστερα άναψε
λευκό Winston
σε φόντο πέτρινο
και αναχώρησε
"Πικροδάφνες..." 
-----

"Πόσες αμυχές δεν κρύβει η ποίηση
πόσες εκδορές πόσες πτώσεις
σε χαράδρες οδύνης
πόσα πουλιά στις φωλιές τους να τρέμουν τις λέξεις
πόσων πιστών απεγνωσμένες πορείες.

Κι αν όλα σβήσουν και χαθούν
η ποίηση θα μείνει
για να πυρώνει τις καρδιές
στου λόγου το καμίνι
για να χτυπά με δύναμη
στη στάχτη τα φτερά της
να πολεμά με τη σιωπή
τους λόγους της απάτης.

 

"Στρώσεις..."

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2021

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ ΕΞ ΙΔΙΩΝ

Το Γραφείον Ποιήσεως και το Culture Book παρουσιάζουν το πρώτο e-book για την σύγχρονη ελληνική ποίηση με τίτλο «Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων», που ανθολόγησαν ο Αντώνης Δ. Σκιαθάς και ο Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος.

Η «Ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης εξ ιδίων» αφορά ποιητές και ποιήτριες που γράφουν στην ελληνική γλώσσα και οποίοι/ες επέλεξαν ανέκδοτα ποιήματά τους από την ποιητική τους παραγωγή και παρουσιάζονται σ΄αυτήν την ανθολογία.

Καταγράφονται 183 ποιητές και ποιήτριες απ΄ όλες τις «ηλικιακές γενιές» που δημιουργούν σήμερα.

 

 

https://www.culturebook.gr//images/anthologia.jpg

Κυριακή, 6 Ιουνίου 2021

"ΔΕΝ ΣΑΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΩ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ, ΣΥΝΤΟΜΑ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΜΑΖΙ ΣΑΣ"


Σε μια συγκλονιστική συνέντευξη στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων και στον Γιώργο Χριστοδουλίδη, ο εκ των κορυφαίων μας ποιητών Κώστας Βασιλείου αρνείται να αποχαιρετήσει τους φίλους και ομότεχνους, Μιχάλη Πασιαρδή, Ντίνα Παγιάση Κατσούρη και Ρήνα Κατσελήπου "έφυγαν" πρόσφατα ο ένας μετά τον άλλο.

Ακολουθεί η συνέντευξη:

 Tρεις σημαντικοί Κύπριοι λογοτέχνες «έφυγαν» ο ένας μετά τον άλλο το 2021: Μιχάλης Πασιαρδής, Ντίνα Παγιάση Κατσούρη και Ρήνα Κατσελή λες και επέλεξαν τον δρόμο τον οριστικό να το πάρουν μέσα στην Άνοιξη, επειδή η ακμή και η αναγέννηση που αναπέμπει το έργο τους συνάδει με τα συνώνυμα της ελπιδοφόρας εποχής.

Ο εκ των κορυφαίων μας ποιητών Κώστας Βασιλείου 82 ετών σήμερα, με ποιητικό έργο στα όρια του μυθικού, «έζησε» και τους τρεις μέσα από κυματισμούς και παλλόμενες στροφές του χρόνου. Το ΚΥΠΕ μίλησε μαζί του και του ζήτησε να πει λίγα λόγια για τον Πασιαρδή, την Κατσούρη και την Κατσελή.

Ευθύς, αδείλιαστος και παθιασμένος ο λόγος του, ειδικά τώρα, που αναφέρεται σε ακριβούς ομότεχνους δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικός, παρά μόνο βαθύτατα συγκλονιστικός. Και το κατευόδιο του, εξίσου.

« Είχα την τύχη να συμπορευτώ και με τους τρεις για αρκετά χρόνια και με διακατέχει πολλή συγκίνηση τώρα που μιλώ γι’ αυτούς. Δεν ήταν απλώς λογοτέχνες και κυρίως δεν ήταν λογοτέχνες του καναπέ, της καρέκλας. Ήταν χρονογράφοι του τόπου τους, άνθρωποι, πατριώτες, ταυτισμένοι με τον λαό, όπως παλαιότερα οι Λεόντιος Μαχαιράς, ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο Νεόφυτος ο Έγκλειστος. Έγραφαν ποίηση ζωής με το υψηλότερο νόημα που μπορεί να έχει αυτή η τέχνη γιατί κατάφεραν να υποτάξουν το εγώ τους μέσα στην τέχνη τους και κατακτώντας τη γλώσσα του τόπου τους, κατέγραψαν όλες τις σεισμικές δονήσεις που τον ταρακούνησαν», μας λέει.

«Δεν αισθάνομαι ότι τους αποχαιρετώ, ότι τους αποχωρίζομαι. Το έργο τους θα είναι πάντα και παντού. Σας χαιρετώ φίλοι μου και είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα ξαναβρεθούμε».

Του ζητήσαμε να μας διηγηθεί κάποιο περιστατικό από τη φιλία και το συγχρωτισμό μαζί τους, κάτι που έμεινε βαθιά ριζωμένο στη μνήμη του.
 
«Ο χορός του Μιχάλη Πασιαρδή»
 
Μάς μιλά για τον Πασιαρδή, «τον Μιχάλη» όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι και κοντινοί του.
«Ο Μιχάλης ήταν μάστορας του λόγου όπως το υποβάλλει και η ετυμολογία του επιθέτου του. Το Πασιαρδής προέρχεται από το κυπριακό «πετζιερτίζω», αυτός που τα καταφέρνει, ο επιδέξιος, ο μάστορας. Τον θυμάμαι μια νύχτα πριν πολλά χρόνια, ευθυτενή και ωραίο, έναν πραγματικό λεβέντη, να χορεύει κρατώντας στο ένα χέρι ένα ποτήρι κονιάκ και στο άλλο το τσιγάρο. Έτσι τον θυμάμαι και έτσι θέλω να τον θυμάμαι. Ο Μιχάλης πορεύτηκε μόνος στη ζωή με πολλούς όμως ανθρώπους να τον αγαπούν, μόνος στάθηκε και απέναντι στο θάνατο μέσα στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας. Τι θάνατος για έναν ποιητή!»
 
«Η Ρήνα Κατσελή ήταν αρχόντισσα»
 
Με τη Ρήνα Κατσελλή ο Κώστας Βασιλείου πέρασε στιγμές που έμοιαζαν ατέλειωτες.
« Η Ρήνα ήταν μια γνήσια Κερυνειώτισσα, μια ρήγαινα, το λέει και το όνομα της. Μαζί φτιάχναμε ό,τι φανταστείς. Εξαίσια λικέρ, γλυκά του κουταλιού, τα πιο αυθεντικά κυπριώτικα προϊόντα. Ο κήπος του σπιτιού της στη Μακεδονίτισσα ήταν διαμορφωμένος κερυνειώτικα: Μικρές πέτρες-βράχοι, κυκλάμινα, ροδιές, μεσπιλιές, χαρουπιές. Από τότε που έφυγε πρόσφυγας από την Κερύνεια, όπου ήταν εγκλωβισμένη για ενάμιση χρόνο στο οικογενειακό της ξενοδοχείο, το περίφημο Ντόουμ, έχτισε τη ζωή της στο κερυνειώτικο πρότυπο».
 
«Η Ντίνα υπερίπταται μέσα στο όνειρο της»
 
Η Ντίνα Παγιάση Κατσούρη αποτελεί για τον Κώστα Βασιλείου ένα ξεχωριστό κεφάλαιο.

Θυμάται: «Η Ντίνα ήταν ένα διαμάντι, Ντίνα σημαίνει αδαμαντίνα. Την είχα επισκεφτεί πριν τρία χρόνια. Βγαίνοντας να με αποχαιρετήσει πάνω στο αναπηρικό της καροτσάκι, βλέπω ένα βοηθό της να ανεβαίνει μια σκάλα για να βγει στην ταράτσα του σπιτιού της να διορθώσει κάτι. Της λέω: Πάτα το κουπί της αναπηρικής σου να υπερυψωθείς στην ταράτσα, η θέα από εκεί πρέπει να είναι θαυμάσια. Μου απαντά: Θα γράψω ένα ποίημα γι αυτό που θα λέει ότι όντως πάτησα το κουμπί, ανέβηκα, απόλαυσα τη θέα και μετά ξύπνησα από ένα όνειρο».

Ο κορυφαίος μας ποιητής αποκαλύπτει ότι και οι τρεις λογοτέχνες μας είχαν σχεδόν έτοιμα βιβλία υπό έκδοση, τα οποία θα κυκλοφορήσουν σύντομα. «Είναι μαζί μας τώρα περισσότερο από ποτέ και το έργο τους θα μείνει κτήμα του λαού εσαεί. Θα μας χαιρετίσουν ξανά μέσα από αυτά τα βιβλία τους που θα εκδοθούν».

Καταλήγει με μια υπόμνηση: Ο Ηράκλειτος έλεγε ότι ο δρόμος της ζωής και του θανάτου είναι ένας και αυτός. «Γιορτάζω λοιπόν τον θάνατο τους και τους λέω: Δεν αισθάνομαι ότι σας αποχαιρετώ φίλοι μου, ότι σας αποχωρίζομαι. Το έργο σας θα είναι πάντα και παντού. Σας χαιρετώ φίλοι μου και είμαι βέβαιος ότι σύντομα θα ξαναβρεθούμε»
 
Σ.Σ. Η επισυναπτόμενη φωτογραφία στο κείμενο αποτελεί ένα χειρόγραφο ανέκδοτο ποίημα του Κώστα Βασιλείου για τους Μιχάλη Πασιαρδή, Ντίνα Παγιάση Κατσούρη και Ρήνα Κατσελή.



Τετάρτη, 28 Απριλίου 2021

ΕΚΤΟΠΙΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Μια απολαυστική διείσδυση της Δέσποινας Πυρκεττή στο Θαμμένο Παιδί (1978)
του Sam Shepard και στην παράσταση που ανέβηκε στη Λευκωσία στο χώρο
SPACE

Μια παλιά κουβέρτα, σε έναν παλιό καναπέ απέναντι από μια παλιά τηλεόραση, σκεπάζει έναν παλιό άνθρωπο. Η πρώτη εικόνα του έργου του Sam Shepard, Θαμμένο Παιδί (1978), ορίζει γεωμετρικά τη θέση των σημείων του σπιτιού στο οποίο ζουν για δεκαετίες ο Dodge με τη Halie· δίνει, δηλαδή, τις συντεταγμένες του τόπου τους και, κατ’ επέκταση, του ευρύτερου κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Κατά τη διάρκεια του έργου, στο ίδιο ταμπλώ διασταυρώνονται κινητά στοιχεία – άνθρωποι, λαχανικά, ήχοι, φώτα – που ενεργοποιούν τα ακίνητα στοιχεία και ανάγουν τον τόπο σε χώρο, κατά τη διάκριση που προτείνει ο Michel de Certeau ανάμεσα σε lieu/place και espace/space (L'invention du quotidien, 1980). Η παράσταση, σε σκηνοθεσία Αθηνάς Κάσιου, φιλοξενείται στον χώρο SPACE.

Για να αναδείξει τη διαφορά χώρου και τόπου, ο de Certeau παρομοιάζει τον χώρο με την ομιλία, δηλαδή την πρακτική χρήση των θεωρητικών συμβάσεων που διέπουν τη γλώσσα, τη χειροπιαστή εφαρμογή τους. Όπως η ομιλία ενεργοποιεί τη δυναμική του
γλωσσικού συστήματος, έτσι και ο χώρος επιτελεί τις συντεταγμένες του τόπου. Αυτή η επιτελεστική διαδικασία δεν αποκόπτεται ποτέ από τη χρονική της διάσταση. Οι κάτοικοι του χώρου (άνθρωποι και πράγματα) είναι ταυτόχρονα φορείς χρονικότητας: αποτελούν ίχνη της απόστασης που διανύθηκε μέσα σε ένα χρονικό διάστημα. Εγγράφονται όλοι σε ένα πλέγμα χρονοκίνησης, αλλά κάποιοι από αυτούς – ο Dodge, ας πούμε – έχουν πλέον καθηλωθεί σε μια στατική ύπαρξη και η κινητικότητά τους είναι εξαρτώμενη. Ο Dodge δεν βγαίνει από το σπίτι, γι’ αυτό και αναγκαστικά αποτείνεται σε άλλους για να εξυπηρετηθεί. Η ανάγκη του, λ.χ. για ουίσκι, είναι επιτακτική και υποκρούει εξ αρχής τις αλληλεξαρτήσεις των χαρακτήρων με βάση την ευκινησία του καθενός. Παρόλ’ αυτά, η συντεταγμένη εικόνα του σπιτιού διαταράσσεται μόνο όταν στο σπίτι «εισβάλλει» μια ξένη, που πολύ γρήγορα θα προκαλέσει αταξία, θα αναγάγει δηλαδή τον τόπο σε χώρο – και μάλιστα σε χώρο πολιτικό, όπου η καταγωγή, η ιδιότητα και το φύλο της προκαλούν επιμέρους τριβές.

Πριν τη νεαρή Shelley, στο σπίτι του Dodge και της Halie «εισέβαλε» ο μεγαλύτερος γιος τους, ο σαραντάρης Tilden, που επέστρεψε πρόσφατα στο πατρικό σπίτι μετά από εικοσαετή απουσία. Στην πρώτη του εμφάνιση επί σκηνής, ο Tilden κρατά στον κόρφο του καλαμπόκια με τα φύλλα τους. Το πρόσωπό του και τα ρούχα του είναι βρεγμένα, τα παπούτσια του λασπωμένα. Δεν φέρνει απλώς το «έξω» στον εσωτερικό χώρο, αλλά έχει σκάψει, σε χώμα άγονο για χρόνια, για να δρέψει τους καρπούς της μάνας γης. Ο τίτλος Θαμμέν,ο Παιδί διευρύνει τη χειρονομία του Tilden μέσα από τις μυθολογικές προεκτάσεις του αγροτικού κύκλου, προσδίδοντας σε αυτή την αναπάντεχη ευφορία την αμφισημία του εξωλογικού. Ανάλογη αμφισημία χαρακτηρίζει προσφυώς την ερμηνεία του Αλέξανδρου Παρίση. Ο Tilden του Παρίση κινείται βαριά, μιλά αργά και χαμηλόφωνα, δεν επιτρέπει στον εαυτό του κανένα εκφραστικό αποτύπωμα. Η συναισθηματική του νωχέλεια έρχεται σε αντίθεση με το μεγάλο δέμας του, και αυτή είναι μια από τις πολλές παραδοξότητες που τόσο επιδέξια εκθέτει το Θαμμένο Παιδί. Ο τίτλος είναι αποκαλυπτικός, όμως το μυστικό που κρύβει αυτή η οικογένεια δεν έχει να κάνει με το θάψιμο ενός παιδιού στην αυλή του σπιτιού τους, αλλά με την πατρότητα του παιδιού. Η Halie αναπολεί την εποχή που ο Tilden ήταν νέος και όμορφος, ο Dodge σχολιάζει τη σχέση του Tilden με το βρέφος, όμως η παλιά ηθική παρεκτροπή, το πρώτο ατόπημα, παραμένει άφατο.

Ενώ στο ισόγειο δεσπόζει η μορφή του Dodge, ο πάνω όροφος είναι ο τόπος της Halie. Από εκεί κατοπτεύει τα τεκταινόμενα, εκεί έχει δημιουργήσει έναν βωμό με αδιαπραγμάτευτες φωτογραφίες του παρελθόντος, και από εκεί αρχίζει να δίνει στρατηγικές οδηγίες: να μη βγει έξω ο Tilden, και να διορθωθεί η ακαταστασία που προκλήθηκε με τα καλαμπόκια του. Στο σκηνικό της Λυδίας Μανδρίδου, ο χώρος της Halie δεν αναπαρίσταται· επιτελείται νοητικά μέσα από τη φωνή της, την ικανότητά της να αναπολεί άλλες πολιτείες, αλλά κυρίως μέσα από την επιμονή της να διατηρηθεί η (τόσο παραπλανητική!) πολεοδομική συμφωνία: να συντηρηθούν οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στο πάνω και το κάτω, το μέσα και το έξω. Ο φωτισμός που σχεδίασε η Καρολίνα Σπύρου εκθέτει ανάγλυφα τη ρευστότητα αυτών των διαχωριστικών γραμμών, αναδεικνύει την σύγχυση των ιδιοτελών ευπρεπειών. Η Halie της Λένιας Σορόκου φεύγει από το σπίτι μαυροφορεμένη και επιστρέφει με τα κίτρινα, παρέα με έναν εύχαρι ιερέα (Θανάσης Γεωργίου). Στην παρουσία του ιερέα, η Halie νεανίζει – νομίζω πιο συγκρατημένα απ’ όσο υπαινίσσεται το έργο – ώσπου βρίσκει μπροστά της μιαν ωραία ξένη να τρώει ζωμό. Η ερωτική ένταση και η ρήξη που προκαλεί η παρουσία της Shelley στον χώρο αναπαρίσταται λίγο αργότερα, όταν η νεαρή, αντιμέτωπη με εγκλήσεις ένθεν κακείθεν, σπάει με οργή το φλιτζάνι της. Η ρήξη οδηγεί σε διάρρηξη και προοικονομεί τη μετατόπιση της ιδιοκτησίας του σπιτιού.

Ως αμιγώς μεταμοντέρνα ηρωίδα, η Shelley αμφισβητεί τα όρια και αντιστέκεται στην αναγνωσιμότητα των περιστάσεων· είναι παρείσακτη και παράταιρη. Έρχεται από το Λος Άντζελες στο Ιλλινόι φορώντας ένα ευτελές φουστάνι και μια γούνα, συνοδεύοντας τον Vince, εγγονό του Dodge και της Halie, στο ταξίδι του προς το Νέο Μεξικό. Όταν ο Vince αποχωρεί από το σπίτι για ένα θέλημα του παππού του, η Shelley υφίσταται λεκτική και σωματική βία: ο Bradley, θείος του Vince, χώνει τα δάχτυλά του στο στόμα της σε μια προσομοίωση βιασμού. Λίγο μετά, σε ένα από τα πιο υποβλητικά στιγμιότυπα του έργου, αυτή η απροετοίμαστη ηρωίδα μετουσιώνει τον φόβο της σε φροϋδικό unheimlich, σε εκείνην, δηλαδή, την παράδοξη, μύχια αίσθηση που μας προξενεί το προ πολλού γνώριμο· το ανοίκειο μεν, αλλά και εκείνο που ανασύρεται στην επιφάνεια, ενώ όφειλε να παραμείνει θαμμένο. Η Shelley έχει την αίσθηση ότι το σπίτι είναι δικό της· λέει στον Dodge: «Δεν ξέρω γιατί. Έχει κάτι αυτό το σπίτι. Κάτι γνώριμο. Σαν να ξέρω τα κατατόπια του». Η Shelley έχει ξεφλουδίσει τα καρότα του Tilden, έχει φάει τον ζωμό που έφτιαξε για τον Dodge και έχει περιεργαστεί το «άβατο» της Halie. Ο κόσμος της – όπως και τα ρούχα της – ήταν εξ αρχής ανομοιογενής, κι αυτή ακριβώς η ανομοιογένεια τής επέτρεψε να επινοήσει διάφορες τακτικές για να προτάξει απέναντι στις ομογενοποιητικές στρατηγικές των αντιπάλων της. Η Shelley είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις πιο εμβληματικές γυναικείες μορφές της μεταμοντέρνας δραματουργίας και ευτυχεί, στην παράσταση του Open Arts Theatre, να ενσαρκώνεται, με υποκριτική ευκινησία αιλουροειδούς, από την Αντωνία Χαραλάμπους.

Στον αντίποδα της Shelley, ο Dodge δεν θα βγει ποτέ από το σπίτι. Όπως και ο σακάτης Bradley του Βαλεντίνου Κόκκινου, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να καθηλωθεί σε ερπετόμορφη κίνηση (όταν, δηλαδή, απομακρύνουν από κοντά του το ψεύτικό του πόδι), έτσι και ο Dodge διατηρεί μια παθολογική σχέση με τον χώρο, σαν να πάσχει με ιατρικούς όρους από εκτοπία, η οποία επιτείνεται από την κινητική ασυδοσία της γυναίκας του. Είναι ξεκάθαρο ότι η παράσταση περιστρέφεται, με εύρυθμες αυξομειώσεις, γύρω από την επιβλητική σκηνική παρουσία του Σπύρου Σταυρινίδη. Η τόσο γνώριμη φωνή του ηθοποιού γίνεται χρονοκινητικό εργαλείο που αντισταθμίζει ευεργετικά τη σωματική νωθρότητα του ρόλου. Κάποτε ως αρθρωμένος λόγος και άλλοτε ως υπόκωφος βήχας, σπηλαιώδες μουγκρητό ή σαρκαστικό επιφώνημα, η φωνή του Σταυρινίδη απογειώνει το παραστασιακό ηχοτοπίο του Ανδρέα Τραχωνίτη, γίνεται το όχημα με το οποίο ομολογείται το έγκλημα και το σπίτι κληροδοτείται από τον παππού στον εγγονό, παρακάμπτοντας τους ζώντες γιους.

Για να μπορέσει να αναλάβει τα ηνία του οίκου, ο αεικίνητος Vince του Γιάννη Καραούλη έπρεπε να υπερβεί τη βίαιη απόρριψη – το γεγονός ότι δεν τον αναγνωρίζει κανείς μέχρι το τέλος της Γ’ Πράξης – και να απομακρυνθεί από τους οικείους του. Μόνο εν κινήσει, οδηγώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση, συνειδητοποιεί ότι το ανήκειν δεν είναι μια πεπερασμένη πράξη αλλά μια διαρκής διεργασία αναδιαπραγμάτευσης του χώρου, του χρόνου και των προεκτάσεών τους. Ο Vince είναι πράγματι το μοναδικό εξ αίματος μέλος αυτής της οικογένειας, που αντιλαμβάνεται την πολυπλοκότητα της ταυτότητάς του, γι’ αυτό και σχεδιάζει να μεταθέσει το σπίτι σε μελλοντικό χρόνο, να το αναπαλαιώσει. Ο  Vince δεν είναι παρών τη στιγμή της αποκάλυψης του εγκλήματος. Δεν υποψιάζεται καν ότι ο παππούς του διέπραξε φόνο, πόσο μάλλον ότι το παιδί που σκότωσε ήταν απότοκο αιμομιξίας, και αυτή η αθωότητά του ενέχει μια λυτρωτική, αναγεννητική προοπτική.

Η γλώσσα του έργου, σε μετάφραση ομάδας, συμβαδίζει με τη μετανεωτεριστική (κυρίως) πρόσληψη του κειμένου ως ρευστού προϊόντος, που επανεγγράφεται σε μια άλλη γλώσσα χωρίς την κενή φιλοδοξία της αμετάβλητης συγγραφικής πρόθεσης. Τα ονόματα στο ελληνικό κείμενο είναι αγγλικά, οι τόποι αμερικάνικοι, ο ύμνος των Αμερικανών πεζοναυτών μένει αμετάφραστος. Εντούτοις (ή μάλλον γι’ αυτό τον λόγο) το μετάφρασμα διατηρεί την αποδομητική δυναμική της γραφής του Shepard: υπαινίσσεται συσχετισμούς, υποτονθορύζει θρήνους, και αποφεύγει τις επεξηγήσεις – ας πούμε, στα περί θρησκείας σχόλια. Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι το τελευταίο λογοπαίγνιο του πρωτοτύπου, όταν η Halie απευθύνεται στον (νεκρό) Dodge, μιλώντας για τον ήλιο και ανακαλώντας τον γιο (sun/son), θα μπορούσε να διασωθεί. Είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένη η χωρική διάσταση του έργου, που η ομοηχία των λέξεων γη/γιοι θα μπορούσε αισίως να αναδείξει πώς ο τόπος ανάγεται σε χώρο μέσα από τη δράση των ενοίκων του· πώς, δηλαδή, οι γιοι γίνονται ένα με τη γη, όπως το νεκρό βρέφος και όπως ο τρίτος γιος του Dodge και της Halie, εξαρθρώνοντας την πολιτικώς ορθή έννοια της «φυσικής διαδοχής». 

Κυριακή, 11 Απριλίου 2021

ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΚΥΠΡΟΥ - Μ.ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Γ.ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

Οι φοιτητές του µαθήµατος ΒΝΕ390 και η διδάσκουσα Μαίρη Ρούσσου σας προσκαλούν να παρακολουθήσετε τη διαδικτυακή διάλεξη την Δευτέρα 12 Απριλίου, ώρα 13:30 που θα πραγµατοποιηθεί µέσω της πλατφόρµας zoom, µε οµιλητές τους διακεκριµένους ποιητές και δηµοσιογράφους:
 

ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟ 

ΚΑΙ 

ΓΙΩΡΓΟ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ
 



Με την ιδιότητα του Ποιητή και του Δηµοσιογράφου
 
 
Με εγγραφή στο σύνδεσµο:
 
 
https://ucy.zoom.us/meeting/register/tJwud-CsrjsqG9OpC8--WiCvbqBEIubt1L3s

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2021

WORLD POETRY DAY, POESIA 21 - FOUR POEMS BY YIORGOS CHRISTODOULIDES

On March 21, 2021 I had the honor to be invited and participate in the WORLD POETRY DAY, POESIA 21 organized by the Poetry Circle and the Moscow International Poetry Biennale.

A world poetry event with 368 poets from 94 countries and 70 languages (including many endangered dialects) met online. Twenty consecutive hours of live poetry readings!
 
The following are my four poems in Greek and English, which I recited at the time given to me as well as the link to the video of the event on YouTube: 


Στις 21 Μαρτίου 2021 είχα την τιμή να προσκληθώ και να συμμετάσχω στο WORLD POETRY  DAY, POESIA 21 που διοργάνωσαν ο Κύκλος Ποιητών και η Διεθνής Μπιενάλε Ποίησης της Μόσχας. 

Ένα παγκόσμιο ποιητικό γεγονός  με 368 ποιητές από 94 χώρες και 70 γλώσσες (μεταξύ αυτών και πολλές διάλεκτοι υπό εξαφάνιση)  συναντήθηκαν διαδικτυακά σε μια εκδήλωση με παράλληλες, επί 20 συνεχείς ώρες, ζωντανές ποιητικές αναγνώσεις!

 Ακολουθούν τα τέσσερα ποιήματα μου στα ελληνικά και αγγλικά, τα οποία απήγγειλα στο χρόνο που μου αποδόθηκ καθώς και το link με το βίντεο της εκδήλωσης στο YouTube:

 

https://www.youtube.com/watch?v=Vx5A35HkPTE&list=LL&index=1&t=25800s

 

Violin-cases


 

Instruments are but our need

to hear something else than our stupid voices.

 

Yet through the sounds of the violin

you come to grasp the meaning of silence

and death.

 

Violists should’ve been dwarfs;

When they died, we’d bury them in their violin-cases.

 

Oι θήκες των βιολιών

Tα όργανα είναι η ανάγκη μας
να ακούσουμε κάτι άλλο,
εκτός από την ηλίθια φωνή μας.
Όμως μέσα απ’ τους ήχους του βιολιού
καταλαβαίνεις τη σημασία της σιωπής
και του θανάτου.
Oι βιολιστές θα έπρεπε να’ ταν νάνοι·
όταν πεθαίνουν να τους θάβουν
μέσα στις θήκες των βιολιών τους.

 

The case of the word sempre in lake Tampo

 

A cedar tree is crying on the shores of the frozen lake Tampo

looking forlornly at the lake and crying

its branches dripping sobs

ripples emerge on the surface of the lake

the lake gives them back as volatile panting wails

all the more to upset the cedar tree

the lake weeps, ice screeches.

A cedar tree is crying on the shores of the frozen lake Tampo

because it used to be a man who lost his gender, his name

because the lake was the woman he loved

but the time had come for people to transform

forfeiting their gender first

to become trees, to become lakes

the most hardened would become mountaintops

those with the most suffocating melodies

would melt within the oceans

and the thickest skinned would become piles and mine walls

and no one would ever meet anyone again

and no one would ever be able to hurt anyone

nor would they be able during periods of great affliction

to console each other

on the loss of the gender, the leak of the form

just like now

the cedar tree crying

the lake yearning

both helpless to come closer

what with the adamant word sempre

between them.



Η περίπτωση της λέξης πάντα στη λίμνη Τάμπο

 

Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της παγωμένης λίμνης Τάμπο

κοιτάζει απελπισμένα τη λίμνη και κλαίει

από τα κλαδιά του στάζουν αναφιλητά

ανατριχιάσματα σχηματίζονται στην επιφάνεια της λίμνης

η λίμνη τα επιστρέφει ως ευμετάβλητους ανασασμούς λυγμών

το κέδρο περισσότερο αναστατώνεται

η λίμνη βουρκώνει

οι πάγοι τρίζουν.

Ένα κέδρο κλαίει στις όχθες της λίμνης Τάμπο

επειδή κάποτε ήταν άνδρας που έχασε το φύλο του, το όνομά του

επειδή η λίμνη ήταν η γυναίκα που αγάπησε

αλλά είχε έρθει η ώρα oι άνθρωποι να μετατραπούν

αφού πρώτα απωλέσουν το φύλο τους

να γίνουν δέντρα, να γίνουν λίμνες

οι πιο σκληροί να γίνουν βουνοκορφές

αυτοί με τις πιο αποπνικτικές μελωδίες

να λιώσουν μέσα στους ωκεανούς

κι οι πιο χοντρόπετσοι υποστήλια και τοιχώματα ορυχείων

και κανείς πια δεν θα συναντά κανένα

αλλά και κανείς δεν θα μπορεί να βλάψει κανένα

ούτε θα μπορούν σε περιόδους μεγάλης οδύνης

να παρηγορούν ο ένας τον άλλο

για την απώλεια του φύλου, για τη διαρροή της μορφής

όπως τώρα

το κέδρο που κλαίει

η λίμνη που θέλει

ανήμποροι να πλησιαστούν

με την αμετακίνητη λέξη πάντα

ανάμεσά τους.



The agelasts

  

To chat with my dentist

between

rinsing my mouth

of the remains of beams, buttress walls

and the injectable anaesthetics she sticks into my gums

is always interesting;

I asked her how the have-nots fix their teeth

when the cost of a standard dental repair

equals their monthly salary

or more;

they don’t

she said, disarmingly frank;

by the thousands, folks are walking about without teeth

entire flocks are walking about without teeth

men, women and their children

when they grow up and inherit their poverty

they chew without teeth

smile closely or avoid it

even though at times they are not sad –

to hide the absence of teeth;

the most fortunate

those who have lost their back teeth

are in a more favourable position

 

they smile more

 

they can even laugh their heart out

 

and so there still occur smiles, even bouts of laughter

 

within the hordes of the toothless.

 

No one has died from a lack of teeth

 

but many died

 

because they couldn’t smile

 

and this is a fundamental question.


 

Οι αγέλαστοι 

 

Η κουβέντα με την οδοντίατρο μου

στην ανάπαυλα

όταν ξεπλένω το στόμα

από τα κατάλοιπα των δοκών, των τοίχων αντιστήριξης

και των ενέσιμων αναισθητικών που μπήγει στα ούλη μου

είναι πάντα ενδιαφέρουσα

τη ρώτησα πως οι από κάτω φτιάχνουν τα δόντια τους

όταν το κόστος μιας στοιχειώδους οδοντιατρικής επιδιόρθωσης

 ισοδυναμεί με το μηναίο μισθό τους και περισσότερο

δεν τα φτιάχνουν

μου είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια

χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν χωρίς δόντια

πληθυσμοί κυκλοφορούν χωρίς δόντια

άνδρες, γυναίκες και τα παιδιά τους

όταν μεγαλώνουν κληρονομώντας τη φτώχια τους

μασάνε χωρίς δόντια

χαμογελούν κλειστά ή το αποφεύγουν

ενώ κάποτε δεν είναι λυπημένοι

για να κρύβουν την απουσία των δοντιών

οι πιο τυχεροί

αυτοί που έχουν χάσει πίσω δόντια

γομφίους ή τραπεζίτες

είναι πιο γελαστοί

μπορούν μάλιστα και ξεκαρδίζονται

βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση

έτσι υπάρχουν ακόμα χαμόγελα ακόμη γέλια

μέσα στη στρατιά των ξεδοντιασμένων

κανείς δεν πεθαίνει από έλλειψη δοντιών

πεθαίνουν όμως πολλοί

που για τον ένα ή τον άλλο λόγο

δεν μπορούν να χαμογελάσουν

και αυτό είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα

 

 

 

Inactive Human Material

(Bigger with an – n) 


                          for George Floyd

I'm tired of walking
tired of driving
explaining
talking or not talking
observing;
I instructed the Bedouins
to sow my seeds in Sub-Saharan Africa
and I sprouted bigger;
I asked the Aboriginals
to plant me in the tundras of Australia
and I sprang up eager;
I pleaded with little Muna Zayed from Yemen
to thrust me deep into the fine-grained soil
of her camp
and I grew meagre
yielding meagre fruit.

I want to go to a place forlorn
like the place behind the ear
a place forsaken
by both humans and dispersion
like the cavernous mouth of a hungry man;
I'm looking for a highland to bring back to me each morning
the hereditary blindness of my race
a small expanse of land where nothing will know me
and I shall have no memory of who I am
neither alive nor dead
only still
inactive
indifferent
impervious to tears and rain
watertight and impenetrable
I want to be
the passer by homes-on-wheels in Paris la ville lumière
pretending to see a normal dwelling
the curious man crossing through the tents
of freezing people under the massive bridges of New York
the man in a hurry
to do important things
the onlooker of the white cop
the cop spawned of the Ku Klux Klan
stomping on a black man's throat to death
I want to be like you
Maria, Helen, Persephone, Myrto, Artemis
who walked right by me
carrying the load of my memories
who grazed against me as you went on
the other day on St Justinian street
containing me
your marrow filled to the brim with me
acting as though you didn't remember me.

 

Αδρανές ανθρώπινο υλικό
του Τζορτζ Φλόιντ



Κουράστηκα να περπατώ
κουράστηκα να οδηγώ
να εξηγώ
να μιλώ ή να μην μιλώ
να παρατηρώ
έδωσα εντολή στους βεδουίνους
να με σπείρουν στην υποσαχάρια Αφρική
και βλάστησα στεγνός
ζήτησα από τους Αβορίγινες
να με φυτέψουν στις τούνδρες της Αυστραλίας
και ξεμύτησα μακρινός
παρακάλεσα τη μικρή Μούνα Ζαγιέτ από την Υεμένη
να με χώσει βαθιά στα λεπτόκοκκα χώματα
του καταυλισμού της
και ευδοκίμησα φτωχός
κι έβγαλα καρπούς φτωχούς.

Θέλω να πάω σ ένα μέρος ερημικό
όπως το πίσω τμήμα του αφτιού
ένα μέρος ξεχασμένο
από ανθρώπους και εξάπλωση
όπως το στόμα-σπήλαιο του νηστικού
ψάχνω ένα ισιοτόπι να μου επιστρέφει κάθε πρωί
την κληρονομική τυφλότητα του γένους μου
μια μικρή έκταση γης όπου τίποτα δεν θα με ξέρει
όπου δεν θα θυμούμαι ποιος είμαι
ούτε ζωντανός ούτε νεκρός
απλώς ακούνητος
αδρανής
αδιάφορος
αδιάβροχος σε δάκρυα και σε βροχές
στεγανός και αδιαπέραστος
θέλω να είμαι
ο πεζοπόρος από τα αυτοκίνητα-σπίτια του φεγγοβόλου Παρισιού
που προσποιείται ότι βλέπει κάτι φυσιολογικό
ο περίεργος που περνά μέσα από τις προσωρινές στρατοπεδεύσεις
ξεπαγιασμένων κάτω από μεγάλα γεφύρια της Νέας Υόρκης
αυτός που είναι βιαστικός
επειδή έχει να κάνει πράγματα σημαντικά

o θεατής του μπάτσου του λευκού
του μπάτσου-σπέρμα της Κου Κλουξ Κλαν
που ποδοπατάει μέχρι θανάτου έναν μαύρο στο λαιμό
θέλω να γίνω σαν εσένα
Μαρία, Ελένη, Περσεφόνη, Μυρτώ, Άρτεμης
που διήλθες από δίπλα μου
φορτωμένη με όλες τις αναμνήσεις μου
που σχεδόν με άγγιξες περνώντας από δίπλα μου
τις προάλλες στην οδό Αγίου Ιουστινιανού
φορτωμένη με εμένα
γεμάτη με εμένα στα μεδούλια σου
κάνοντας πως δεν με θυμάσαι.

 


Translated by Despina Pirketti