Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018

Αποτελεί κοινό τόπο ότι η Κύπρος, γνωστή και ως “νήσος των ποιητών και των αγίων”, διαθέτει μια πλούσια ποιητική παράδοση, η οποία, όμως, δεν έχει ακόμη βρει την ανταπόκριση και αναγνώριση που αξίζει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Λαμβάνοντας, λοιπόν, τούτο υπόψη, η ανά χείρας ανθολογία έχει ως κύριο στόχο να αναδείξει τον χαρακτήρα και την αισθητική ποιότητά της κυπριακή ποίησης, προβάλλοντας δείγματα τόσο από τα ήδη αναγνωρισμένα επιτεύγματα όσο και σημαίνουσες ψηφίδες από πιο σύγχρονες εκφραστικές μορφές εξέλιξής της, δημιουργώντας έτσι μια νεόδμητη γέφυρα επικοινωνίας με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αλλά και με τον ευρύτερο κορμό της ελληνικής λογοτεχνίας.
Ο πιο πάνω οραματισμός ενέπνευσε και κινητοποίησε, πρώτα τον ποιητή-εκδότη Γιώργο Δάγλα και ακολούθως τους ανθολόγους, να επιχειρήσουν και, εν τέλει, να υλοποιήσουν το εγχείρημα της συγκέντρωσης του ποιητικού απανθίσματος που έχετε ενώπιον σας. Και με αυτό τον τρόπο φιλοδοξούμε ότι η ανθολογία θα αποτελέσει έναυσμα ώστε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον για την ποίηση που παράγεται στο νησί, η οποία ενώ στις καλύτερες της στιγμές δείχνει επαρκώς εξοπλισμένη να αναμετρηθεί με το διηνεκές του χρόνου, παραμένει ακόμη σε σημαντικό βαθμό αδικαίωτη κι αχειροκρότητη σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά, όπως εύστοχα έχει διατυπώσει ο σημαντικότερος ποιητής της νεότερης κυπριακής ποίησης, Κώστας Μόντης.
Η παρούσα ανθολογία συμπυκνώνει κοπιώδεις προσπάθειες να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν ευρύτερη αλλά και προσεκτική παράθεση των πιο αξιόλογων φωνών των εν ζωή Κύπριων ποιητών, αρχής γενομένης από τη γενιά της Ανεξαρτησίας μέχρι τις μέρες μας. Αυτή τουλάχιστον ήταν η αποκλειστική φροντίδα και το ειλικρινές μέλημα των ανθολόγων της. Βασικά κριτήρια του εγχειρήματος ήταν η ποιότητα του ποιητικού υλικού, η ικανότητα των ποιημάτων να μιλήσουν από μόνα τους, δίχως μεσολαβήσεις και ανούσιους εξωραϊσμούς, αλλά και η αντιπροσωπευτικότερη εκπροσώπηση των τεσσάρων λογοτεχνικών γενεών που παρατίθενται (1. γενιά της Ανεξαρτησίας, 2. γενιά της Εισβολής, 3. γενιά της Κατοχής και της αφθονίας, 4. νεότερη, ακόμη αδιαμόρφωτη, ομάδα ποιητών), προκειμένου η παρουσία τους να χαρτογραφεί, εν είδη πρακτικού γραμματολογικού οδηγού, τη λογοτεχνική ιστορία έξι, σχεδόν, δεκαετιών κυπριακής ποίησης. Κι είναι για τούτο που η ανθολογία εστιάζει σε ζώντες δημιουργούς των οποίων η ποίηση αποτελεί είτε την αποκλειστική είτε την κυριότερη δημιουργική ενασχόλησή τους.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η έκδοση επιδιώκει να αποτελέσει μια σημαντική και χρήσιμη προσθήκη στην προβολή και μελέτη της κυπριακής ποίησης, η οποία αποτελεί ανθισμένο κλαδί της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, με τις ιδιαιτερότητες, και τις ιδιομορφίες της ανθρωπογεωγραφίας, του τόπου και της διαλέκτου, να λειτουργούν, όπως είναι πεποίθησή μας, μόνο εμπλουτιστικά και επιβεβαιωτικά. Ο αναγνώστης, λοιπόν, της ανθολογίας δεν θα αργήσει, κατά την άποψή μας, να διαπιστώσει ότι και η θεματολογία της νεότερης λογοτεχνίας της Κύπρου, παρά τις όποιες μορφολογικές και υφολογικές διαφοροποιήσεις που αναπόφευκτα υπάρχουν από γενιά σε γενιά, υπήρξε πάντα προσανατολισμένη στις πολιτιστικές και ιστορικές εξελίξεις του νησιού όσο και του ελληνισμού γενικότερα. Εκτείνεται δε, συχνά, και πέραν αυτών, αγγίζοντας οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα, τα οποία αναδεικνύει άλλοτε με λυρισμό και στοχασμό κι άλλοτε με απαλή ή καυστική ειρωνεία.
Καθοριστικό ιστορικό γεγονός, που αποτελεί μέχρι και σήμερα βασική πηγή από την οποία οι Κύπριοι ποιητές αντλούν έμπνευση, είναι η διπλή τραγωδία τού 1974, καθώς και η συνεχιζόμενη τούρκικη κατοχή, που με τις ολέθριες επιπτώσεις τους σημάδεψαν ανεξίτηλα και επηρεάζουν ακόμη μέχρι τις μέρες μας κάθε πτυχή της κυπριακής καθημερινότητας και ζωής. Γεγονότα, που όσο απομακρύνονται από τον χρόνο διάπραξής τους ή όσο ο χρόνος απομακρύνεται και συνακόλουθα μας απομακρύνει από την τέλεσή τους, αρχίζουν να αντανακλώνται, ιδίως στο έργο των νεότερων ποιητικών γενεών, με τα χαρακτηριστικά μιας εσωτερικότερης οπτικής, η οποία όχι μόνο δεν πλήττει το αδιαπραγμάτευτο της δραματικότητάς τους, αλλά αναδεικνύει αθώρητα και αθησαύριστα τα ποιητικά, ιστορικά και κοινωνικά της βάθη, τα οποία στερεοποιούνται και αποκρυσταλλώνονται με σφρίγος μέσα από τη ρέουσα ποιητική διαδικασία.
Παράλληλα με τον κεντρικό αυτό θεματικό άξονα, οι Κύπριοι ποιητές πραγματεύονται με κριτικό και σαρκαστικό τρόπο τη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και καταναλωτική αλλοτρίωση της κυπριακής κοινωνίας. Πράγματι, αν η φαινομενικά εύρωστη οικονομία και τα προγράμματα δανειοδότησης οδήγησαν μετά την τούρκικη εισβολή από τη μια σε σημαντική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, σε συσσώρευση καταναλωτικών προϊόντων και σε ένα άνευ προηγουμένου οικοδομικό παροξυσμό, από την άλλη δημιούργησαν, υπό το φως της βίαιης προσφυγοποίησης, μια κοινωνία κονιορτοποιημένη, αποτελούμενη σε μεγάλο βαθμό, από ομάδες ατόμων χωρίς ισχυρούς συλλογικούς δεσμούς, πολιτισμική ταυτότητα και αίσθηση νοήματος ή προορισμού. Δημιούργησαν, επίσης, αποσιωπημένα κοινωνικά περιθώρια, αλλά και έντονα υπαρξιακά αδιέξοδα, που γίνονται απολύτως ορατά και αισθητά, κάθε φορά που οι βαλβίδες αποσυμπίεσης εκρήγνυνται.
Αξιοσημείωτη, επίσης, σε αριθμό ποιημάτων της ανθολογίας είναι η λογοτεχνική χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε αμιγώς είτε σε συνδυασμό με τη νεοελληνική κοινή. Κι αυτό γιατί, πέραν από τον κοινό προβληματισμό που αντιμετωπίζει διαχρονικά ο κάθε Κύπριος ποιητής, ο οποίος αποφασίζει να διαχειριστεί την κυπριακή διάλεκτο και αφορά κυρίως τη δυσκολία που παρουσιάζει η πρόσληψη και η αναγνώριση της σπουδαίας κυπριακής, διαλεκτικής ποίησης (π.χ. Β. Μιχαηλίδης, Κ. Μόντης) από τον πανελλήνιο λογοτεχνικό κανόνα, η κυπριακή διάλεκτος αποτελεί μέχρι σήμερα ένα ζωντανό γλωσσικό όργανο με ανεξάντλητο ποιητικό βάθος. Και παρά το γεγονός ότι αυξάνει της απαιτήσεις για τον εξωδιαλεκτικό αναγνώστη ώστε να γίνει κατανοητή, εντούτοις, πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο ποιητικός σπινθήρας που εγκλείεται σε αυτήν είναι αδύνατον να μην λάμψει.
Θεωρούμε αναγκαίο να τονιστεί η συμπερίληψη, για πρώτη φορά σε ανθολογία κυπριακής ποίησης, δύο αγγλόφωνων κύπριων ποιητών, του Στέφανου Στεφανίδη και του Γιώργου Ταρδίου, η υπέροχη ποιητική των οποίων, ως πράξη γλωσσικής αντίστασης παρά αφομοίωσης, εμβολιάζει την αγγλική γλώσσα με λέξεις της κυπριακής διαλέκτου, καθιστώντας, έτσι, πορώδη τη γλώσσα του πρωτοτύπου και επιτρέποντας μια ομαλή και εμπλουτισμένη διάβαση προς τα ελληνικά.
Κλείνουμε με την πεποίθηση ότι η παρούσα ανθολογία προσφέρει μια στέρεα απεικόνιση ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου ποιητικού τοπίου. Τυχόν ελλείψεις και παραλείψεις οφείλονται στο ατελές κάθε ανθρώπινης προσπάθειας και μόνον. Τα ανθολογημένα ποιήματα συνοδεύουν βιοεργογραφικά σημειώματα των ποιητριών και ποιητών με τις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες.
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι την ανθολόγηση των ποιητών Γιώργου Χριστοδουλίδη και Παναγιώτη Νικολαΐδη έκανε ο εκδότης-ποιητής Γιώργος Δάγλας.


Γιώργος Χριστοδουλίδης
Παναγιώτης Νικολαΐδης