Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΜΠΥΡΕΣ ΜΕ ΤΟΝ DESMOND EGAN



Το 2003 στην Μπιενάλε της Λιέγης, ο Desmond Egan μου παρέδωσε υπαινικτικώς και αφιλοκερδώς ορισμένα μαθήματα που προσπαθώ να εφαρμόζω μέχρι σήμερα.
Αφενός, ότι για να λογίζεται κανείς ποιητής, το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχει μάθει να κάνει καλά , είναι να μην κάνει τίποτα και να μην έχει ενοχές γι’ αυτό, να μην είναι δηλαδή πολυσχιδής, αφετέρου ότι το να παραμένεις προσηλωμένα αδρανής -την ώρα που άλλοι επιμελούνται την οικοδόμηση μικρών ή μεγάλων θριάμβων- είναι σαν ένα γραμμάτιο που ο χρόνος θα σου εξαργυρώσει στο μέλλον με γενναιοφροσύνη και σε καλό επιτόκιο.
«Η ποιητική διαδικασία είναι ενόρμηση, όχι προσχεδιασμός, αν εσύ αναλώνεσαι, πώς να σε πετύχει ή να την πετύχεις», μου έλεγε. Ανταποκρινόμασταν φυσικά στο πρόγραμμα της Biennale, στις καθημερινές αναγνώσεις ποιημάτων, στις συζητήσεις για το τι εστί ποιητική τέχνη, συναναστρεφόμασταν με το υπόλοιπο πολυπολιτισμικό συνάφι, όμως τα δικά μας γυμνάσματα περιλάμβαναν πρωτίστως εντατικές ασκήσεις μύησης στον ρεμβασμό, την παρατήρηση και τον δια-λογισμό. Με άλλα λόγια, τις περισσότερες ώρες τις αναλώναμε σε μπαρ και σε καφετέριες-μπαρ της ωραίας και φιλόξενης Λιέγης. Εγώ ο αρχάριος και ο Desmond ο έμπειρος, με τα ροδοκόκκινα μάγουλα. Εκεί, μέσα στη ζωή, στους αρωματικούς καπνούς που αναδύονταν από παράξενα φίλτρα και συνουσιάζονταν με τις οσμές της εξαίσιας βέλγικης μπύρας, μιλούσαμε για τη ζωή.
Δείχνοντας μια σχεδόν ανθρωπιστικού χαρακτήρα κατανόηση στην ανετοιμότητα μου να πετύχω τότε κάποια υψηλά νοήματα στη γλώσσα του και να του τα περάσω κιόλας, υποβίβαζε χωρίς κανένα κόμπλεξ το δικό του άριστο επίπεδο γλωσσικής και εκφραστικής επάρκειας, όσο χρειαζόταν, για να μην νιώσω εγώ άβολα.
Αν μας άκουγε κανείς περαστικός-και οι περαστικοί συνηθίζουν να κρυφακούνε έστω κι αν δεν το δείχνουν-, ίσως να υποψιαζόταν ότι είμασταν δυο γλωσσικά neaterdal (Homo neanderthalensis) που προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν σε κάτι πρωτόγνωρο που τα υπερβαίνει.
Στον ελληνικό χώρο, αν ένας νέος ή νεότερος ποιητής αποτολμήσει να ανοίξει συζήτηση περί τέχνης, ποίησης ή υψηλών αξιών, με κάποιον από τους καθιερωμένους φωστήρες του πνεύματος, κάποιον από τους «είμαι παντού και τα ξέρω όλα», τους ενίοτε μπροστά στις ντάμες «ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες», δυο τινά πιθανόν να συμβούν: Να λουστεί με ένα παγερό κύμα αδιαφορίας, ή να δεχθεί ένα σύντομο αυτοναφορικό μάθημα περί της αυθεντίας του φωστήρα που θα περικλείεται σε δυο λεπτά επισπευσμένου χρόνου.
Αντιθέτως, ο Desmond Egan,  όχι μόνο δεν μου έπαιζε τον έξυπνο, αλλά με μια σειρά ερωτήσεων, επεδίωξε να μάθει για την πολυποίκιλη ασημαντότητα μου. Με κοιτούσε κατά πρόσωπο και το βλέμμα του υποδήλωνε ειλικρίνεια, ενδιαφέρον. Δεν θυμάμαι σε εκείνες τις πολύωρες συζητήσεις της Λιέγης, υπό συνθήκες περιοδικά ακανόνιστης μπυροποσίας, να χρησιμοποίησε μια φορά το «εγώ». Δεν θυμάμαι επίσης ποτέ να με ρώτησε για τις γνώσεις μου, ή να αντιπαρέβαλε στα κενά τους, το δικό του συντριπτικά επαρκέστερο οπλοστάσιο. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του σε τι αμφιβάλλω ώστε να μου πολλαπλασιάσει την γονιμότητα των αμφιβολιών και βεβαίως να μου αποδομήσει την ψευδαίσθηση των όποιων βεβαιοτήτων.
Τρία χρόνια μετά, το 2006, με προσκάλεσε στο GERARD MANLEY HOPKINS POETRY FESTIVAL, που διεξάγεται κάθε χρόνο σε μια κοινότητα 50χλμ έξω από το Δουβλίνο και του οποίου είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής. Εκεί όντας αρμόδιος ήταν και πιο δραστήριος και δημιουργικά κινητικός, ωστόσο το ίδιο ροδοκόκκινος και ενίοτε απλανής. Η βελγική μπύρα είχε αντικατασταθεί με την περίφημη ιρλανδική Guinness και τον τρόπο της. Σε μα «τελική ευθεία», ίσως κατεβάζοντας το πέμπτο του «παιν», μου εκμυστηρεύτηκε ότι ο Σέιμους Χίνι πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας επειδή ήταν πάντα “politically correct”σε αντίθεση με τον ίδιο που εθεωρείτο «κακό παιδί»..
Πάντως, από τις «παρακαταθήκες» του επί ιρλανδικού εδάφους, κράτησα για τον εαυτό μου δυο: Ότι την Guinness απαγορεύεται να την πιείς μόλις σου τη σερβίρει ο μπάρμαν στο ποτήρι, αλλά πρέπει να περιμένεις το ξεχείλισμα της καθώς και το στέγνωμα του χείλους του ποτηριού, και ότι ποίηση δεν είναι η περιγραφή των συναισθημάτων μας, αλλά η ανάδειξη της αιτίας που τα προκάλεσε.
Από τότε, έμαθα να περιμένω την προπαρασκευή της πλήρους γεύσης και να μην μου παίρνει πολύ χρόνο για να αντιληφθώ τι δεν είναι ποίημα. Και το γραμμάτιο δεν τα πηγαίνει άσχημα, ούτε το επιτόκιο που υποτίθεται ότι θα εισπράξω σε αυτήν, μιαν άλλη ή σε καμιά ζωή. Με προβληματίζει φυσικά το γεγονός ότι μου πήρε 15 χρόνια από την γνωριμία μας, για να γράψω για τον Desmond, αλλά νομίζω ότι ο ίδιος δεν θα έχει παράπονο. Εξάλλου αυτός μου είχε πει να μην βιάζομαι.

                        
*Γεννημένος το 1936 στην πόλη Άθλοουν της Ιρλανδίας, ο Ντέσμοντ Ίγκαν, βαθιά φιλέλληνας, έχει εκδώσει είκοσι τρία βιβλία ποίησης, δύο τόμους δοκιμίων και πρόζας και μεταφράσεις των τραγωδιών «Μήδεια» και «Φιλοκτήτης. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους Ιρλανδούς ποιητές και έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες, όπου έχουν εκδοθεί βιβλία του σε μετάφραση. Το ποίημά του “Ειρήνη(το οποίο απαγγέλει στο βίντεο που ανάρτησα) μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες το 2000. Έχοντας σπουδάσει ιρλανδικά, λατινικά και ελληνικά, εργάστηκε στην εκπαίδευση πριν αφιερωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο το 1987, έτος κατά το οποίο ίδρυσε το διεθνές Φεστιβάλ Τζέραλντ Μάνλεϊ Χόπκινς, του οποίου είναι καλλιτεχνικός διευθυντής. Το 1998, τοποθετήθηκε στην Επιτροπή Πολιτιστικών Σχέσεων του ιρλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών. Το 2001, οι εκδόσεις Νεφέλη εξέδωσαν το βιβλίο του «Ποιήματα», σε μεταφράσεις Γεωργίας Γκίνη και με πρόλογο του Δημοσθένη Κούρτοβικ,-με τον οποίο είναι προσωπικός φίλος- που περιλαμβάνει επιλογές ποιημάτων.