ΓΕΥΣΕΙΣ ΑΠΟ "ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ" ΤΟΥ Π.ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ ΓΙΑ ΤΟΝ Κ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ομιλία του Γ.Χριστοδουλίδη στην παρουσίαση του βιβλίου του Π.Νικολαϊδη "Το Ποίημα και το Φως: Τέσσερα κείμενα για τον Κώστα Βασιλείου*


                                                                                                                                  



Το 2017 χωρίς να προϋπάρξει συμφωνία με τη μοίρα ή με τη μυστική δύναμη που διακανονίζει συμπωματικές συναντήσεις ανθρώπων, γνώρισα δυο τύπους που αποτέλεσαν ένα από τα φεγγοβόλα λογοτεχνικά σημεία αναφοράς στη ζωή μου.

Τον Παναγιώτη Νικολαΐδη που κάθεται εδώ δίπλα και τον Κώστα Βασιλείου που δυστυχώς δεν μπόρεσε να είναι μαζί μας.

Είχα ακούσει γι αυτούς πριν τους γνωρίσω, η φήμη πάντα προηγείται της ζώσας βίωσης , είχα αγαπήσει ποιήματα τους, του Βασιλείου πριν και μετά τον γνωρίσω, του Νικολαΐδη κυρίως μετά τη γνωριμία μας.

Γιατί τα λέω αυτά; Επειδή πιστεύω ότι δεν υπάρχει λόγος να ασχοληθεί κανείς με ένα σύγγραμμα, να εμπλακεί σε μια φιλία, να δώσει τον εαυτό του για ένα ιδανικό, αν η κινητήρια δύναμη των πράξεων του δεν είναι ένα θετικό έναυσμα μια καταφατική ώθηση, ανυστερόβουλη αρκετά, ώστε να μοιάζει ανεξήγητη, ανεξήγητη αρκετά, ώστε να είναι έμπλεη μυστήριου νοήματος.

Επειδή λοιπόν αυτοί οι δυο τύποι μου ενεργοποίησαν συναισθήματα που βλασταίνουν στα πιο γόνιμα εδάφη της ύπαρξης, αρχικά ως ανθρώπινα όντα, αργότερα ως φυσιογνωμίες ποιητικές (το ότι είναι τόσο καλοί σε αυτό κάνουν συνετέλεσε στο να εμπλουτιστεί αυτή η φιλία και με άλλες ουσίες) κάθομαι εδώ τώρα και διαβάζω τούτα τα λόγια με αφορμή το βιβλίο του Νικολαΐδη για τον Βασιλείου που φέρει τον τίτλο Το Ποίημα και το Φως:Τέσσερα κείμενα για την ποίηση του Κώστα Βασιλείου.

Τα διαβάζω με ευφροσύνη και με αίσθημα αμόλυντης ανταπόδοσης κάτι που δεν με καθιστά τον πιο αμερόληπτο παρατηρητή, δεν επιτρέπω όμως σε τίποτα να μου αφαιρέσει αυτή τη χαρά που συνίσταται στο ότι ένας μου φίλος γράφει για έναν άλλο φίλο μου και εγώ ως τρίτος προσκομίζω την πρόσληψη μου.

Ειδικά για τον κύριο Κώστα θέλω να πω ότι ανκαι βρίσκεται πάνω σε αυτή τη γη 85 τόσα χρόνια, καταφέρνει να είναι πιο νέος από μένα, με την αρχαιοελληνική έννοια της λέξης, πιο νέος από πολλούς, και πιστεύω ότι αυτό του το χάρισμα είναι μια πολύτιμη κατάκτηση που εξηγεί ίσως, σε αντίθεση με άλλους καταξιωμένους και μη ομήλικους του, γιατί παραμένει τόσο ακοπλεξάριστος, γενναιόψυχος, θαρραλέος, ξένος προς κάθε ανασφάλεια, ώστε συχνά να επιδιώκει να συνομιλεί με τις νεότερες βιολογικά λογοτεχνικές γενιές του τόπου μας, κάτι που όπως μου έχει εκμυστηρευτεί, αποτελεί γι αυτόν προνόμιο.



Τούτων λεχθέντων, προχωρώ τώρα στο βιβλίο του Νικολαΐδη, το οποίο οφείλω να πω ότι εξέλαβα όταν το διάβασα, ως ενός είδους μάγεμα. Εκπέμπει μια χρονογραφική γοητεία, ίσως επειδή ανήκει σε δυο από τους πιο επιφανείς λογοτέχνες των γενιών που ας πούμε εκπροσωπούν, γενιών χαοτικά απόμακρων, αλλά καίρια και όμοια σημαδεμένων από την ίδια τραγωδία που έπληξε τον τόπο. Λέω «ανήκει» και στους δυο, εννοώντας το ευνόητο: Χωρίς το μεγαλείο της ποίησης του Βασιλείου, δεν θα υπήρχε η λαμπρότητα της αναδίφησης από το συγγραφέα.

Τους δένει λοιπόν αυτό το βιβλίο ως οντότητες, ενώνει όμως και συλλογικά με δεσμούς διαλεκτικούς τη γενιά της ανεξαρτησίας και τη γενιά της αφθονίας. Ταυτόχρονα, εδραιώνει μέσα στο χωρόχρονο την αξιομνημόνευτη σχέση αγάπης και αλληλεκτίμησης που χαρακτηρίζει τον συγγραφέα και τον κύριο Κώστα.

Το πιο ζόρικο δίλημμα για μένα όταν μου ζητήθηκε να μιλήσω για την εργασία του Νικολαΐδη ήταν σε τι να επικεντρωθώ χωρίς να αδικήσω.

Δίχως να έχω βρει οριστική απάντηση, σκέφτομαι πώς μέσα από τα γραφόμενα του Νικολαΐδη για τον Βασιλείου, τη διεισδυτική του ματιά στην παθιασμένη και ενίοτε θυελλώδη λογοτεχνική του πορεία, φωτίζονται κρίσιμες καμπές που συντέλεσαν στην διαμόρφωση της βροντερής λογοτεχνικής φωνής του, των γλωσσικών, υφολογικών και θεματικών του αναζητήσεων, και αναδεικνύονται με μεθοδικό τρόπο, τα ορόσημα που καθόρισαν το παλίμψηστο της ποιητικής του. Ο τίτλος «Το Ποίημα και το Φως» δικαιώνεται και επικυρώνεται από το περιεχόμενο των σελίδων, οι οποίες είναι γεμάτες ποίηση και φως.

Ο συγγραφέας για ακόμη μια φορά επιβεβαιώνει ίσως με τον πλέον ώριμο τρόπο, την δεινότητα που χαρακτηρίζει την κριτική του σκέψη, η οποία τολμώ να ισχυριστώ, συμπυκνώνεται, ιδίως στη συγκεκριμένη περίπτωση, στη δύσκολη ανέλκυση, μέσα από το χαοτική δίνη πληροφοριών και γεγονότων από ταραγμένες κυπριακές δεκαετίες, των πιο κρίσιμων και ζωτικών στοιχείων που εξυπηρετούν το μοντέλο της σκέψης του, συγκροτώντας στη βάση των τεσσάρων άρτιων μελετημάτων του, μια ακέραια συνολική πραγματεία για την ποιητική πορεία του Βασιλείου.

Ειδική αναφορά θέλω να κάνω στις γραμμές που υπεισέρχονται στη τρικυμιώδη σχέση του Βασιλείου με τον κορυφαίο και αγαπημένο για μένα ποιητή, Παντελή Μηχανικό. Δεν θα επεκταθώ, όλα βρίσκονται στις σελίδες του βιβλίου, διαβάστε τες. Θα πω μόνο πως αυτές οι συγκλονιστικές παραθέσεις, με οδήγησαν στο φανταστώ τους δυο μεγάλους μας ποιητές, αρχικά ως φιγούρες ακίνητες στο χρόνο να κοιτάνε ο ένας τον άλλο μετωπικά και στη συνέχεια να σπάνε την ακινησία τους, να αγκαλιάζει ο ένας τον άλλο και να πορεύονται εν ειρήνη στα βάθη καιρών και οριζόντων.

Συνοψίζοντας, πιστεύω ότι άξιζε στον κορυφαίο μας ποιητή μια τόσο εργώδης ερευνητική κατάθεση μόχθου, χρόνου και τέχνης, αλλά άξιζε και στον Νικολαΐδη να συγγράψει αυτό το μικρό κριτικό έπος. Το ένα υποψιάζομαι τροφοδότησε το άλλο, και το αποτέλεσμα είναι ενώπιον μας.

Και οι δυο τους, όντες ακάματοι, ο κύριος Κώστας ανυπότακτος από θανάτους, αναβροχιές, καταιγίδες και λαίλαπες, ριζωμένος βαθιά στη γη που το γέννησε, στη γη που για δεκαετίες ως ερασιτέχνης αγρότης, καλλιέργησε, ο Νικολαΐδης ασταμάτητος περιηγητής και καταγραφέας των διαλειπόντων μικρών ποιητικών θαυμάτων που επισυμβαίνουν που και που σε αυτό τον τόπο , συναποτελούν κύτταρα φωτεινά στο λογοτεχνικό μας στερέωμα.

Συναντημένοι στο μεταίχμιο των καιρών, στις παρυφές των νοητών γενεαλογικών συνόρων ο ένας παίρνει και δίνει στον άλλο χαρμοσύνη και καθαγιασμό που ενίοτε περισσεύουν και για μας.

Καταλήγοντας, θέλω να ευχηθώ από καρδιάς στον κύριο Κώστα να αναρρώσει και να μας καταπλήξει και πάλι με τους στίχους του, την ομορφιά που εκπέμπουν και να του πω ότι πάντα θα θυμάμαι και θα προσέχω το δώρο της επικοινωνίας μας, αλλά και τα δώρα που μου χάρισε κατά καιρούς διάφορα χειροποίητα λικέρ, τα ραδίκια και τα πάσης φύσεως χορταρικά που μου έδινε αλλά και τη συνέντευξη που κάναμε το 2018, και ειδικά την απάντηση του σε μια ερώτηση που του είχα υποβάλει για την ποίηση του: Μου είπε «Η ποίηση μου ωρίμασε στον άνεμο και τη μοναξιά».

Είναι αρκετό να σταματήσει κανείς για μερικές στιγμές και να προσηλωθεί στη φωτογραφία που κοσμεί την αρχική σελίδα του βιβλίου για να αντιληφθεί τι εννοούσε.

Σχόλια

ΔΗΜΟΦΙΛΕΙΣ ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ