Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

ΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΑ ΣΤΑ ΑΡΑΒΙΚΑ

كقشرة الجوزة بعد كسرها 


1. Ο ΚΡΟΤΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ



στον Ορέστη

Θυμάμαι τον πρώτο καιρό στο σχολείο
κρυφόκλαιγα
όταν το χέρι της μάνας μου αποτραβιόταν
κι ένα σιδερένιο χέρι
με χάιδευε στην πλάτη.
Νομίζω
δεν ήταν ότι φοβόμουν τους δασκάλους
τους εξεταστές
τους άγνωστους συμμαθητές
αργότερα τους αξιωματικούς στο στρατό
τους προφέσορες στο πανεπιστήμιο.
Τον ψυκτικό κύκλο της γνώσης τους φοβόμουν.
Τις λέξεις τους
σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη
σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν
ενώ της μάνας μου οι λέξεις
ήταν ζυμωμένες στη στοργή.
Έτσι τώρα
που υποψιάζομαι στον γιο μου τον ίδιο φόβο
λέξεις του ετοιμάζω τα πρωινά
λέξεις αγαπητερές
να τις παίρνει μαζί του
να τον κρατάνε
όταν ο κρότος των ξένων λέξεων
τον περικυκλώσει.



2. ΈΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ



Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα
ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
– Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
– Α, ναι.
Παύση.
– Είναι καλά;
– Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
– Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.
Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.
Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
«Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος,
ποιος είναι;»





3.ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΖΟΣΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ



Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος;





4.ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΗ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ


Παρέλαση στο Παρίσι.
Aπροσδόκητη.
Kατευθυνόμασταν προς την Παναγία των Παρισίων.
Oι χρυσοκόκκινες στολές των λογχοφόρων
τα περιττώματα των αλόγων στο δρόμο
ζευγαράκια που φιλιούνταν
ο Σηκουάνας μια κουρασμένη κατάφαση
τουρίστες να ψάχνουν το σωστό μέρος
σουβενίρ και περίεργες ουρές περιέργων.
Σε λίγο θα χτυπήσουν οι καμπάνες
και με βάση το πρόγραμμα
ο Kουασιμόδος θα πηδήξει στο κενό
καταχειροκροτούμενος.





5. Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ



Κοιμάται αποκαμωμένη
διαγώνια του κρεβατιού
και δεν ξέρω καν αν αναπνέει.
Δίπλα της
ξαπλωμένος ο γιος μου
σκεπασμένος με φύλλα της νύχτας.
Η μυστική ανεμόσκαλα της σελήνης
θα ξεδιπλωθεί
αλλά θα την ανέβω πάλι μόνος.
Εκείνη θα ξυπνήσει
θα προσέξει της ανεμόσκαλας την άσκοπη αιώρηση
και θα τη μαζέψει
θα τη βάλει στο ντουλάπι
όπως τόσα άλλα πράγματα
που ανεξήγητα κάποτε
ρίχνει ο ουρανός.



6.ΔΟΥΛΕΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΔΑΡΙΟΥ



στον Θεόδωρο



Ο γιος μου
δουλεύει στα σίδερα
έρχεται κατακομμένος
δουλεύει γκαρσόνι
για τα φιλοδωρήματα
τον λιώνουν τα βλέμματα
ο γιος μου κάνει θελήματα
πεθαίνει ο ήλιος μέσα του.
Ο γιος μου μαζεύει ελιές
μαυρίζουν πίκρα τα χέρια του.
Είναι καλός ο γιος μου
ομορφόπαιδο
όλοι τον αγαπούν.
Κάποτε τον φωνάζουν
και σε άλλες δουλειές
κάποτε
τον φωνάζουν
από τους ουρανούς
να κάνει τον άγγελο
να ανεβάσει τους πληγωμένους.





7.ΕΠΙΣΦΑΛΗΣ ΚΑΤΑΜΕΤΡΗΣΗ



Το τηλεγράφημα αναφέρει:
Από βομβιστική επίθεση
σχεδόν ογδόντα νεκροί στο Ιράκ.
Προφανώς κάποιους δεν καταμέτρησαν
προφανώς για κάποιους δεν ήταν βέβαιοι.
Σχεδόν νεκροί;
Σχεδόν ζωντανοί;
Προφανώς ο αριθμός φάνηκε επαρκής
στα σχολεία οι μαθητές μαθαίνουν αριθμητική
ένα κι ένα κάνουν δύο
δύο και δύο τέσσερα
στα σχολεία οι μαθητές δεν μαθαίνουν
πως τόσα και τόσα είναι σχεδόν τόσα
δεν διδάσκονται
την επισφαλή σχετικότητα
των μαθηματικών του πολέμου.



8.OΙ ΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ


Tα όργανα είναι η ανάγκη μας
να ακούσουμε κάτι άλλο,
εκτός από την ηλίθια φωνή μας.
Όμως μέσα απʼ τους ήχους του βιολιού
καταλαβαίνεις τη σημασία της σιωπής
και του θανάτου.
Oι βιολιστές θαʼ πρεπε ναʼ ταν νάνοι·
όταν πεθαίνουν να τους θάβουν
μέσα στις θήκες των βιολιών τους.



9.ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΕ


Πάνω στο κορμί μου
η σκόνη του δρόμου
που πέρασες
τα πόδια μου βαραίνει
η δική σου κούραση.
Πολύ πριν υπάρξεις
σε περίμενε η πόρτα μου.
Εκείνος ο άγνωστος ξυλουργός
που την έφτιαχνε
– τραγουδούσε.



10.ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ



Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.




Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018 - ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο Δήμαρχος και τα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου Στροβόλου


σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου

“ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018”

που διοργανώνουν η Δημοτική Βιβλιοθήκη Στροβόλου

και ο Εκδοτικός Οίκος “ΚΥΜΑ”

την Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2018 και ώρα 7:30 μ.μ.
στο Πολιτιστικό Κέντρο Στροβόλου (Αρχ. Κυπριανού, 34).


Πρόγραμμα εκδήλωσης:



• Χαιρετισμός από τον κ. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους, Δήμαρχο Στροβόλου
• Συντονισμός-Εισαγωγή από τον Δρ Αντώνη Κ. Πετρίδη,
Αναπληρωτή Καθηγητή του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου
• Ομιλία από την Εύα Πολυβίου, Διδάκτορα Αρχαίας Ιστορίας, Αγγλική Σχολή Λευκωσίας
• Σύντομες παρεμβάσεις από τους ανθολόγους, Γιώργο Χριστοδουλίδη και Παναγιώτη Νικολαΐδη
• Απαγγελίες ποιημάτων από τους ανθολογημένους ποιητές

Θα ακολουθήσει δεξίωση

• Διάρκεια εκδήλωσης: 90’
• Π.Α. ΤΗΛ. 22311534
• Η εκδήλωση τελεί υπό την αιγίδα του Δημάρχου Στροβόλου, κ. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2018

"ΤΑ ΚΙΝΟΥΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΜΙΑΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ"


ΟΙ Γ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ - Π. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ΑΝΘΟΛΟΓΟΥΝ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΑ… ΑΠΟΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

«ΒΛΕΠΟΥΜΕ, ΑΦ’ ΕΝΟΣ, ΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΜΙΑΣ ΠΡΩΤΟΦΑΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΕΥΘΥΝΟΤΗΤΑΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ, ΚΑΙ, ΑΦ’ ΕΤΕΡΟΥ, ΜΙΑ ΕΞΙΣΟΥ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗ ΚΑΙ ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑΣ. ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ, Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΚΑΛΕΙ ΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΕΝΑ ΑΙΣΘΗΜΑ ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗΣ ΚΑΙ, ΤΕΛΙΚΑ, ΑΠΑΞΙΩΣΗΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ»

«Οι πολιτικοί μας δεν είναι τίποτε άλλο από παιδιά ενός πελατειακού κράτους, το οποίο κτίστηκε από το 1960 με μεγάλη επιμέλεια. Είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που κάναμε με τόση μεθοδικότητα και επιτυχία. Το πιο τραγικό, δε, είναι ότι και οι νέοι πολιτικοί δεν αποτελούν τίποτε άλλο από κακά αντίγραφα αυτού του πελατειακού συστήματος»

Συνέντευξη στον Μιχάλη Παπαδόπουλο

Παρέδωσαν, πρόσφατα, στο κοινό αλλά και στην ασύγγνωστα εθελοτυφλούσα γραμματολογική έρευνα μια εξαιρετικά σημαντική ανθολογία της σύγχρονης κυπριακής ποίησης (Εκδόσεις κύμα, 2018), προκειμένου να χαρτογραφηθεί, «εν είδει πρακτικού γραμματολογικού οδηγού», η «λογοτεχνική ιστορία έξι, σχεδόν, δεκαετιών κυπριακής ποίησης».
Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης και ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, εξέχοντες, οι ίδιοι, εκπρόσωποι, της τρίτης, μετά την ανεξαρτησία, ποιητικής γενιάς, μιλούν στη «Σ» για το… πόνημά τους, αλλά και ανθολογούν τα… αποποιήματα της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας, με τη χαρακτηριστική αυστηρότητα του ποιητή-ανθολόγου.

Μ.Π. Πώς προέκυψε η ιδέα της ανθολογίας;

Γ.Χ. Ήταν ιδέα και πρωτοβουλία του εκδότη του «κύματος», Γιώργου Δάγλα, ενός πάρα πολύ αξιόλογου ποιητή, με τον οποίο μας συνδέει στενή φιλία… Μέσα από συζητήσεις και ανταλλαγή απόψεων, τόσο μεταξύ μας όσο και με τον Γιώργο, η ιδέα αυτή μπήκε στον δρόμο της υλοποίησης.

Μ.Π. Τι αποκομίσατε μέσα από την εκχέρσωση των γόνιμων ή και άγονων εδαφών της σύγχρονης κυπριακής ποιητικής παραγωγής;

Π.Ν. Ήταν μια γόνιμη προσπάθεια, και το συμπέρασμα που εξάγεται μέσα από αυτήν είναι ότι η σύγχρονη κυπριακή ποίηση είναι μια πολύ αξιόλογη ποίηση. Δυστυχώς, όμως, δεν έχει βρει την ανταπόκριση που της αρμόζει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Αυτό, νομίζω, ήταν και μία από τις κινητήριες πεποιθήσεις μας, ώστε να αποδεχθούμε αυτήν την πολύ σημαντική πρόταση.
Νομίζω ότι μέσα από αυτήν την εμπειρία καταφέραμε να θέσουμε σ’ ένα βιβλίο τα κατ’ εμάς αξιόλογα ποιήματα και τους αξιόλογους ζώντες δημιουργούς της ανεξαρτησιακής και εντεύθεν περιόδου. Γεγονός που καταδεικνύει ότι η κυπριακή ποίηση είναι πολύ αξιόλογη και μπορεί να αναμετρηθεί με την ποίηση που παράγεται παγκοσμίως.
Γ.Χ. Συμφωνώ, προσθέτοντας ότι, στις καλύτερές της στιγμές, η κυπριακή ποίηση είναι συγκλονιστική. Αυτό που μας επέτρεψε να το διαπιστώσουμε, αλλά και να το επαναβεβαιώσουμε, καθ’ ότι τους πλείστους ποιητές τους γνωρίζαμε, ήταν το γεγονός ότι αυτή η ανθολογία απλώθηκε σε διάρκεια εξήντα χρόνων, συμπεριλαμβάνοντας ποιητές των τεσσάρων λογοτεχνικών γενεών, όπως τις έχει καθορίσει, με ακρίβεια και στέρεα λογοτεχνικά κριτήρια, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης. Έτσι, έχουμε ποιητές από τη γενιά του ’60 μέχρι σήμερα. Από μόνο του το γεγονός αυτό καταδεικνύει το εύρος αλλά και τη σημαντικότητα της ποιητικής παραγωγής που σημειώθηκε και σημειώνεται στον τόπο μας…
Π.Ν. Συμπληρώνοντας, να πω ότι, μέσα, ακριβώς, από αυτό το χρονικό άνοιγμα της λογοτεχνικής βεντάλιας παρατηρούμε πως, πράγματι, παράγεται συγκλονιστική ποίηση στον τόπο μας, που νομίζω, όπως το έχουμε θέσει και στην εισαγωγή μας, μπορεί να αναμετρηθεί με το διηνεκές.

Μ.Π. Θεωρείτε, λοιπόν, ότι καλύπτετε ένα σημαντικό κενό όσον αφορά την πρόσληψη και μελέτη της σύγχρονης κυπριακής ποίησης;

Γ.Χ. Θεωρώ, όντως, ότι καλύπτεται ένα σημαντικό κενό, καθώς, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει υπάρξει, μέχρι στιγμής, ανάλογο εγχείρημα στη γραμματολογία μας. Καλύπτοντας αυτό το κενό, έχω την αίσθηση, ταυτόχρονα, κι αυτό μπορεί να εκληφθεί ως ένα είδος αυτοκριτικής, ότι, εντελώς ακούσια, παραλείψαμε, κάτω από την πίεση του χρόνου αλλά και του περιορισμένου χώρου, ορισμένους - ευάριθμους - ποιητές, οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να συμπεριληφθούν. Αυτό δεν έγινε σκόπιμα, και δεν πρέπει να μας οδηγεί στο να χάνουμε το δάσος, βλέποντας μόνο το δέντρο. Τελικός, πάντα, κριτής είναι ο αναγνώστης και ο χρόνος. Ωστόσο, η συνολική προσπάθεια και οι στόχοι που τέθηκαν φρονώ ότι, σε μεγάλο βαθμό, έχουν ευοδωθεί.

Μ.Π. Πέρα από τα απροϋπόθετα συμπεφωνημένα της σύμπραξής σας, υπήρξαν και οιεσδήποτε διαφωνίες;

Π.Ν. Διαφωνίες υπήρχαν, εκατέρωθεν. Μέσα από τη συζήτηση, όμως, και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις φτάναμε σε κοινά αποδεκτούς τόπους… Θα πρέπει να πω, ωστόσο, ότι αυτές αφορούσαν, κυρίως, επιμέρους ζητήματα και όχι την ουσία των προσεγγίσεων.
Γ.Χ. Να αναφέρουμε ότι η ανθολογία συμπεριλαμβάνει 47 ποιητές, τους οποίους θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε και δημοσία για τη συνεργασία, αλλά και για τη συνέπειά τους, η οποία ήταν πολύ υποβοηθητική στο έργο μας.

Μ.Π. Αν σας έλεγε κάποιος, πέρα από ποιήματα, να… ανθολογήσετε τα κύρια προβλήματα της εποχής και, ιδία, αυτά που αντιμετωπίζει σήμερα η κυπριακή κοινωνία, πώς θα τα ιεραρχούσατε;

Π.Ν. Νομίζω ότι τα κακά που βιώνει σήμερα η κυπριακή κοινωνία δεν προέρχονται μόνον από μέσα, δεν είναι, δηλαδή, μόνον αυτοφυή, αλλά προέρχονται και από έξω. Αναφέρομαι στα ισχυρά κράτη και στο διεθνές Κεφάλαιο, που καθορίζουν αμείλικτα τις τύχες των λαών. Ένα κλασικό παράδειγμα της σύγχρονης ιστορίας είναι η συμφωνία της Γιάλτας, όπου οι τρεις νικήτριες δυνάμεις του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κατακερμάτισαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής. Στο εσωτερικό, τώρα, υπάρχουν περισσότερα προβλήματα και θεωρώ ότι είναι καιρός να εγκύψουμε στην ουσία τους…

Η απαξίωση της πολιτικής

Μ.Π. Προβλήματα που, εν πολλοίς, αντανακλούν και στο κάτοπτρο του εθνικού μας προβλήματος…

Π.Ν. Ασφαλώς… Πρωτεύον, θα έλεγα, είναι το άκρως αντιπαραγωγικό μοντέλο που έχουμε, από την ίδρυση κιόλας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από τη μια, έχουμε μια οικονομική εμμονή στον τουρισμό, αποκλείοντας άλλους παράγοντες, όπως η έρευνα κ.λπ., που θα μπορούσαν να στρέψουν την παραγωγικότητα προς άλλες κατευθύνσεις, και, από την άλλη, το κράτος, μ’ έναν μηχανισμό μαμούθ, δυσλειτουργικό και αναποτελεσματικό, που οδηγεί τα πράγματα στον βυθό.
Αν συμπεριλάβουμε σ’ αυτά τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή και το ρουσφέτι, νομίζω ότι η εικόνα έχει κλείσει. Αντιμετωπίζουμε, παράλληλα, την πλήρη απαξίωση της πολιτικής. Γιατί; Γιατί βλέπουμε, αφ’ ενός, την εκδήλωση μιας πρωτοφανούς πολιτικής ανευθυνότητας εκ μέρους των πολιτικών, και, αφ’ ετέρου, μια εξίσου πρωτοφανή και σκανδαλώδη κατάσταση ατιμωρησίας. Ατιμωρησία, η οποία προκαλεί στους πολίτες ένα αίσθημα αγανάκτησης και, τελικά, απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών, οι οποίοι θα έπρεπε να είναι οι οδηγοί σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές που η πατρίδα μας βάλλεται και έσωθεν και έξωθεν.
Τέλος, όλο αυτό συμβαίνει, γιατί δεν είναι μόνον πολιτική και οικονομική η κρίση, αλλά πρωτίστως πνευματική. Δυστυχώς, έχουμε, με μιαν ασύγγνωστη αβελτηρία, παραμελήσει, εδώ και χρόνια, την παιδεία μας, σαν να είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης. Το γεγονός αυτό, νομίζω δημιουργεί αλλεπάλληλους κύκλους στον βάλτο όπου ζούμε και φτάνει σε όλες τις διαστάσεις της δημόσιας ζωής.
Έχουμε απομακρυνθεί από την ταυτότητα και τις ρίζες μας, καθιστάμενοι κινούμενα προσωπεία, χωρίς ένα κοινό, συλλογικό όραμα. Δεν μπορούμε, ως λαός, ως κράτος ή ως έθνος να οραματιστούμε ένα κοινό μέλλον. Μέγιστο παράδειγμα, το κυπριακό πρόβλημα, η αξιοποίηση του φυσικού πλούτου ή η διαμόρφωση μιας κοινής πολιτικής μεταξύ Ελλάδας-Κύπρου. Δεν γνωρίζω πώς μπορεί να αλλάξει αυτή η κατάσταση, αφού τα πράγματα φαίνεται να οδηγούνται, νομοτελειακά, στην καταστροφή ή στην… αναγέννηση, δεν ξέρω…

Μ.Π. Ίσως, με μια μεταρρύθμιση στη συλλογική μας νοόσφαιρα…

Π.Ν. Για να μην πω στη συλλογική μας… ζωόσφαιρα.

Εγκλήματα χωρίς τιμωρία

Γ.Χ. Από το 1974 μέχρι σήμερα έχουν διαπραχθεί εναντίον αυτού του λαού σωρεία ειδεχθών, αλλ’ ατιμώρητων εγκλημάτων. Πρώτο έγκλημα, το πραξικόπημα και η τουρκική εισβολή, χωρίς οιοσδήποτε ένοχος να πληρώσει. Ακολούθησαν άλλα εγκλήματα: η μεγάλη απάτη του Χρηματιστηρίου, η τραγωδία στο Μαρί, η κατάρρευση της οικονομίας, εσχάτως ο Συνεργατισμός… Ποιο είναι το μήνυμα που εστάλη; Πολύ απλά, ότι δύναται, ο οιοσδήποτε, να παραβιάσει οποιονδήποτε, εσωτερικό ή διεθνή, νόμο ατιμωρητί, διατηρώντας, μάλιστα, τα «οφέλη» των έκνομων πράξεών του. Δεν νομίζω να υπάρχει πιο ισχυρό έναυσμα για την εμφάνιση και εμπέδωση μιας φαύλης νοοτροπίας, η οποία, δυστυχώς, τείνει να διαπεράσει τα πάντα. Ακόμα και τις νεότερες γενιές.
Αυτό το δηλητήριο έχει εισχωρήσει παντού, εμβάλλοντας την κοινωνία μας σε μια διαδικασία αργού θανάτου. Η παιδεία και ο πολιτισμός θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα αντίδοτο. Δυστυχώς, όμως, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Οι λόγοι, γι’ αυτό, είναι πολλοί, και η συγκεκριμένη περίσταση δεν αρκεί για να τους απαριθμήσουμε. Το πρόβλημα, ίσως, ξεκινά από το ίδιο το κράτος, το οποίο δεν θέλει πολίτες εφοδιασμένους με κρίση.
Αυτή η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πολιτισμό και παιδεία, γι’ αυτό μας έχουν επιβληθεί συνθήκες περίπου απολίτιστης απαιδευσίας. Έχουν καταντήσει μια στείρα γραφειοκρατική διαδικασία, προσανατολισμένη προς αλλότριους σκοπούς. Υπάρχουν, ωστόσο, κράτη, όπως οι σκανδιναβικές χώρες, για να φέρω ένα παράδειγμα, για τα οποία ο πολιτισμός αποτελεί πρώτιστη μέριμνα. Εδώ βλέπουμε, δυστυχώς, φαινόμενα αναλγησίας, αδιαφορίας και ψυχρότητας…

Πολιτισμική διάβρωση

Π.Ν. Νομίζω ότι και οι τρεις, ως λογοτέχνες, αντιλαμβανόμαστε αυτόν τον λευκό πόλεμο, αυτό το πέπλο, που απλώνεται, διαβρωτικά, πάνω από τον πολιτισμό. Μόνοι εκδίδουμε τα βιβλία μας, χωρίς καμιά οικονομική στήριξη, και εύγλωττο παράδειγμα είναι η παρούσα ανθολογία. Η οποία είναι αποτέλεσμα μιας ιδιωτικής προσπάθειας και πρωτοβουλίας…
Γ.Χ. Η οποία θα μπορούσε να μην υπάρξει…
Π.Ν. Κατέστη δυνατή, γιατί ανέλαβε αυτήν την προσπάθεια ένας εκδότης στην Ελλάδα, αξιοποιώντας τον δικό μας μόχθο και κόπο. Και βασίστηκε στην πεποίθηση ότι η κυπριακή ποίηση πρέπει να διαβάζεται, αλλά και να αναγνωρίζεται στον ελλαδικό χώρο. Για παράδειγμα, στα ελληνικά αναγνωστικά, ποιοι Κύπριοι συγγραφείς περιλαμβάνονται;
Γ.Χ. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, αγνοούμενοι…
Π.Ν. Είναι δυνατόν, ένας Βασίλης Μιχαηλίδης να μην αναγνωρίζεται; Τον Μόντη, τον Κ. Χαραλαμπίδη, τον Πασιαρδή, τον Μηχανικό, τον Ανθία, πόσοι τους γνωρίζουν; Και μιλάμε για λογοτέχνες που έχουν ολοκληρώσει σχεδόν τον κύκλο τους…
Γ.Χ. Πόσω μάλλον για νεότερους, που τώρα βρίσκονται στην ακμή τους… Αλλά και το ίδιο το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα, σε μεγάλο βαθμό τούς αγνοεί επιδεικτικά. Μας φοβούνται, φοβούνται τη λογοτεχνία, διότι η λογοτεχνία ξυπνά ή διαμορφώνει συνειδήσεις, δεν θέλουν τη λογοτεχνία στα σχολεία, στην εκπαίδευση, στην καθημερινότητα, διότι αν οι νέες γενιές έχουν αυτόφωτη σκέψη, αν είναι μυημένες στα πιο ανατρεπτικά και μεγαλειώδη λογοτεχνικά έργα, αν έχουν συνεπώς αναπτύξει προσωπικότητα μέσα από μια τέτοια Παιδεία, κρίση, που σημαίνει πρωτίστως αμφισβήτηση, αξίες αδιαπραγμάτευτες, πώς θα στηριχτεί το σαθρό υποσύστημα του πελατειακού κράτους, που με τόσο κόπο έχουν χτίσει και συντηρούν;

Πεπαλαιωμένες πρακτικές

Μ.Π. Σ’ αυτήν την έκδοση δεν είχατε καθόλου την αρωγή του αρμόδιου υπουργείου;

Γ.Χ. Τώρα που εκδόθηκε το βιβλίο, ελπίζουμε ότι θα υπάρξει, έστω μια στήριξη στην προώθηση της ανθολογίας. Δεν θέλουμε να αμφισβητήσουμε τις καλές προθέσεις των αρμόδιων υπηρεσιών, όμως, εκείνο που συνιστά πρόβλημα, κατά τη γνώμη μου, είναι η εμμονή σε πεπαλαιωμένες πρακτικές, η άρνηση αποδοχής και αφομοίωσης νέων αντιλήψεων ως προς το πώς το κράτος μπορεί να συμβάλει στην προώθηση της δικής του πολιτισμικής παραγωγής. Χωρίς, βεβαίως, να φθάνουμε στο άλλο άκρο, της ποδηγέτησης και χειραγώγησης. Ο συγγραφέας πρέπει να είναι ελεύθερος να δημιουργεί, χωρίς να εξαρτάται από κανένα κράτος σ’ αυτό που κάνει.
Από την άλλη, το κράτος έχει ηθική και πολιτισμική ευθύνη να συμμετέχει στην προώθηση της λογοτεχνίας και της πολιτισμικής παραγωγής. Και δεν εννοώ με αυτό, τη συμμετοχή στο τι γράφεται και λέγεται, όπως γινόταν και γίνεται στα δικτατορικά καθεστώτα. Αυτό το κάνουν οι θαυμαστές, για μένα, σκανδιναβικές χώρες - και το βίωσα διά ζώσης -, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα στους λογοτέχνες τους να απομονωθούν για ένα ικανό χρονικό διάστημα και να γράψουν τα βιβλία τους, τα οποία, ακολούθως, το ίδιο το κράτος εκδίδει και διανέμει. Αυτά, βεβαίως, μπορεί να ακούγονται ουτοπικά σε χώρες όπως τη δική μας. Είμαι σίγουρος ότι, αν ένας Κύπριος συγγραφέας τολμούσε να διανοηθεί και να ζητήσει κάτι τέτοιο, θα τον θεωρούσαν τρελό…

Πελατειακό κράτος

Μ.Π. Γίνεται λόγος για πνευματικό έλλειμμα, έλλειμμα παιδείας κ.λπ. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη σας, σε έλλειμμα πνευματικής ηγεσίας, έλλειψη οράματος ή στη μη ύπαρξη αποτελεσματικών δομών μετάδοσης και αξιοποίησης της κουλτούρας;

Γ.Χ. Οι πολιτικοί μας δεν είναι τίποτε άλλο από παιδιά ενός πελατειακού κράτους, το οποίο κτίστηκε από το 1960 με μεγάλη επιμέλεια. Είναι ίσως το μοναδικό πράγμα που κάναμε με τόση μεθοδικότητα και επιτυχία. Το πιο τραγικό, δε, είναι ότι και οι νέοι πολιτικοί δεν αποτελούν τίποτε άλλο από κακά αντίγραφα αυτού του πελατειακού συστήματος…

Μ.Π. Και δεν βλέπουμε να υπάρχουν καθόλου πολιτικές πατροκτονίες…

Γ.Χ. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι τα πράγματα με τους νέους πολιτικούς είναι ακόμη χειρότερα, καθ’ ότι οι παλαιότεροι είχαν και κάποιες ικανότητες - λόγου χάριν ο νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως τού αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς μαζί του, είναι ένας πολιτικός με ικανότητες. Αντί, λοιπόν, οι νέοι πολιτικοί να φέρουν την ανατροπή και τη ρήξη με το παλιό, προτείνοντας ένα νέο όραμα, λειτουργούν ως ομοιώματα αυτού που υπάρχει και ως γνήσιοι φορείς μιας τραγικής αναπαλαίωσης των πραγμάτων.
Π.Ν. Ασφαλώς δεν ευθύνονται για όλην αυτήν την κατάσταση μόνο οι νέοι, για τους οποίους έχουμε πάντα έτοιμη μια εύκολη αντίδραση απαξίωσης. Προσωπικά, ελπίζω στους νέους και, συνακόλουθα, στους νέους πολιτικούς. Διαφορετικά, θα έπρεπε να βρούμε τον τρόπο και τον χρόνο μιας ήσυχης και νηφάλιας συλλογικής αυτοκτονίας. Το πρόβλημα νομίζω βρίσκεται στο ίδιο το κομματικό σύστημα, το οποίο δημιουργεί τις δομές αναπαραγωγής και διαιώνισης αυτής της νοσηρής κατάστασης, αποκλείοντας τους πραγματικά ικανούς…

Μ.Π. Ίσως, λοιπόν, θα έπρεπε να επανεξετάσουμε και την έννοια της ίδιας της πολιτικής ελίτ, διερωτώμενοι κατά τι το πολιτικό μας προσωπικό αποτελεί «ελίτ», πέραν, ασφαλώς, από την παραδοσιακή διάσταση της προνομίας. Προσωπικά, μου ακούγεται σαν σχήμα οξύμωρο, αφού, πώς μπορεί να αποκαλείς ελίτ τους φορείς αλλεπάλληλων παταγωδών αποτυχιών, που είναι, ταυτόχρονα, αγωγοί μιας πολιτισμικής και πνευματικής ένδειας;

Π.Ν. Σαφώς πρόκειται για σχήμα οξύμωρο. Πρόκειται, μάλλον, για ελίτ των πολιτικών καταχρήσεων και των δημαγωγιών. Αν αναζητούμε «ελίτ» στην κυπριακή πραγματικότητα, προφανώς δεν είναι στην πολιτική που πρέπει να την αναζητήσουμε, αλλά αλλού.

Ο ρόλος των διανοουμένων

Μ.Π. Εδώ, ακριβώς, ανακύπτει και ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων και διανοουμένων, στα δυσχερή, ιστορικά και πολιτισμικά, συμφραζόμενα του τόπου.

Π.Ν. Ο ρόλος των πνευματικών ανθρώπων είναι πρωτίστως να δημιουργούν ελεύθερα…
Γ.Χ. Να γράφουν καλά ποιήματα, καλά μυθιστορήματα, καλά διηγήματα, αν μιλάμε για συγγραφείς…
Π.Ν. Και, όταν χρειάζεται, καλή ώρα σήμερα, να λένε ελεύθερα την άποψή τους, με οποιοδήποτε κόστος.
Γ.Χ. Είναι τραγικό αυτό που παρατηρείται τα τελευταία, τουλάχιστον, χρόνια, με την προσπάθεια κάποιων πολιτικών δυνάμεων να ποδηγετήσουν, κρυφίως και με ύπουλο τρόπο, τον χώρο του πολιτισμού, προβάλλοντας καλλιτέχνες με μοναδικό κριτήριο την κομματική και ιδεολογική τους τοποθέτηση και, πολλές φορές, τη θέση τους στο Κυπριακό! Είναι κάτι τρομακτικό που, δυστυχώς, έχει ενσπείρει έναν διχασμό στη λογοτεχνική κοινότητα της Κύπρου, που δεν υπήρχε προηγουμένως.
Παλαιότερα, το κύριο και συχνά αποκλειστικό κριτήριο ήταν η εκτίμηση για την ποιότητα του έργου του εκάστοτε συγγραφέα. Τώρα, δυστυχώς, έχουν παρεισφρήσει, τεχνηέντως, άλλα κριτήρια, ιδεολογικά και κομματικά, από ανθρώπους κακόβουλους, με στόχο να δημιουργηθεί μια «αόριστα» στρατευμένη λογοτεχνία, που να εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, αποκλείοντας τη μεγαλύτερη μερίδα των λογοτεχνών, οι οποίοι έχουν διαφορετικές ιδεολογικές αντιλήψεις ή και διαφορετικές απόψεις ως προς τη λύση του Κυπριακού. Πρόκειται, πραγματικά, για ένα θλιβερό φαινόμενο…
Π.Ν. Το ζήτημα της λύσης του Κυπριακού, όπως διαθλάται στη σύγχρονη κυπριακή λογοτεχνία και στις θεσμικές μορφοποιήσεις της, έχει πάρει, ιδίως τα τελευταία χρόνια, μια επικίνδυνη τροπή. Η αντίθεση που εκφράζει ο Γιώργος σ’ αυτό το πράγμα, είναι απολύτως νόμιμη. Αυτή η παραμορφωτική παρέμβαση, όμως, δεν παρατηρείται μόνο στον χώρο της λογοτεχνίας, αλλά σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής. Τα κόμματα, δυστυχώς, έχουν μετατραπεί στη χείριστη κακοδαιμονία της ζωής μας, εισδύοντας, παντού, μ’ έναν διαβρωτικό τρόπο…
Γ.Χ. Είναι τυχαίο, άραγε, που περισσότερο από το ένα τρίτο των ψηφοφόρων έχουν αποστεί του ιερού δικαιώματος της ψήφου;

Μ.Π. Θεωρείτε ότι θα μπορούσε να υπάρξει μια επανεπινόηση της πολιτικής, μέσα από άλλες μορφές πολιτικοποίησης, που παρακάμπτουν τα κόμματα;

Γ.Χ. Ναι, χρειαζόμαστε άλλες μορφές πολιτικής έκφρασης, καθώς το πεπαλαιωμένο κομματικό σύστημα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σύγχρονες ανάγκες και απαιτήσεις. Εδώ θα ήθελα, ωστόσο, να επισημάνω ότι, μέσα στον ωρυμαγδό της επιπεδότητας και της δημαγωγίας, ο οποίος μας κατακλύζει καθημερινά, υπάρχουν και μερικές φωτεινές πολιτικές εξαιρέσεις, για διαφορετικούς λόγους η καθεμιά, όπως ο ΥΠΕΞ Νίκος Χριστοδουλίδης και ο Γιώργος Κολοκασίδης. Αλλά, δύο… δέντρα, δεν πρέπει να μας αποκρύπτουν το δάσος…

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018

Αποτελεί κοινό τόπο ότι η Κύπρος, γνωστή και ως “νήσος των ποιητών και των αγίων”, διαθέτει μια πλούσια ποιητική παράδοση, η οποία, όμως, δεν έχει ακόμη βρει την ανταπόκριση και αναγνώριση που αξίζει στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Λαμβάνοντας, λοιπόν, τούτο υπόψη, η ανά χείρας ανθολογία έχει ως κύριο στόχο να αναδείξει τον χαρακτήρα και την αισθητική ποιότητά της κυπριακή ποίησης, προβάλλοντας δείγματα τόσο από τα ήδη αναγνωρισμένα επιτεύγματα όσο και σημαίνουσες ψηφίδες από πιο σύγχρονες εκφραστικές μορφές εξέλιξής της, δημιουργώντας έτσι μια νεόδμητη γέφυρα επικοινωνίας με το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αλλά και με τον ευρύτερο κορμό της ελληνικής λογοτεχνίας.
Ο πιο πάνω οραματισμός ενέπνευσε και κινητοποίησε, πρώτα τον ποιητή-εκδότη Γιώργο Δάγλα και ακολούθως τους ανθολόγους, να επιχειρήσουν και, εν τέλει, να υλοποιήσουν το εγχείρημα της συγκέντρωσης του ποιητικού απανθίσματος που έχετε ενώπιον σας. Και με αυτό τον τρόπο φιλοδοξούμε ότι η ανθολογία θα αποτελέσει έναυσμα ώστε να ανανεωθεί το ενδιαφέρον για την ποίηση που παράγεται στο νησί, η οποία ενώ στις καλύτερες της στιγμές δείχνει επαρκώς εξοπλισμένη να αναμετρηθεί με το διηνεκές του χρόνου, παραμένει ακόμη σε σημαντικό βαθμό αδικαίωτη κι αχειροκρότητη σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά, όπως εύστοχα έχει διατυπώσει ο σημαντικότερος ποιητής της νεότερης κυπριακής ποίησης, Κώστας Μόντης.
Η παρούσα ανθολογία συμπυκνώνει κοπιώδεις προσπάθειες να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν ευρύτερη αλλά και προσεκτική παράθεση των πιο αξιόλογων φωνών των εν ζωή Κύπριων ποιητών, αρχής γενομένης από τη γενιά της Ανεξαρτησίας μέχρι τις μέρες μας. Αυτή τουλάχιστον ήταν η αποκλειστική φροντίδα και το ειλικρινές μέλημα των ανθολόγων της. Βασικά κριτήρια του εγχειρήματος ήταν η ποιότητα του ποιητικού υλικού, η ικανότητα των ποιημάτων να μιλήσουν από μόνα τους, δίχως μεσολαβήσεις και ανούσιους εξωραϊσμούς, αλλά και η αντιπροσωπευτικότερη εκπροσώπηση των τεσσάρων λογοτεχνικών γενεών που παρατίθενται (1. γενιά της Ανεξαρτησίας, 2. γενιά της Εισβολής, 3. γενιά της Κατοχής και της αφθονίας, 4. νεότερη, ακόμη αδιαμόρφωτη, ομάδα ποιητών), προκειμένου η παρουσία τους να χαρτογραφεί, εν είδη πρακτικού γραμματολογικού οδηγού, τη λογοτεχνική ιστορία έξι, σχεδόν, δεκαετιών κυπριακής ποίησης. Κι είναι για τούτο που η ανθολογία εστιάζει σε ζώντες δημιουργούς των οποίων η ποίηση αποτελεί είτε την αποκλειστική είτε την κυριότερη δημιουργική ενασχόλησή τους.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, η έκδοση επιδιώκει να αποτελέσει μια σημαντική και χρήσιμη προσθήκη στην προβολή και μελέτη της κυπριακής ποίησης, η οποία αποτελεί ανθισμένο κλαδί της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, με τις ιδιαιτερότητες, και τις ιδιομορφίες της ανθρωπογεωγραφίας, του τόπου και της διαλέκτου, να λειτουργούν, όπως είναι πεποίθησή μας, μόνο εμπλουτιστικά και επιβεβαιωτικά. Ο αναγνώστης, λοιπόν, της ανθολογίας δεν θα αργήσει, κατά την άποψή μας, να διαπιστώσει ότι και η θεματολογία της νεότερης λογοτεχνίας της Κύπρου, παρά τις όποιες μορφολογικές και υφολογικές διαφοροποιήσεις που αναπόφευκτα υπάρχουν από γενιά σε γενιά, υπήρξε πάντα προσανατολισμένη στις πολιτιστικές και ιστορικές εξελίξεις του νησιού όσο και του ελληνισμού γενικότερα. Εκτείνεται δε, συχνά, και πέραν αυτών, αγγίζοντας οικουμενικά και πανανθρώπινα ζητήματα, τα οποία αναδεικνύει άλλοτε με λυρισμό και στοχασμό κι άλλοτε με απαλή ή καυστική ειρωνεία.
Καθοριστικό ιστορικό γεγονός, που αποτελεί μέχρι και σήμερα βασική πηγή από την οποία οι Κύπριοι ποιητές αντλούν έμπνευση, είναι η διπλή τραγωδία τού 1974, καθώς και η συνεχιζόμενη τούρκικη κατοχή, που με τις ολέθριες επιπτώσεις τους σημάδεψαν ανεξίτηλα και επηρεάζουν ακόμη μέχρι τις μέρες μας κάθε πτυχή της κυπριακής καθημερινότητας και ζωής. Γεγονότα, που όσο απομακρύνονται από τον χρόνο διάπραξής τους ή όσο ο χρόνος απομακρύνεται και συνακόλουθα μας απομακρύνει από την τέλεσή τους, αρχίζουν να αντανακλώνται, ιδίως στο έργο των νεότερων ποιητικών γενεών, με τα χαρακτηριστικά μιας εσωτερικότερης οπτικής, η οποία όχι μόνο δεν πλήττει το αδιαπραγμάτευτο της δραματικότητάς τους, αλλά αναδεικνύει αθώρητα και αθησαύριστα τα ποιητικά, ιστορικά και κοινωνικά της βάθη, τα οποία στερεοποιούνται και αποκρυσταλλώνονται με σφρίγος μέσα από τη ρέουσα ποιητική διαδικασία.
Παράλληλα με τον κεντρικό αυτό θεματικό άξονα, οι Κύπριοι ποιητές πραγματεύονται με κριτικό και σαρκαστικό τρόπο τη ραγδαία οικονομική ανάπτυξη και καταναλωτική αλλοτρίωση της κυπριακής κοινωνίας. Πράγματι, αν η φαινομενικά εύρωστη οικονομία και τα προγράμματα δανειοδότησης οδήγησαν μετά την τούρκικη εισβολή από τη μια σε σημαντική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, σε συσσώρευση καταναλωτικών προϊόντων και σε ένα άνευ προηγουμένου οικοδομικό παροξυσμό, από την άλλη δημιούργησαν, υπό το φως της βίαιης προσφυγοποίησης, μια κοινωνία κονιορτοποιημένη, αποτελούμενη σε μεγάλο βαθμό, από ομάδες ατόμων χωρίς ισχυρούς συλλογικούς δεσμούς, πολιτισμική ταυτότητα και αίσθηση νοήματος ή προορισμού. Δημιούργησαν, επίσης, αποσιωπημένα κοινωνικά περιθώρια, αλλά και έντονα υπαρξιακά αδιέξοδα, που γίνονται απολύτως ορατά και αισθητά, κάθε φορά που οι βαλβίδες αποσυμπίεσης εκρήγνυνται.
Αξιοσημείωτη, επίσης, σε αριθμό ποιημάτων της ανθολογίας είναι η λογοτεχνική χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε αμιγώς είτε σε συνδυασμό με τη νεοελληνική κοινή. Κι αυτό γιατί, πέραν από τον κοινό προβληματισμό που αντιμετωπίζει διαχρονικά ο κάθε Κύπριος ποιητής, ο οποίος αποφασίζει να διαχειριστεί την κυπριακή διάλεκτο και αφορά κυρίως τη δυσκολία που παρουσιάζει η πρόσληψη και η αναγνώριση της σπουδαίας κυπριακής, διαλεκτικής ποίησης (π.χ. Β. Μιχαηλίδης, Κ. Μόντης) από τον πανελλήνιο λογοτεχνικό κανόνα, η κυπριακή διάλεκτος αποτελεί μέχρι σήμερα ένα ζωντανό γλωσσικό όργανο με ανεξάντλητο ποιητικό βάθος. Και παρά το γεγονός ότι αυξάνει της απαιτήσεις για τον εξωδιαλεκτικό αναγνώστη ώστε να γίνει κατανοητή, εντούτοις, πιστεύουμε ακράδαντα ότι ο ποιητικός σπινθήρας που εγκλείεται σε αυτήν είναι αδύνατον να μην λάμψει.
Θεωρούμε αναγκαίο να τονιστεί η συμπερίληψη, για πρώτη φορά σε ανθολογία κυπριακής ποίησης, δύο αγγλόφωνων κύπριων ποιητών, του Στέφανου Στεφανίδη και του Γιώργου Ταρδίου, η υπέροχη ποιητική των οποίων, ως πράξη γλωσσικής αντίστασης παρά αφομοίωσης, εμβολιάζει την αγγλική γλώσσα με λέξεις της κυπριακής διαλέκτου, καθιστώντας, έτσι, πορώδη τη γλώσσα του πρωτοτύπου και επιτρέποντας μια ομαλή και εμπλουτισμένη διάβαση προς τα ελληνικά.
Κλείνουμε με την πεποίθηση ότι η παρούσα ανθολογία προσφέρει μια στέρεα απεικόνιση ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου ποιητικού τοπίου. Τυχόν ελλείψεις και παραλείψεις οφείλονται στο ατελές κάθε ανθρώπινης προσπάθειας και μόνον. Τα ανθολογημένα ποιήματα συνοδεύουν βιοεργογραφικά σημειώματα των ποιητριών και ποιητών με τις απολύτως απαραίτητες πληροφορίες.
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι την ανθολόγηση των ποιητών Γιώργου Χριστοδουλίδη και Παναγιώτη Νικολαΐδη έκανε ο εκδότης-ποιητής Γιώργος Δάγλας.


Γιώργος Χριστοδουλίδης
Παναγιώτης Νικολαΐδης

Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ Η ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018


Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2018, από τις εκδόσεις “κυμα” στην Αθήνα, η ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018

Όπως αναφέρουν στο εισαγωγικό τους σημείωμα οι ανθολόγοι, ποιητές Γιώργος Χριστοδουλίδης και Παναγιώτης Νικολαϊδης, η ανθολογία, η πρωταρχική ιδέα της οποίας ανήκει στον εκδότη του “κύματος”, ποιητή Γιώργο Δάγλα, συμπυκνώνει κοπιώδεις προσπάθειες να επιτευχθεί μια όσο το δυνατόν ευρύτερη αλλά και προσεκτική παράθεση μερικών εκ των πιο αξιόλογων και συνάμα αντιπροσωπευτικών φωνών, εν ζωή Κύπριων ποιητών, από τη γενιά της Ανεξαρτησίας μέχρι τις μέρες μας.
 

 "Η έκδοση επιδιώκει να αποτελέσει μια σημαντική και χρήσιμη προσθήκη στην προβολή και μελέτη της κυπριακής ποίησης, η οποία αποτελεί ανθισμένο κλαδί της ευρύτερης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, με τις ιδιαιτερότητες και τις ιδιομορφίες της ανθρωπογεωγραφίας, του τόπου και της διαλέκτου, να λειτουργούν εμπλουτιστικά και επιβεβαιωτικά", τονίζουν οι ανθολόγοι.

"Μια κοινή προσπάθεια, έφτασε στο αναγνωστικό κοινό. Ένα εγχειρίδιο πάνω στη τέχνη της ποίησης ενός λαού", αναφέρεται στο δελτίο Τύπου που εξέδωσε με την ευκαιρία της έκδοσης και κυκλοφορίας της Ανθολογίας, ο εκδοτικός οίκος "κυμα".

           Στην έκδοση, ανθολογούνται 47 Κύπριοι ποιητές και φιλοξενούνται σημαντικά ποιητικά δείγματα από τέσσερις λογοτεχνικές γενιές : τη γενιά της Ανεξαρτησίας, τη γενιά της Εισβολής, τη γενιά της Κατοχής και της Αφθο
νίας, καθώς και ποιητές από τη νεότερη γενιά. Συμπεριλαμβάνονται επίσης, για πρώτη φορά σε ανθολογία κυπριακής ποίησης, δύο  σημαντικοί αγγλόφωνοι Κύπριοι ποιητές, οι Στέφανος Στεφανίδης και Γιώργος Ταρδίος, η ποιητική των οποίων εμπλουτίζει αμφίδρομα τόσο το αγγλικό πρωτότυπο όσο και το ελληνικό μετάφρασμα.


Παρουσιάσεις  της ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 1960-2018, θα πραγματοποιηθούν σύντομα σε Κύπρο και Ελλάδα, ενώ  είναι διαθέσιμη για αγορά από τα κυριότερα βιβλιοπωλεία σε Ελλάδα και Κύπρο. Mπορεί  επίσης να παραγγελθεί στην ηλεκτρονική διεύθυνση: kyma.periodiko@gmail.com και να σταλεί οπουδήποτε με κατάθεση του αντιτίμου και του κόστους αποστολής σε τραπεζικό λογαριασμό.





Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2018

FLEM 2 - FESTIVAL OF LITERATURE OF THE EUROPEAN MEDITERRANEAN

Υπάρχουν όμορφοι άνθρωποι που γίνονται ομορφότεροι όταν κάνουν όμορφα πράγματα. Τέτοιους συναντήσαμε στο Βελιγράδι για μια ακόμη φορά, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ποίησης για Μεσογειακές χώρες. Τα βιβλία μας μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν στα σέρβικα και παρουσιάστηκαν σε διαδοχικές εκδηλώσεις από τις 25 μέχρι τις 27 Οκτωβρίου.  Στη φιλοσοφική και τη φιλολογική σχολή του Πανεπιστημίου Βελιγραδίου, σε λογοτεχνικά στέκια και μπαράκια. Μια γέφυρα που ενώνει τις δυο γλώσσες δημιουργήθηκε και η οποία δεν μπορεί να κατεδαφιστεί. Ομως, το μεγαλύτερο κέρδος, είναι οι άνθρωποι...




Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

ARS POETICA 1 IN PATRAS - ΜΥ 10 "SPANISH" POEMS

Translated by JOSE ANTONIO MORENO JURADO
 



ΤO ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ


Στο δρόμο πιο πέρα έκλεισε ένα περίπτερο. Εκλεισε ξαφνικά μια μέρα ένα πρωί απλώς δεν άνοιξε όπως όταν κάποιος φεύγει ήσυχα και προγραμματισμένα για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. Οι περιπτεράδες τύποι φιλικοί και αξιοπρεπείς εξαφανίστηκαν, 
δεν τους ξανάδαμε  
ίσως να μην τους ξαναδούμε ποτέ.  
Τώρα, όταν περνώ από εκεί 
παρατηρώ στο εσωτερικό του έρημου χώρου  
τα τελευταία αφημένα αντικείμενα.  
Βλέπω τη μορφή αυτού που δεν υπάρχει πια  
και με έκπληξη διαπιστώνω  
ότι δεν μοιάζει καθόλου με κάτι ανύπαρκτο.  
Η ζωή όταν φεύγει αφήνει απομεινάρια  
είναι κάτι μετέωρο αλλά ανθεκτικό  
-σαν κολλημένο χνούδι στο σώμα του χρόνου-  
που εμποδίζει για λίγο το θάνατο να εξαπλωθεί  
εκεί όπου κάποτε ήταν ζωή.






EL KIOSKO


En la calle más allá

ha cerrado un kiosko.

Cerró de pronto un día

sencillamente una mañana no abrió

como cuando alguien se marcha

tranquila y programadamente

para un viaje sin regreso.

Los kiosqueros tipos amigables y dignos

desaparecieron, no los volvimos a ver

quizás no los volvamos a ver nunca.

Ahora, cuando paso por allí

observo en la parte externa del sitio vacío

los últimos objetos abandonados.

Veo la figura

de quien ya no existe

y con sorpresa ratifico

que no se parece en absoluto

a algo inexistente.

La vida

cuando parte

deja restos

es algo suspendido en el aire, pero tenaz

-como vello pegado en el cuerpo del tiempo-

que impide un poco que la muerte se extienda

allí donde una vez

hubo vida.









------------







ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ



Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.

Ο συγγραφέας είναι νεκρός

ο μεταφραστής είναι νεκρός

ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.

Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.

Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού

και πίνω μια ξανθιά μπίρα.

Ποιος είπε ότι ο θάνατος

είναι ανίκητος;












CAFÉ LIBRO DE JOSÉ SARAMAGO




Leo un café libro.

El escritor está muerto

el traductor está muerto

el héroe básico se suicidó.

Yo todavía estoy vivo.

Me siento en el hueco de una luna desconocida

y bebo una cerveza amarilla.

¿Quién dijo que la muerte

está inmóvil?

 --------------


ΑΝΑΣΤΑΣΗ



Πήγαμε και χθες σε κηδεία και ήταν υπέροχα.  
Οι μαυροφορεμένοι μαυροφορεμένοι  
οι περισσότερο πενθούντες  
οι ελαφρώς θλιμμένοι
οι σοβαροί με τα μαύρα γυαλιά  
οι καθηκόντως παρευρισκόμενοι
ο παπάς με τα γυναικεία εσώρουχα  
ο στρωτός δήμαρχος  
ο στρογγυλός κοινοτάρχης  
ο αξιότιμος βουλευτής με τον τραπεζικό του λογαριασμό  
τα μαύρα πουλιά οι νυχτερίδες
- αυτά τα θαυμάσια κατοικίδια  
και ο πεθαμένος στη θέση του

ξαπλωτός με ραμμένα βλέφαρα
φορούσε το καλό του κοστούμι

γαλήνιος, μέχρι την ώρα που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας

πλημμύρισε ξαφνικά το ναό  
μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα  
μιας αχαλίνωτης γυναίκας
κατά λάθος ζωντανής μεσ' στους νεκρούς
έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος  
αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο  
κανείς περίλυπος δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο.







RESURRECCIÓN




Ayer fuimos también a un entierro

Y fue magnífico.

Los vestidos de negro

vestidos de negro

los más dolientes

los ligeramente tristes

los serios con gafas negras

los asistentes por obligación

el cura con las ropas femeninas

el alcalde reglamentario

el redondo presidente

el digno diputado

con su cuenta bancaria

las negras aves

los vampiros -esos admirables domésticos

y el muerto en su sitio

tendido con párpados cosidos

vestía su buen traje

tranquilo hasta el momento

en que el perfume de una mujer desconocida

inundó de pronto el templo

de una mujer toda alma y sangre

de una mujer desenfrenada



viva por error entre los muertos



el muerto hizo por levantarse

pero nadie le abría el féretro

nadie desolado

le abría el féretro al muerto.







--------------









ΑΠΡΙΛΗΣ





Τα ξεχασμένα παιδιά

κλωτσάνε μια ξεφούσκωτη μπάλα

στην αυλή του σχολείου.



Είναι 3 και 30 ακριβώς

ο ήλιος τέτοιο μήνα είναι συμπονετικός

καψώνει όμως σιγά σιγά

ένα μετά το άλλο

τα ηλιοστάσια του.



Το ξανθό κορίτσι

η μικρή κλειδούχος

ανοίγει παραφυλώντας το κάγκελο

και τρέχει προς τα έξω

για να φέρει κάτι ασήμαντο.



Η πόρτα μένει μισάνοιχτη

ένα παιδί την βλέπει και προλαβαίνει

βγαίνει από τα όρια

και γίνεται σύννεφο

ένα άλλο παιδί κάνει το ίδιο

και γίνεται αστραπή

τα άλλα παιδιά γίνονται σταγόνες και άνεμοι

τα παιδιά πολλαπλασιάζονται

τα παιδιά εξαϋλώνονται.



Κάπως έτσι

εκείνη την ηλιόχαρη μέρα

ξέσπασε

πάνω από την αυλή του σχολείου

μια αλλόκοτη καταιγίδα.















ABRIL





Los niños olvidados

dan patadas a un balón desinflado

en el patio del colegio.



Son las 3 y 30 exactamente

el sol en tal mes es compasivo

pero quema poco a poco

uno tras otro

sus solsticios.



La muchacha rubia

la pequeña portera

abre observando la cancela

y corre hacia afuera

para traer algo insignificante.



La puerta queda medio abierta

un niño la ve y avanza

sale de los límites

y se convierte en nube

otro niño hace lo mismo

y se vuelve relámpago

los demás niños se convierten en gotas y vientos

los niños se multiplican

los niños se inmaterializan.





Así pues

aquel día alegre de sol

estalló

por encima del patio del colegio

una tormenta insólita.











-----------------------






















ΟΙ ΘΗΚΕΣ ΤΩΝ ΒΙΟΛΙΩΝ

Tα όργανα είναι η ανάγκη μας  
να ακούσουμε κάτι άλλο 

εκτός από την ηλίθια φωνή μας.  
Όμως μέσα απ’ τους ήχους του βιολιού  
καταλαβαίνεις τη σημασία της σιωπής και του θανάτου.  
Oι βιολιστές 
θα έπρεπε να’ ταν νάνοι·  
όταν πεθαίνουν 
να τους θάβουν  
μέσα στις θήκες των βιολιών τους.













LOS ESTUCHES DE LOS VIOLINES





Lo instrumentos son nuestra necesidad

de escuchar algo distinto

fuera de nuestra tonta voz.

Sin embargo, dentro de los sonidos del violín

comprendes la importancia del silencio

y de la muerte.

Los violinistas deberían ser enanos;

cuando mueren los entierran

en los estuches de sus violines.











----------------------








ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΗ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ


Παρέλαση στο Παρίσι. Απροσδόκητη.  
Κατευθυνόμασταν προς την Παναγία των Παρισίων.  
Οι χρυσοκόκκινες στολές των λογχοφόρων  
τα περιττώματα των αλόγων στο δρόμο
ζευγαράκια που φιλιούνταν  
ο Σηκουάνας μια κουρασμένη κατάφαση  
τουρίστες να ψάχνουν το σωστό μέρος  
σουβενίρ και περίεργες ουρές περιέργων.  
Σε λίγο θα κτυπήσουν οι καμπάνες  
και με βάση το πρόγραμμα  
ό Κουασιμόδος
θα πηδήξει στο κενό
καταχειροκροτούμενος.






 
ILUSIÓN ÓPTICA PARISINA








Desfile en París.
Inesperado.

Nos dirigíamos a la Virgen de París.

Los uniformes rojos y oro de los lanceros

los excrementos de los caballos en la calle

parejas que se besaban

el Sena una afirmación cansada

turistas buscando la parte correcta

recuerdos y curiosas colas de curiosos.

Dentro de poco sonarán las campanas

y teniendo como base el programa

Quasimodo saltará al vacío

cubierto de aplausos.




-----------------



 

O KΡΟΤΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ



στον Ορέστη



Θυμάμαι τον πρώτο καιρό στο σχολείο

κρυφόκλαιγα

όταν το χέρι της μάνας μου αποτραβιόταν

κι ένα σιδερένιο χέρι

με χάιδευε στην πλάτη.

Νομίζω

δεν ήταν ότι φοβόμουν τους δασκάλους

τους εξεταστές

τους άγνωστους συμμαθητές

αργότερα τους αξιωματικούς στο στρατό

τους προφέσορες στο πανεπιστήμιο.

Τον ψυκτικό κύκλο της γνώσης τους φοβόμουν.

Τις λέξεις τους

σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη

σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν

ενώ της μάνας μου οι λέξεις

ήταν ζυμωμένες στη στοργή.

Έτσι τώρα

που υποψιάζομαι στον γιο μου τον ίδιο φόβο

λέξεις του ετοιμάζω τα πρωινά

λέξεις αγαπητερές

να τις παίρνει μαζί του

να τον κρατάνε

όταν ο κρότος των ξένων λέξεων

τον περικυκλώσει.







EL ESTRÉPITO DE SUS PALABRAS

A Orestes


Recuerdo que el tiempo primero en el colegio


lloraba a escondidas

cuando la mano de mi madre se retiraba

y una mano de hierro

me acariciaba la espalda.

Pienso

no era que tuviera miedo a los maestros

a los examinadores

a los condiscípulos desconocidos

más tarde a los oficiales en el ejército

a los profesores en la universidad.

Temía el círculo helado de sus conocimientos.

Sus palabras

duras implacables sin amor

como nueces vacías cuando se cascan

mientras las palabras de mi madre

estaban amasadas en afecto.

Así ahora

cuando sospecho en mi hijo el mismo miedo

le preparo palabras en los desayunos

palabras cariñosas

para que las lleve consigo

para que lo sostengan

cuando el estrépito de palabras extrañas

lo rodee.






-------------




ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ
Ο πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα της γειτονιάς.  
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.  
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα και ρακένδυτα
– στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια και το τέλος της.  
Όλη μέρα έτρεχαν αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα χάνε απ’ τα μάτια του  
όμως μια κοφτερή στιγμή  
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα  
στο τυφλό σημείο  
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει  
του ξέφυγαν  
καβάλησαν δυο σέλες με τρυπημένους τροχούς

ξεχαρβαλωμένες καδένες, διαλυμένα φρένα  
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.  
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν  
δεν τα κατάφεραν.  
Τα γύρεψε μάταια ο πατέρας τους ο ανήλιαγος. 
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.

Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.




BICICLETAS ROTAS
Su padre construía las bicicletas rotas

del barrio.

A veces venía también gente de paso y se las traían.

Sus dos hijos corrían por doquier descalzos

y andrajosos

-en sus ojos brillaba la aventura

y su final.

Corrían durante toda la jornada

él ahogado de trabajo

no los perdía de vista

sin embargo, en un instante

en que lo imprevisto segaba el anochecer

en el punto ciego

cuando la nuca es incapaz de volverse

se le escaparon

cabalgaron dos sillines

con ruedas agujereadas

cadenas dislocadas

frenos deshechos

y subieron al punto más alto de los sueños.

En la gran pendiente de los colores

allí donde por costumbre

todos los niños descalzos la sufren

no lo consiguieron.

Los buscó en vano

su padre

-el sombrío.

Los buscó en silencio.

Sólo él los buscó.



Éste y otros casos

suceden en lugares sin luz



---------




ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ



Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο

χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα

ντομάτες.

Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη

Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.

Α, ναι.

Παύση.

Είναι καλά;

Καλά.

Κάθε φορά η ίδια κουβέντα

πάνω από φθαρτά που σάπισαν

στην πόρτα του κουρείου ονομάτων

στο συνεργείο αλλαγής ποδιών

στις ουρές των στεγνών ανέργων

στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων

στα χαρακώματα της πόλης

Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση

απλώς σκύψε.

Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος

μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.

Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του

που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.

Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω

όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του

είναι ανίκητη.

Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι

τρέχαμε να το προλάβουμε

στον κατήφορο.

Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη

και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο

του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση

βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.

Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια

στις δημόσιες τουαλέτες

για ένα κατούρημα επί πληρωμή.

«Πώς πάει η κόρη σου;

Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.

Απίθανος εκείνος ο τύπος, ποιος είναι;»





UN ANDRÉS



Nos encontramos al azar una o dos veces al año

ayer me vio en el supermercado cuando elegía

tomates.

Me preguntó otra vez cómo va mi hija mayor

-Es un hijo, y ahora estudia, Andrés.

-Ah, sí.

Pausa

-¿Está bien?

-Bien

Cada vez la misma conversación

sobre lo perecedero que se pudrió

a la puerta de la peluquería de los nombres

en el taller de cambio de pies

en las colas de los áridos parados

en las aceras de los arrugados

en las trincheras de la ciudad

-Inclínate Andrés, no, no reverencia,

inclínate sencillamente.

Es extraño que un hombre

pueda cometer error siempre en el mismo asunto.

Me fijé también en un temblor en sus manos

que ocultaba con destreza apretando con fuerza el carrito.

Hago lo que puedo por evitarlo

sin embargo, su insistencia en comunicar su dificultad

es invencible.

Un día se le cayó la cabeza

corrimos a alcanzarla

por la pendiente.

Cuando pagué al siguiente editor

y circuló mi sexto libro

se lo mandé por correo a una dirección desconocida

seguro de que lo recibiría de alguna forma.

Después de años volvimos a encontrarnos

en los aseos públicos

para una meada de pago.

¿Cómo va tu hija?

Interesante tu poema sobre aquel tipo.

Increíble aquel tipo,

¿quién es?”.







----------------







ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ

ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ



Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας

μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός

με σορτσάκι

και ο περιβολάρης.

Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα

και του χαλούσαμε τον ύπνο

έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε

να μας σπάσει στο ξύλο.

Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα

ένα αγρίμι

νόμιζε ότι θα μας τσακώσει

την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.

Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.

Και πιο σβέλτοι.

Μου πήρε πάντως χρόνια

να υποψιαστώ

ότι ίσως πιο πολύ από μας

μισούσανε το γέλιο μας

κι ότι

η εξουσία και η ιδιοκτησία

δεν αγαπάνε τα παιδιά.








HISTORIAS QUE ENTIENDES MUCHO DESPUÉS


Por el mediodía en el espacio de parada del bloque

nos perseguían un irritado policía

con pantalón corto

y el jardinero.

El primero insultaba porque jugábamos a la pelota

y le estropeábamos el sueño

cogía una vara de madera y bajaba

a pegarnos.

El segundo aullando incomprensiblemente

como una fiera

pensaba que nos iba a atrapar

cuando cortábamos nísperos de los árboles.

Sin embargo, nosotros estábamos más irritados que ellos.

Y más esbeltos.

Me tomó siempre muchos años

sospechar

que mucho más que a nosotros

odiaban nuestras sonrisas

y que

el poder y la propiedad

no aman a los niños.