Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

"ΗΔΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΔΥΝΗ"

Αναφορά του Michel Volkovitch στην ποίηση του Γιώργου Χριστοδουλίδη, Βιβλιοπωλείο Le Monte en l’ air, Παρίσι, 27.05.2017

 

Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε το 1968 στη Μόσχα. Ζει στην Κύπρο, τη χώρα των προγόνων του, όπου ασκεί το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Σήμερα, όμως, μας επισκέπτεται ως ποιητής, δημιουργός έξι συλλογών, ευρέως αναγνωρισμένος στη χώρα του και αποδέκτης πολλών βραβείων, με μεταφράσεις σε περισσότερες από δέκα γλώσσες.
Η πιο πρόσφατη συλλογή του, Πληγείσες Περιοχές, μεταφράστηκε εξ ολοκλήρου στα γαλλικά το 2016  από τον Μισέλ Βόλκοβιτς για τον εκδοτικό του οίκο Le miel des anges. Μέσα από αυτή τη συλλογή, που θα απαγγείλει η Δήμητρα Κοντού, θα γνωρίσουμε την ποίηση του Χριστοδουλίδη.
Η σύγχρονη ποίηση είναι κατά τόπους μάλλον δυσπρόσιτη. Η ποίηση του Χριστοδουλίδη είναι ευπρόσιτη και λιτή, τουλάχιστον μορφολογικά. Η ουσία της, πάντως, αποκαλύπτει ενδελεχή επεξεργασία, συχνά περίπλοκη και ενίοτε αινιγματική. Είναι ποίηση που μιλά χωρίς να υψώνει τον τόνο της φωνής, περιγράφει με ύφος οικείο, με τρυφερότητα, παιδικές αναμνήσεις και σκηνές από την καθημερινότητα. Περιλαμβάνει υπεραγορές, γάτους, γέρους, παραμονές στο νοσοκομείο, και κυρίως την πανταχού παρούσα οικογένεια: παιδιά, γονείς, παππούδες, ζώντες και μη. Και όπως πάντα στην Ελλάδα και στην Κύπρο, οι νεκροί είναι πιο ζωντανοί από οπουδήποτε αλλού. Οι νεκροί που συναντάμε εδώ «γιορτάζουν στο κέντρο της πόλης».
Υπάρχουν όμως, στα ίδια ποιήματα, φρικτά φαντάσματα. Κι όπως πάντα, στους Κύπριους, η επίμονη ανάμνηση της τραγωδίας του 1974. Από αυτή την άποψη, ο τίτλος της συλλογής είναι εύγλωττος. Η πληγείσα περιοχή είναι κατά πάσα πιθανότητα και εν πρώτοις η ίδια η Κύπρος, μαζί με τη δοκιμαζόμενη ανθρώπινη ζωή. Σε ένα ποίημα, ο ποιητής δηλώνει αυτοαναφορικά «δεν είχα αρκετή οργή». Κι όμως, είναι ψηλαφητή η οργή του σχεδόν παντού, κι ας είναι συχνά τυλιγμένη σε πέπλο μέσα στην ωραία ποίηση του Χριστοδουλίδη που τόσο έντεχνα αναμειγνύει ηδύτητα κι οδύνη. 

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΝΥΧΤΑ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ - ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΕΛΛ/ΓΑΛΛ

Ποιήματα από την ποιητική συλλογή Πληγείσες Περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, εκδόσεις Μελάνι 2016 που μεταφράστηκε στα γαλλικά (ZONES SINISTRΕES) από τον Michel Volkovitch και απαγγέλθηκαν στο Παρίσι στις 27/05/2017, στο βιβλιοπωλείο Le Monte en l’ air, κατά τη διάρκεια της 'Νύχτας της Λογοτεχνίας" ( La Nuit de la Littérature ), από τον Γ.Χριστοδουλίδη στα ελληνικά και τη Δήμητρα Κοντού στα γαλλικά



Ο ΚΡΟΤΟΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ ΤΟΥΣ

στον Ορέστη

Θυμάμαι τον πρώτο καιρό στο σχολείο
κρυφόκλαιγα
όταν το χέρι της μάνας μου αποτραβιόταν
κι ένα σιδερένιο χέρι
με χάιδευε στην πλάτη.
Νομίζω
δεν ήταν ότι φοβόμουν τους δασκάλους
τους εξεταστές
τους άγνωστους συμμαθητές
αργότερα τους αξιωματικούς στο στρατό
τους προφέσορες στο πανεπιστήμιο.
Τον ψυκτικό κύκλο της γνώσης τους φοβόμουν.
Τις λέξεις τους
σκληρές, αδιάλλακτες, δίχως αγάπη
σαν άδεια καρύδια την ώρα που σπάζουν
ενώ της μάνας μου οι λέξεις
ήταν ζυμωμένες στη στοργή.
Έτσι τώρα
που υποψιάζομαι στον γιο μου τον ίδιο φόβο
λέξεις του ετοιμάζω τα πρωινά
λέξεις αγαπητερές
να τις παίρνει μαζί του
να τον κρατάνε
όταν ο κρότος των ξένων λέξεων
τον περικυκλώσει.



 ΚΑΤΑΓΜΑ

στον Άρη

Το παιδί ακουμπά στον ώμο μου
ο ώμος μου είναι σκληρός
κόκαλα τυλιγμένα σε μύες
και τένοντες
το παιδί
θέλει τον ώμο της μάνας του
λουλουδισμένο μαξιλαράκι
τρεις στρώσεις μέλι
βρύση που στάζει ροδοπέταλα
πολλά ροδοπέταλα
και θάλπος.
Ο ώμος μου υποχωρεί
σπάει και θρυμματίζεται
κάτω από το βάρος της επιθυμίας
του παιδιού.



 ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΑ

Ο πατέρας τους έφτιαχνε τα σπασμένα ποδήλατα
της γειτονιάς.
Έρχονταν και περαστικοί κάποτε, του έφερναν.
Τα δυο παιδιά του έτρεχαν πέρα-δώθε ξυπόλητα
και ρακένδυτα
στα μάτια τους έλαμπε η περιπέτεια
και το τέλος της.
Όλη μέρα έτρεχαν
αυτός πνιγμένος στη δουλειά
δεν τα ’χανε απ’ τα μάτια του
όμως μια κοφτερή στιγμή
που το αδόκητο δρεπάνιζε τα σύθαμπα
στο τυφλό σημείο
όταν ο αυχένας αδυνατεί να στρίψει
του ξέφυγαν
καβάλησαν δυο σέλες
με τρυπημένους τροχούς
ξεχαρβαλωμένες καδένες
διαλυμένα φρένα
κι ανέβηκαν στο ψηλότερο σημείο των ονείρων.
Στη μεγάλη κατηφόρα των χρωμάτων
εκεί που συνήθως
όλα τα ξυπόλητα παιδιά την παθαίνουν
δεν τα κατάφεραν.
Tα γύρεψε μάταια
ο πατέρας τους
ο ανήλιαγος.
Τα γύρεψε βουβά.
Μόνο αυτός τα γύρεψε.
Αυτά και άλλα περιστατικά
συμβαίνουν σε αφώτιστα μέρη.



ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ
ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.



 ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα
ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
Α, ναι.
Παύση.
Είναι καλά;
Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.
Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.
Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
«Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος,
ποιος είναι;»




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2015

Άδειασαν οι δρόμοι της πόλης
οι διευθύνσεις τους συστρέφονται
οι δρόμοι οδηγούν στο νεκροταφείο
όμως οι νεκροί λείπουν
οι νεκροί γιορτάζουν στο κέντρο της πόλης
οι ζωντανοί είναι κλειδωμένοι στα σπίτια τους
σε λίγο θα πάρουν τη θέση των νεκρών
ο αέρας θα φυσήξει μια φορά προς τα εκεί
που οι δρόμοι καταλήγουν
και οι νεκροί θα βασιλέψουν στην πόλη
κανείς πια δεν ξέρει το μέλλον καλύτερα
από τους νεκρούς.



ΟΙ ΕΠΙΖΩΝΤΕΣ

Όσοι συνέρχονται
έχουν παραμορφωμένα πρόσωπα
κομμένα μέλη
και τους λείπει το προηγούμενο κοίταγμα.
Βυθίζονται σε ζάλη αφρισμένη
και τα λόγια τους γίνονται πουλιά
που δεν έχουν φωλιές.
Βλέπουν τις σπίθες ως ηλιαχτίδες
τις πληγές ως λάθος του τεχνίτη
και τα θύματα
ως αγγέλους που αποκοιμήθηκαν.
Βλέπουν τη σκηνή του δυστυχήματος
χωρίς τη φρίκη.
Ακριβώς όπως οι επιζώντες
μιας ήσυχης μέρας
πολλών ήσυχων ημερών.



Η ΗΛΕΚΤΡΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΛΗΘΗΣ

Ο ερχομός της στην πόλη
έφερε δονήσεις
που προκάλεσαν διακοπές
στην ηλεκτροδότηση της λήθης
της λήθης του έρωτα
και αρρυθμίες στην καθημερινή διεκπεραίωση
πολυκαιρισμένων συνηθειών
ενώ οι λάμψεις
που προείκαζε σε προπορευόμενους ορίζοντες
στην αντανάκλαση μελλοντικών αιώνων
πολιορκούσαν απροσδόκητα
το εικονικό φρούριο του.
Εκείνες τις μέρες λοιπόν
που ήξερε ότι δεν θα είναι πολλές
όπως ένα πιάτο τριαντάφυλλα
που ρευστοποιούνται σε συναισθήματα
απέφευγε να πλησιάζει
τα ψηλά παράθυρα των πάνω ορόφων
τους φωταγωγούς που μέσα τους
η παιδική περιέργειά μας
σκοτώθηκε πολλές φορές
τις ταράτσες του ουρανοξύστη αδύνατου
με την ουρανομήκη σιωπή των ευρισκόμενων
σε απρόσιτες κορυφές
όλα εκείνα τα αρχιτεκτονικά κολαστήρια των πόλεων
που τα επινόησαν
όσοι λίγο αγάπησαν ή αγαπήθηκαν
και που χωρίς να καταλάβεις
έχεις ήδη ενσωματωθεί
στην κυριαρχία του βάθους τους
όταν με πετρόχτιστη αδιαφορία
συχνά ενθαρρύνουν
μια διαδοχική σειρά
σχεδόν πραγματικών σου πτώσεων.



ΦΤΗΝΑ ΤΗ ΓΛΥΤΩΣΕ Ο ΣΩΤΗΡΗΣ


Όταν ο Σωτήρης έπεσε από το δέντρο
νομίσαμε πως την έπαθε άσχημα.
Δεν ξέραμε τότε τι θα πει θάνατος, είχαμε μόλις
γεννηθεί.
Υποψιαζόμασταν πως κάτι κακό συνέβη
αρκούσε να δει κανείς πως θόλωσαν τα μάτια του

κι έμεινε ακίνητος στο σημείο της πτώσης.
Μετά η μνήμη δεν βοηθά ρίχνει μαύρο ως συνήθως,
σαν να μου λέει “πέρασε πολύς καιρός από τότε
να εστιάζεις στα κοντινά”.
Μετακομίσαμε, δεν τον ξανάδα τον Σωτήρη
πάντως πρέπει να τη γλύτωσε φτηνά από εκείνη
την πτώση
να επέζησε
γιατί όπως έμαθα αργότερα
τον σκόρπισε μια οβίδα στον πόλεμο





ΣΠΙΝΘΗΡΟΓΡΑΦΗΜΑ

Νοσοκομείο Λευκωσίας
τμήμα πυρηνικής ιατρικής
εγώ ανάσκελα,
με τον σπινθηρογράφο σε απόσταση αναπνοής
από το πρόσωπό μου.
Προηγήθηκαν: Ένα κορίτσι χωρίς μαλλιά
που άντεξε τις χημειοθεραπείες,
μια γυναίκα τρυπημένη και ανοιγμένη από παντού
ένα αγόρι μονάχο του στην άκρη της ουράς
χωρίς εμφανή σημάδια αρρώστιας
πέραν από την εγκατάλειψη.
Εκεί, φάτσα με το ηλεκτρονικό μάτι
και τον γιατρό να φωνάζει «Ακίνητος, ακίνητος»
σκέφτηκα την πρώτη φορά
που κάναμε έρωτα
σαν ένας άνθρωπος που άρχισε
να ανακαλεί τις σωστές αναμνήσεις.






Η ΑΝΕΜΟΣΚΑΛΑ

Κοιμάται αποκαμωμένη
διαγώνια του κρεβατιού
και δεν ξέρω καν αν αναπνέει.
Δίπλα της
ξαπλωμένος ο γιος μου
σκεπασμένος με φύλλα της νύχτας.
Η μυστική ανεμόσκαλα της σελήνης
θα ξεδιπλωθεί
αλλά θα την ανέβω πάλι μόνος.
Εκείνη θα ξυπνήσει
θα προσέξει της ανεμόσκαλας την άσκοπη αιώρηση
και θα τη μαζέψει
θα τη βάλει στο ντουλάπι
όπως τόσα άλλα πράγματα
που ανεξήγητα κάποτε
ρίχνει ο ουρανός.




ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
και πίνω μια ξανθιά μπίρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος;




ΠΗΓΕΣ ΕΜΠΝΕΥΣΗΣ

Υπάρχει μια εκκρεμότητα
που αν δεν την πω δεν θα ησυχάσω.
Κάποιος με παρακολουθεί την ώρα που γράφω.
Ένας αγροίκος
τον ακούω να κόβει τα νύχια του
να ξύνεται να χασμουριέται
μετά να σηκώνεται να σπάει αβγά
να κάνει ομελέτα
ύστερα να ανάβει την τηλεόραση
να ρουφά την ημερήσια φρικαλεότητα
μετά να παθιάζεται μ’ ένα ντέρμπι
να στυλώνει το τεράστιο πούρο του
να στέλλει δαχτυλίδια καπνού
στο γκρίζο ταβάνι του
που καταρρέει αδιάκοπα.
Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η ποίηση
μου λέει, σκίζοντας όλα τα πρωτόκολλα
κατ’ ακρίβειαν την έχω εντελώς γραμμένη
και χασκογελά.
Νομίζει ότι έτσι θα με τσαντίσει
ή θα με κάνει να ασχοληθώ
με κάτι πιο προσοδοφόρο.
Ας πιούμε ένα ποτήρι κρασί, του απαντώ
κερασμένο από μένα
πάλι μου έδωσες
το καλύτερο ποίημα.

 -------



Le fracas de leurs mots

À Orèstis
À l’école je me souviens les premiers temps
je pleurais en douce
lorsque la main de ma mère me lâchant
une main de fer
me caressait le dos.
Je ne crois pas
que j’avais peur des maîtres
des examinateurs
des camarades inconnus
des officiers à l’armée plus tard
des professeurs à l’université.
C’est leur savoir cercle glaçant dont j’avais peur.
Leurs mots
durs, intolérants, sans amour
comme des noix vides quand on les casse
tandis que les mots de ma mère
étaient pétris de tendresse.
Et maintenant
que je soupçonne la même peur chez mon fils
je lui prépare des mots le matin
des mots aimants
qu’il les prenne avec lui
qu’ils veillent sur lui
quand le fracas des mots étrangers
l’encercle.








Fracture

À Àris

L’enfant s’appuie sur mon épaule
mon épaule est dure
des os enveloppés de muscles
et de tendons
l’enfant
veut l’épaule de sa mère
petit oreiller à fleurs
trois couches de miel
source d’où coulent en foule
des pétales de rose
et une douce chaleur.
Mon épaule recule
se brise part en morceaux
sous le poids du désir
de l’enfant.








Vélos cassés

Leur père soignait les vélos cassés du quartier.
Des gens de passage aussi en apportaient parfois.
Ses deux enfants couraient partout pieds nus en guenilles
— dans leurs yeux brillait l’aventure
et sa fin.
Ils couraient toute la journée
lui débordé de travail
ne les quittait pas des yeux
mais dans un instant tranchant
où l’imprévu fauchait le crépuscule
au point aveugle
lorsque la nuque ne peut tourner
ils lui ont échappé
ont chevauché deux selles
roues trouées
chaines déglinguées
freins usés
et sont montés au point le plus haut des rêves.
Dans l’immense descente des couleurs
là où d’habitude
tous les enfants aux pieds nus échouent
ils n’ont pas réussi.
Leur père
— privé de soleil —
les a cherchés
en vain.
Les a cherchés sans bruit.
Lui seul les a cherchés.
C’est ce qui arrive et d’autres choses encore
dans des lieux sans lumière.











Histoires que l’on comprend
bien plus tard

À midi sur le parking de l’immeuble
nous pourchassaient un policier énervé
en short
et le jardinier.
L’un nous couvrait d’injures car en jouant au foot
on lui gâchait son sommeil
il descendait brandissant un bâton
pour nous rouer de coups.
L’autre hurlant inintelligible
une bête sauvage
pensait nous tomber dessus
à l’heure où l’on cueillait les fruits du néflier.
Nous étions plus énervés qu’eux.
Et plus agiles.
Mais il m’a fallu des années
pour me douter que peut-être
il haïssait plus que nous-mêmes
notre rire
et que
pouvoir et propriété
n’aiment pas les enfants.











Un Andrèas

Nous nous croisons à l’occasion une ou deux fois par an
hier il m’a vu au supermarché
choisir des tomates.
Il m’a redemandé comment allait ma grande fille
— C’est un fils, il fait ses études, Andrèas.
— Ah bon.
Silence.
— Il va bien ?
— Ça va.
À chaque fois la même discussion
au-dessus de denrées pourries
à la porte du coiffeur de noms
à l’atelier de changement de jambes
dans les queues de chômeurs desséchés
sur les trottoirs des racornis
dans les tranchées de la ville
— Penche-toi Andrèas, non, pas de courbette
penche-toi seulement.
C’est étrange comme on peut
se rappeler toujours la même chose de travers.
J’ai remarqué aussi le tremblement de ses mains
qu’il cachait adroitement, serrant son chariot.
Je fais tout pour l’éviter
Mais son obstination à faire partager sa gêne
est invincible.
Un jour il a perdu sa tête
on a couru la rattraper
dans la descente.
Lorsque j’ai eu payé l’éditeur suivant
et publié mon sixième livre
je l’ai envoyé chez lui sans connaître l’adresse
sûr qu’il le recevrait un jour.
Des années plus tard nous nous sommes retrouvés
dans les toilettes
publiques et payantes.
« Comment va ta fille ?
Super ton poème sur ce type.
Incroyable, ce type-là,
c’est qui ? »












Noël 2015

Les rues de la ville se sont vidées
leurs directions se confondent
les rues mènent au cimetière
mais les morts n’y sont pas
les morts font la fête au centre ville
les vivants barricadés chez eux
prendront bientôt la place des morts
le vent soufflera une fois vers l’aboutissement des routes
et les morts en ville seront les rois
nul désormais ne connaît mieux l’avenir que les morts.














Les survivants

Ceux qui se remettent
ont le visage déformé
les membres coupés
et sont privés de leur coup d’oeil d’avant.
Ils sombrent dans un vertige d’écume
et leurs paroles deviennent des oiseaux
sans nid.
Ils voient les étincelles comme des rayons de soleil
les blessures comme une erreur de l’artisan
et les victimes
comme des anges endormis.
Ils voient la scène de l’accident
sans l’horreur.
Tout comme les survivants
d’une journée tranquille
— de plusieurs.












L’électrification de l’oubli

Arrivant dans la ville
elle a provoqué des secousses
et des coupures dans l’électrification
de l’oubli
l’oubli de l’amour
et des arythmies dans l’accomplissement
d’habitudes usagées
tandis que les éclats
qu’il projetait dans des horizons là devant
dans le reflet de siècles futurs
assiégeaient imprévus
sa forteresse virtuelle.
Ces jours-là donc
qu’il savait comptés
telle une assiettée de roses
converties en sentiments
il évitait d’approcher
les hautes fenêtres des étages
les puits à lumière où souvent
sa curiosité d’enfant
s’était tuée
les terrasses du gratte-ciel impossible
dans le silence aérien de ceux
qui touchent aux cimes inaccessibles
tous ces enfers d’architecture des villes
qu’ont inventé
des mal-aimants ou bien des mal-aimés
et toi sans t’en rendre compte
tu t’es déjà incorporéà la puissance de leur profondeur
lorsque dans leur indifférence de pierre
souvent ils encouragent
une succession de tes chutes
quasi réelles.









Sotìris l’a échappé belle

Quand Sotìris est tombé de l’arbre
nous nous sommes dit qu’il s’était fait très mal.
Nous ne savions pas, étant nés de la veille, ce que mort
[veut dire.
Nous soupçonnions que c’était grave
il suffisait de le voir, le regard vitreux,
immobile à l’endroit de la chute.
Ensuite la mémoire n’aide pas elle jette du noir comme
[toujours,
comme pour dire « c’est du lointain passé, concentre-toi
[sur le présent ».
On a déménagé, je n’ai pas revu Sotìris
mais il a dû réchapper de cette chute
et survivre
car comme je l’ai appris plus tard
pendant la guerre un obus l’a éparpillé.












Scintillographie

Hôpital de Nicosie
service de médecine nucléaire
moi couché sur le dos,
le scintillographe à portée de souffle
de mon visage.
M’ont devancé : une fille sans cheveux
qui a résisté aux chimiothérapies,
une femme trouée ouverte de partout
un garçon seul au bout de la queue
sans marques visibles de maladie
mis à part l’abandon.
Là, face à l’oeil électronique
et au médecin criant « Ne bougez plus, ne bougez plus »
j’ai pensé à la première fois
où nous avons fait l’amour
comme un homme qui commence
à rappeler les souvenirs qui conviennent.
















L’échelle

Elle dort épuisée
en travers du lit
je ne sais même pas si elle respire.
À côté
mon fils allongé
que couvrent des feuilles de nuit.
La secrète échelle de la lune
se déploiera
mais j’y monterai seul cette fois encore.
Elle s’éveillera
remarquera l’échelle en suspens sans raison
et la rangera
dans l’armoire
comme tant d’autres choses
qu’inexplicablement parfois
le ciel nous lance.





 


Le livre brun de José Saramago

Je lis un livre brun.
L’auteur est mort
le traducteur est mort
le héros s’est suicidé.
Moi je vis encore.
Assis dans le creux d’une lune inconnue
je bois une bière blonde.
Qui a dit que la mort
était invincible ?












Sources d’inspiration


Quelque chose me chiffonne
et avant de l’avoir dit je ne serai pas tranquille.
Quelqu’un m’observe pendant que j’écris.
Un être grossier
je l’entends se couper les ongles
se gratter bâiller
puis se lever pour casser des oeufs
et faire une omelette
ensuite allumer la télé
avaler l’horreur quotidienne
puis se passionner pour un derby
se plantant son énorme cigare
pour envoyer des ronds de fumée
vers son plafond gris
qui sans arrêt s’effondre.
Ça ne m’intéresse pas du tout la poésie
me dit-il, cassant tout protocole
tes papiers en fait je m’en torche
et il s’esclaffe.
Il pense me fâcher ainsi
ou m’amener vers une activité
plus rentable.
Je réponds, buvons un verre de vin c’est moi qui paie
tu m’as donné encore une fois
le meilleur poème.