Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

ΠΟΛΕΜΟΣ

"Το κακό για την εκπαίδευση των παιδιών είναι ότι οι αναμνήσεις των πολέμων γράφονται από αυτούς που δεν σκοτώθηκαν στον πόλεμο"

Louis Scutenaire (29 June 1905 – 15 August 1987), Belgian poet, anarchist, surrealist and civil servant













  

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2018

"ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ ΤΙΜΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΤΗ"

Το ποιητικό έργο της Φροσούλας Κολοσιάτου

 Μια μέρα του Δεκέμβρη του 2017, χτύπησε το τηλέφωνο. Eμφανίστηκε ένας μακρινός αριθμός. “Θα ήθελα να παρουσιάσεις το ποιητικό μου έργο”, μου είπε μια φωνή. Ήταν η Φροσούλα Κολοσιάτου.

Υποψιάζομαι ότι η Φροσούλα είναι ένας άνθρωπος που δεν φοβάται, αντίθετα επιδιώκει προκλήσεις που την υπερβαίνουν έστω κι αν καίγεται μέσα τους, καταργώντας τις έννοιες της νίκης και της ήττας. Ίσως να υποψιάστηκε ότι κάτι ανάλογο θα συμβεί και σε μένα όταν θα εισερχόμουν σε μια διαδικασία αναμέτρησης με το ποιητικό της έργο που αριθμεί 9 ποιητικές συλλογές:


ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ 1979
ΔΙΑΓΩΓΗ 1981 (Α’ βραβείο νέου λογοτέχνη)
ΗΛΙΚΙΑ 1995
ΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ 2002
ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ 2005 (Κρατικό Βραβείο Ποίησης)
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ 2008
ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ 2010
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ 2014
ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 2017

Έπρεπε, βασισμένος στην πεζότητα του λόγου που απαιτεί αυτή η εργασία, να εντοπίσω αξιόπιστες αποκρυπτογραφήσεις της ροής και του βάθους μιας πραγματικά σημαντικής γραφής, που όμως υπάρχει μόνο ποιητικά.

Δεν ήμουν ποτέ βέβαιος ότι οι ποιητικές συλλογές ενός ποιητή -εκτός κι αν δεδηλωμένα αποτελούν στοιχεία μιας συνειδητά ευρύτερης σύνθεσης- μπορούν να υπακούσουν σε κάποιον συνεπή κανόνα γραμμικής συνέχειας και ως εκ τούτου δύνανται να κριθούν ως κάτι δογματικά ενιαίο. Ότι, δηλαδή, εδραιώνουν μιαν αναντίλεκτη και απόλυτη διακειμενικότητα, ένα πλέγμα σχέσεων στο χωρόχρονο. Εδώ, ακόμη και ποιήματα που συμπεριλαμβάνονται στην ίδια συλλογή μοιάζουν να μην επικοινωνούν ιδιαίτερα μεταξύ τους και ο ίδιος ο ποιητής συχνά να αγνοεί την πηγή προέλευσης και το βαθμό εξάρτησης τους από μια κεντρική ιδέα.

Πιστεύω ότι οι ποιητικές συλλογές είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοτελείς οντότητες στον χρόνο. Αν κάτι τις ενώνει, αν κάτι συνυφαίνεται και σαν αόρατο νήμα και τις συνδέει, είναι η μορφολογία της γραφής, η συγγένεια των εκφραστικών μέσων.

Ωστόσο, σε τελευταία ανάλυση δυο είναι τα ερώτημα που έχει, κατά την άποψη μου, νόημα να τίθενται για κάθε ποιητή, όταν κανείς επιχειρεί μια αποτίμηση της πορείας του:
Τι ήθελε να πει; Πώς το είπε;
Είχε την ικανότητα να γράψει κάτι που μπορεί να μείνει και να νικήσει τον χρόνο;

Θα θυμάμαι και θα ανατρέχω σε κάποια ποιήματα του όταν η σφοδρή ανάγκη θα με καλεί;

Η ποίηση της Φροσούλας Κολοσιάττου μου συστήθηκε στα νεανικά χρόνια και διαπέρασε αργά και σταθερά τις οχυρωματικές μου αντιστάσεις, εγκαταστάθηκε στα έγκατα μου. Με τις κρυπτικές της φανερώσεις, τελικά με κατέλαβε. Σαγηνευτικά σιβυλλική, του σκοταδιού πεινασμένη, αλλά και του φωτός ερωτοτροπούσα, διψασμένη για νερό από το αμνιακό υγρό μέχρι τις θάλασσες, αλλά και προσκαλούσα τη φωτιά, χαϊδεύει τα πληγώματα, δικά της και του κόσμου, όμως δεν τους επιτρέπει να την καταπιούν.

Σκοτάδι, φως, πυρ, ύδωρ, αυτά τα τέσσερα στοιχεία και οι συμβολισμοί τους, είναι συνδηλωτικά και, συνεπώς, κυρίαρχα στην ποίηση της, η οποία αποτελεί νομίζω πρωτίστως ένα ταξίδι στον ίδιο της τον εαυτό, ένα εγχείρημα αυτογνωσίας.

Και παντού η μορφή της Μάνας και συνεπακόλουθα, του παιδιού, των παιδιών μας, των παιδιών τους, που γίνονται όλα “της”. Και μετά, η ολοκληρωτική απώλεια, η συντριβή, κι ύστερα η ανασύνθεση των συντριμμιών όχι στην πρότερη τους μορφή, την άθικτη ή την κουρελιασμένη, αλλά στη μορφή που τους δίνει πια η ποίηση της.

Αν κάτι αποτελεί κοινό τόπο στη γραφή της Φροσούλας και ξεχωρίζει ως πυλώνας πάνω στον οποίο στηρίζεται η ποιητική της, είναι πιστεύω ο καίριος στίχος ο οποίος περικλείει ανομολόγητα πέραν από τη σημασία των λέξεων που τον συναποτελούν.
Ένας στίχος ελλειπτικός, υπόκωφος που σε παραπέμπει στις πιο μυστικές εισόδους της ποίησης και των ακρογωνιαίων της λίθων. Ένας στίχος που πάνω του ακονίστηκε και οικοδομήθηκε η ταυτότητα της ως ποιήτριας· μια ταυτότητα που μεταφράζεται ως αρμονική σύζευξη μορφής και περιεχομένου και που τολμώ να πω ότι δεν μοιάζει με καμιά άλλη στο σύγχρονο λογοτεχνικό μας στερέωμα. Και αυτή είναι, ίσως, η μεγαλύτερη κατάκτηση της Φροσούλας, διότι από τη στιγμή που όλα περίπου δια μέσου των λογοτεχνικών αιώνων έχουν λεχθεί, εκείνο που απομένει για κάθε ζηλωτή της πένας είναι να τα ξαναπεί και να τα ξαναθέσει με έναν διαφορετικό τρόπο, ωσάν να είναι η πρώτη φορά, ωσάν να είναι διαφορετικά.

Είναι στιγμές που η Φροσούλα δεν γράφει, αλλά κεραυνοβολεί, εγκλείοντας στον μικρόκοσμο των λέξεων, τους δικούς της, θελκτικά τολμώ να πω, βασανιστικούς εμποτισμούς:


“αποτελεσματικά επιμένοντας πεθαίνεις”

“συνοψίζομαι μέσα σε θρύψαλα”

“Στο πάτωμα κυλάει ένα χαμόγελο
κι αυτός γυμνάζει τα όνειρα του”

“η κατάρα από τούτο το αίμα που ζέσταινε
τους μετάδωσε τις αϋπνίες του ατέλειωτου χρόνου”

“Φοβούμαι εκείνο το απροετοίμαστο της σιωπής σου”

“Ο Θάνατος τιμήθηκε δυνατός”

“Όλα μπορούν να συμβούν αν τα πεις δυνατά”


Πρόκειται για το μέστωμα πολλών πραγμάτων μαζί: πρώτα απ’ όλα μιας εξαιρετικά οξυμένης ποιητικής συνείδησης. Ενός τρομερού τραύματος που συμπυκνώνει όλα τα τραύματα. Μιας βαθιάς αντιληπτικότητας του έξω κόσμου, αλλά και της θέσης της ποιήτριας απέναντι του. Η Φροσούλα δεν περιγράφει. Μας ιστορεί τι είναι εκείνη απέναντι στα φαινόμενα και τα συναισθήματα, μας οδηγεί κατευθείαν στην αιτία και πέραν από αυτήν, στα προαιώνια νεφελώματα της ύπαρξης πριν ακόμη αυτή συγκροτηθεί μέσα στη συνειδητότητα. Έτσι, μας επιβεβαιώνει ότι η ποίηση έχει ακόμα λόγο ύπαρξης.

Ούσα ευνοημένη από τους θεούς της ποιητικής τέχνης και αφού έλυσε επιτυχώς από την πρώτη της συλλογή το ζήτημα “ποιητική ταυτότητα”, κατάφερε στη συνέχεια να πειραματιστεί και να αναπτύξει τη θεματογραφία της, να την επεκτείνει, ώστε να συμπεριλαμβάνει σαφή πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά ακόμη κι όταν η επιλογή του θέματος δεν φαίνεται να υπηρετεί τέτοιες στοχεύσεις.


Μπροστά και πίσω συμπληγάδες.
Φασματικά φοράω λοιπόν
το καθημερινό μου πρόσωπο
διάχυτη στυφή μια γεύση πικραμύγδαλου.
Επιμένω να αρνούμαι
του δυτικού πολιτισμού τ’ άσαρκα μάτια”

Έχω την άποψη ότι το έργο της Φροσούλας μπορεί να χωριστεί συμβατικά σε τρεις περιόδους:


Α’ Περίοδος:
ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ και ΔΙΑΓΩΓΗ
Εκδοτική σιωπή:1981-1995
Β’ Περίοδος: ΗΛΙΚΙΑ και ΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ
Γ’ Περίοδος: ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ,
ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ
ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ
ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ
ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ


Η ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ και ΔΙΑΓΩΓΉ σηματοδοτούν μια εντυπωσιακή, για τη νεαρή τότε ποιήτρια, είσοδο στο ποιητικό γίγνεσθαι και προδιαθέτουν από νωρίς για το τι είδους ποίηση θα έγραφε.

Σε αντίθεση με τις πλείστες περιπτώσεις ποιητών, όπου τα πρώτα τους έργα αποτελούν συνήθως πρωτόλειες απόπειρες, οι δυο αυτές συλλογές συνιστούν μια ώριμη ποιητική κατάθεση, αλλά και μια άσκηση θράσους και αυτοπεποίθησης. Με τον καπνό του 1974 να μην έχει ακόμη κατακαθίσει και την κυπριακή πραγματικότητα να ασφυκτιά μέσα από τα πολλαπλά πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά αδιέξοδα, η ποιήτρια γίνεται εν μέρει αντανακλαστικός καθρέπτης της εποχής εκείνης.


ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Στην “ΚΑΤΟΧΙΚΗ ΕΠΟΧΗ” αναδεικνύεται ανάγλυφα η βαθιά εσωτερικότητα της ποίησης της Φροσούλας. Μια διαρκής πραγματεία για την απώλεια, η οποία στην πορεία του χρόνου θα εξελιχθεί και θα αποκτήσει τραγική, συνάμα πολυδιάστατη, πολυμορφία. Και ακριβώς επειδή έχουμε να κάνουμε με ποίηση η οποία ρέει από αυθεντικές πηγές, το ελεγειακό ζήτημα της απώλειας όπως το θέτει η Φ.Κ. ποτέ δεν καταλήγει σε δακρύβρεχτες ομφαλοσκοπήσεις, αλλά καλύπτει απροσπέλαστες για πολλούς ποιητές περιοχές, γίνεται οικουμενικό. Διόλου τυχαίο το γεγονός ότι η εν λόγω συλλογή, προσέλκυσε διθυραμβικές κριτικές από σημαντικούς ποιητές τη εποχής όπως ο Μίλτος Σαχτούρης.

Το βιωματικό “Η ΜΑΝΑ-ΜΟΥ” όσο και το εμβληματικό και κυπρογενές τελευταίο ποίημα της συλλογής, ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ είναι ενδεικτικά. Διαβάζω το ποίημα «Επιστροφή».

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Γύρισα μα δεν μπόρεσα να βρω το νησί-μου.
Το πήρε ο πόλεμος.
Αθώα μαζί και ένοχη
θυμούμαι τους πλακόστρωτους δρόμους
που χάθηκαν ένα πρωί
μαζί με τα παιδιά που θέλησαν να τραγουδήσουν.

Το μαύρο συρματόπλεγμα
στο στήριξαν καρφιά σατανόμορφων ανθρώπων
που τους φοβούμαι.
Μα πάλι τι είναι τούτα τα μάτια
που ξεπετιούνται μέσα
στην παρθένα εγκυμονούσα θάνατο επιφάνεια;
Τι είναι τούτες οι κραυγές
των ξορισμένων παιδιών που δεν σωπαίνουν;
Είναι οι νέες μορφές.
Είναι οι αρχάγγελοι νέων σχημάτων.

Στα τελευταία ποιήματα της συλλογής ενσκήπτει ένας θυελλώδης ερωτισμός. Μυθολογικές μορφές περιπλέκονται μεταξύ τους, ενώ κυριαρχικά επιβάλλεται η μορφή του Χριστού. Ο Έκτορας, ο Αχιλλέας, η Περσεφόνη, η Μαγδαληνή, μια διονυσιακή περιδίνηση προχωρημένη για την εποχή της. Ο Γιάννης Ιωάννου σημειώνει σε κριτικό του σημείωμα για την Κατοχική Εποχή πως ίσως σε άλλους καιρούς, η ποιήτρια θα είχε αφοριστεί για μερικά από αυτά τα ποιήματα.

ΔΙΑΓΩΓΗ

Στη ΔΙΑΓΩΓΗ, η έννοια του χρόνου διατέμνεται σε ατομικές μαρτυρίες εικόνων. Οι υποδομές της ποίησης είναι υπογειοποιημένες σαν ηλεκτρικά καλώδια.
Η Φ.Κ δεν φοβάται τις λέξεις, δεν φοβάται το αρχέγονο τους νόημα, τις ελέγχει και εν τέλει τις μεταμοσχεύει σε νέα πιο σφριγηλά σώματα, τα οποία συναποτελούν το ποιητικό της γλωσσάρι.
Η Κύπρος ή ό,τι απέμεινε από αυτήν παραμένει σημαντικό στοιχείο της θεματικής της, χρωματισμένη όμως με την αίσθηση της παρακμής, της διάψευσης, σκιασμένη από ένα ελεγχόμενο χάος, διανθισμένο από την ανάγκη του έρωτα, ενός έρωτα απελπισμένου.

Με πλησίασες
μ’ ένα κράμα ανεμελιάς και ιδιόρρυθμο.
Επέμενα να σου φορέσω ένα διάτρητο πουκάμισο.
Το νεκρό βάρος που τύλιγε το σώμα – σου
δεν μπόρεσα να το σηκώσω ούτε
και με του Αιόλου τον άνεμο”

Ουσιαστικό ρόλο στη συλλογή διαδραματίζουν τα αριθμημένα από το ένα μέχρι το δέκα ποιήματα, τα οποία εμφανίζονταιστη συλλογή με ακανόνιστη σειρά, ωσάν να είναι διασκορπισμένα. Στα ποιήματα αυτά, η πραγματικότητα μοιάζει να αποσυντίθεται μέσα από τον ποιητικό καθρέφτη της Φ.Κ. και να αποτυπώνεται με χρώματα μελανά, προσαρμοσμένα στις απαιτήσεις των ταραγμένων καιρών.

“ΠΟΙΗΜΑ ΕΒΔΟΜΟ”

Αυτοί σε σταθερή σιωπή
λόγχισαν την ψυχή-τους
και δέχτηκαν την πλάνη.
Η αδιαλλαξία τους ξεγέλασε εύθραυστη.
Ο θάνατος τιμήθηκε δυνατός.


Ακολουθούν 14 χρόνια σιωπής μέχρι την έκδοση της τρίτης ποιητικής συλλογής, ΗΛΙΚΙΑ, η οποία είναι αφιερωμένη στη μητέρα της.
Το κάθε παιδί πρέπει κάπου να ανήκει και η Φροσούλα, αιωρούμενη από το μητρικό καθεστώς της τρυφερότητας σε ηλικία μόλις επτά μηνών, βρήκε θαλπωρή στην οικογένεια που την ανέλαβε και την οποία ποτέ δεν θεώρησε ανάδοχη, αλλά πραγματική.
Το τραύμα δεν επουλώνεται, αλλά μαθαίνει να συνυπάρχει με τα μύρα και τα έλαια της αγάπης.

ΤΟ ΑΜΑΞΙ ΜΟΥ ΕΊΝΑΙ ΥΠΟ ΔΙΑΛΥΣΗ Ή ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΟΣΟ ΕΛΕΙΠΑ

“Μια γυναίκα ωραία, η μάνα μου, με κοιτάζει πίσω απ’ τα γυαλιά της
γλιστράει μέσα από στρατιές αγγέλων.
Είναι γλυκιά και όμορφη
μα είναι πεθαμένη.
Μου φτιάχνει το παιδί στην αγκαλιά, χαμογελάει.
Μου λέει να προσέχω, να γελώ.
Της λέω είμαι καλά.
Φοβάμαι μόνο μη λείψουν τα κίνητρα
στα χελιδόνια να γυρίσουν
μη φτάσω να εξαγοράσω τη θητεία των πτηνών.
Και μ’ απαντάει
η μεταχείριση του αστρικού ωκεανού
στέλνει μηνύματα στο άπειρο.
Ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός.
Είναι η πιο αισθησιακή μεταγραφή του σύμπαντος.
Είπε
και κίνησε να φύγει γνέφοντας.


Με ήδη οικοδομημένη την προσωπική της μυθολογία από τις δυο πρώτες συλλογές, στην ΗΛΙΚΙΑ αλλά και στο ΣΑΝ ΝΑ ΣΥΝΕΒΗ, η ποιήτρια διευρύνει και ολοκληρώνει τις διαστάσεις των υπαρξιακών της αναζητήσεων της στα αναβλύζοντα ανεξιχνίαστα όρια του πιο απροσπέλαστου βιωματικού πυρήνα. Διατηρεί ταυτόχρονα την ευαισθησία της για τα διαχρονικά ζητήματα, τα οποία από το πρώτο μέχρι το τελευταίο της βιβλίο την απασχολούν. Επιπρόσθετα, ο δυο αυτές συλλογές υποψιάζομαι ότι λειτουργούν εκπληρωτικά, ώστε η ποιήτρια να ελευθερωθεί από τον προηγούμενο ποιητικό της εαυτό, να περάσει στο επόμενο, ήδη ορατά διαφεγγές, στάδιο.

“Ένα βαρυφορτωμένο καράβι
που κινδυνεύει
καρφωμένο στις εφημερίδες
οι πρόσφυγες”..

Στις συλλογές ‘ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΦΛΑΜΙΓΚΟΣ” 2005 και ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ, οι έννοιες του νερού, του ανέμου, των στοιχείων της φύσης, παρασέρνουν τους εσωτερικούς χώρους, τους οποίους διασώζει το σταθερό όραμα και η στιβαρότητα της γραφής.
Ακόμη και στις πιο θολές της αναφορές, η ποίηση της Φ.Κ. υποβάλλεται και επιβάλλεται ανεπιτήδευτα και μας ωθεί να αναζητήσουμε τα βαθύτερα νοήματα των υπαινιγμών της μέσα από ρυθμισμένες δόσεις λυρισμού, φαντασίας, σουρεαλιστικών εικόνων. Ειδικά στα ΠΑΛΙΑ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙΑ, νιώθει κανείς τη διακριτική απόπειρα για κάτι ανανεωμένο, βασισμένο πάντα στις μέχρι τότε κατακτήσεις, κάτι ακόμα πιο σμιλεμένο.

Η Συλλογή ΜΙΣΟ ΣΚΟΤΑΔΙ το 2010 είναι μια σειρά από άρτια χαϊκού. Τα θέματα παραμένουν τα ίδια, οι αναζητήσεις όμοιες, μόνο η μορφολογική τους απεικόνιση άλλαξε, ακόμη μια απόδειξη του πόσο δεν φοβάται η ποιήτρια να διαχειριστεί την ανάγκη της για αλλαγή των εκφραστικών της μέσων.


Έρχεται βροχή
Και τα φύκια πεθαίνουν
χωρίς αιτία


Οι άσπροι κύκνοι
όλο το βράδυ φεύγουν
πόσοι πέρασαν

Οι τόποι μικροί
κενά κρύβουν μεγάλα
και με φοβίζουν

Η Φ.Κ. αποδεικνύει ότι μπορεί να καταθέσει αξιόλογο δείγμα δια μέσου και αυτού του είδους της γραφής που απαιτεί ευρυθμία, λιτότητα και άμεση πύκνωση.
Είναι αλήθεια πώς δύσκολα θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ποιήτρια ήταν ποτέ θιασώτρια της υπερβολικής αναλυτικότητας, τα ποιήματα της ήταν ανέκαθεν ολιγόστιχα, με κάποιες μικρές εξαιρέσεις. Στα υπό αναφορά χαϊκού, η μελαγχολική διάθεση είναι μεν εμφανής, δεν πρόκειται όμως για απαισιοδοξία, ούτε για μοιρολατρία, αλλά για ένα φως που θέλει να λάμψει και που η ποιήτρια αδημονεί να το δει, όχι για τον εαυτό της, αλλά για τον άνθρωπο, τον ρημαγμένο από τον πόλεμο ή τα κοινωνικά και υπαρξιακά αδιέξοδα.

Τα δυο τελευταία βιβλία ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗ και ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, αποτελούν κατά την άποψη μου το απόσταγμα μιας σημαντικής στροφής για την ποιήτρια μας. Ταυτόχρονα, συνιστούν μια σημαντική κατάθεση στη νεοελληνική, αλλά και ευρύτερα την ευρωπαϊκή λογοτεχνία.
Οι λέξεις όσο ποτέ άλλοτε είναι εφοδιασμένες με αναθρώσκουσες μνήμες. Ατιμωτικά για τον σύγχρονο πολιτισμό, συμβάντα, καταλαμβάνουν την οπτική της ποιήτριας.
Εδώ, ο πανανθρώπινος χαρακτήρας της ποίησης της Φ.Κ. αποκρυσταλλώνεται, καθώς ο κύκλος των οικείων θεμάτων, διανοίγει για να περικλείσει τις οιμωγές και τους σπαραγμούς των ανθρώπων που πλησιάζουν, αλλά ποτέ δεν έρχονται. Δεν έχουμε να κάνουμε, επομένως, με τον καημό, τον πόνο, την οδύνη της ποιήτριας. Εδώ το προσωπικό της ύφος περνά διακριτικά σε δεύτερο ρόλο και προέχει η ανάγκη της να αρθρώσει τη δική της μαρτυρία για τον ηθικό και ενίοτε φυσικό καταποντισμό του σύγχρονου ανθρώπου, είτε στο Αιγαίο, είτε στον βυθό κάποιας πόλης που τη λένε Αθήνα.

“Μόνο η σιωπή του ανθρώπου
σε μια κοινότητα πόνου
Ακόμα και οι άγγελοι κοιμούνται
όταν άλλοι πεθαίνουν
τα χαμένα λόγια
κατεβαίνουν στη θάλασσα”.

Ή
“ Η αγάπη
κύλησε σαν το νερό
ακούμπησε τη θάλασσα
στο πίσω μέρος του ουρανού
καθρέφτης γυρισμένος
προς τα μέσα

εκεί περνούν τα τρένα
παιδιά με κλάματα
μην κοιμηθείς”

Οι ποιητικές κεραίες της Φ.Κ. συλλαμβάνουν την παραλυτική προέλαση του ανθρώπινου παραλογισμού και του χρόνου. Μέσα τους στίχους της ΣΚΟΤΕΙΝΗΣ ΣΥΓΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ μνημειώνεται η πορεία ενός κόσμου που φυλλορροεί, με κατεδαφισμένα τα ιδανικά που θα έπρεπε να τον διέπουν.
Παράλληλα, ο εύθρυπτος άνθρωπος θρυμματίζεται ανέλπιδα κάτω από τα δόντια του ανελέητου σπαστήρα της ατομικής και συλλογικής μας μοίρας.
Με στίχους στους οποίους η ποιητική γόμωση εκρήγνυται διαδοχικά, στίχους τολμώ να πω “κολοσιάτικους” η Φροσούλα Κολοσιάτου μετατρέπει το στιγμιότυπο σε ποιητική εικονοποιεία.

Στο ποίημα του "Μακάριοι οι Ισορροπημένοι", ο Κουβανός ποιητής ROBERTO FERNADEZ RETAMAR έγραψε τους εξής δυο στίχους:

"...Αλλά αφήστε ελεύθερους αυτούς που δημιουργούν τους κόσμους και τα όνειρα,
Τις αυταπάτες, τις συμφωνίες, τις λέξεις που μας διαλύουν.."


Ίσως να εννοούσε κάτι ανάλογο με αυτό που ακολουθεί. Γράφει η Φροσούλα:

"Με εξαντλεί ό,τι αγάπησα
Η ζωή μας σε στασιμότητα
Μόνο ο χρόνος περνάει γρήγορα
Κραυγή για το αμετάκλητο
Όπως το σκοτάδι
Ό,τι με βασανίζει συρρικνώνεται
Αόρατος τυφώνας συμπαρασύρει
Υποβρύχιο παραμύθι σε περιδίνηση
Τρισδιάστατο ταξίδι
Κόσμος οικείος

Υπάρχει το σπίτι που αγάπησα
Η λαβή από το μπαστούνι
Της μητέρας
Και η φωνούλα από κουρδιστή κούκλα
Τραγουδά ένα πλεόνασμα αγάπης

Όταν φεύγουν οι άνθρωποι
Αφήνουν πίσω τους
Παράξενες μικρές αναμνήσεις
Έρχονται σαν απρόσκλητοι επισκέπτες
Ίσκιοι της μεταμόρφωσης
Κρατούν στα χέρια τους
Συμβολικούς θανάτους

Φέρνει τα μέλλοντα
Να μοιάζουν με τα παρελθόντα
Το μετέωρο βλέμμα τους"...


Η Ποιητική Συλλογή ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ, φόρος τιμής στα αθώα κύματα των προσφύγων, εντάσσεται στο πλήθος του ποιητικού ξεσπάσματος αλληλεγγύης το οποίο προκάλεσε η τραγωδία των προσφυγικών ροών. Ξεπερνώντας κατά πολύ την επικαιρική διάσταση του θέματος, η ποιήτρια μέσα από τη λιτή, καθόλου καταγγελτική, και χαμηλόφωνη έκφραση, ανεγείρει μικρά αλλά στέρεα μνημεία για κάθε αδικοχαμένο που κατάπιε το ανήξερο υγρό στοιχείο, αλλά στην πραγματικότητα, δολοφόνησαν οι ταγοί της απληστίας και της αναλγησίας και οι έμποροι του θανάτου. Η Φ.Κ. μετατρέπεται σε ποιήτρια του κόσμου, η φωνή της ηχεί σαν μοιρολόι μέσα από τα σπαράγματα αυτών που δεν είχαν ποτέ φωνή, αυτών που δεν τα κατάφεραν, αυτών που νεκροί ή ζωντανοί, συνεχίζουν να οιμώζουν στα αυτιά και στη συνείδηση όσων τολμούν να ακούσουν.





Η Τρικυμία της απόδρασης

Περίτεχνα ο τυφώνας
φοράει τα μάτια του νερού
Δίχως επίθετο
η αλμύρα διαβρώνει τους νεκρούς
γωνία ακτής και θάλασσας


Μας υπενθυμίζει η ποιήτρια γιατί η ποίηση στις καλύτερες της εκφάνσεις είναι το σήκωμα της τρίχας, το ανακάτωμα του στομαχιού, η συνειδητοποίηση ενός νοήματος που πρέπει να ανασυρθεί κάτω από το χώμα της καθημερινής λήθης και αδιαφορίας:

Μια θάλασσα προκλητική τους κυκλώνει
μοιάζουν ήρεμοι
όπως αυτοί που έχουν πεθάνει


Ίσως για πρώτη φορά, στη συλλογή "ΦΟΡΑΕΙ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ", η Φ.Κ. επιτρέπει στο λυρικό στοιχείο να διεισδύσει τόσο έντονα στην ποιητική της και να ντύσει διακριτικά, με αγάπη κραυγαλέα, αλλά και βουβή, το θρηνητικό μαρτύριο χιλιάδων ανθρώπων που πνίγηκαν και εξακολουθούν να πνίγονται δίπλα μας.

Επίλογος

Η Φροσούλα Κολοσιάτου κατάφερε στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής της διαδρομής να αγκαλιάσει και να αναδείξει με τρόπο αληθινό, γοητευτικό, αιρετικό, μοιραίο, αλλά και ακριβή, ακανθώδη και διαχρονικά θέματα. Απορρίπτοντας από νωρίς τον εύκολο δρόμο της συναισθηματογραφίας, κατόρθωσε να δημιουργήσει μέσα στο αποσυνθετικό τοπίο των καιρών μας ένα εύκρατο φυσικό περιβάλλον, δίδοντας μας, όσο και αν ακούγεται, αντιθετικό, ποίηση καυτών θερμοκρασιών, όπου τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.
Επιχείρησε πάνω σε κάθε λογής πεδία, της πατρίδας, του ανθρώπου, της μνήμης, του χρόνου, της ύπαρξης και όχι μόνο “επέζησε” αλλά επιβλήθηκε.
Σφυρηλάτησε ένα δικαιωμένο ποιητικό ιδιωματισμό σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι λέξεις της να μπορούν να αναπνέουν και να ζουν μόνο μέσα από τον απόκρυφο κώδικα της γραφής της και να λάμπουν μονάχα στα όρια του λειτουργικού ποιητικού σύμπαντος που δόμησε.

Ανατρέχοντας ξανά και ξανά σε συγκεκριμένα ποιήματα της Κολοσιάτου, μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει ότι ο χρόνος δεν συνεπάγεται αυτομάτως ζωή, ότι ο χρόνος είναι μια ευκαιρία για ζωή, αλλά και μια δυνατότητα αποτροπής του καθημερινού θανάτου, αφού ακόμα και η επαλήθευση των καλύτερων προφητειών εναπόκειται στις ανθρώπινες πράξεις οι οποίες εν τη απουσία ενός άμεσα απονέμοντα το δίκαιο ή έστω αποτρέποντα τις αδικοπραγίες, θεού, δυστυχώς πάντα θα έχουν στην άλλη όψη του ωραίου τους, το στίγμα του απεχθούς.
Από την ποίηση δεν μαθαίνεις κάτι. Η ποίηση ως φορέας συμπιεσμένου χρόνου, κυοφορεί κρυογονικές αλήθειες που, όμως, η ίδια ποτέ δεν τις γεννά. Ο τοκετός τους εναπόκειται στον αναγνώστη.
Η ποίηση της Φ.Κ. φέρει στον μυελό της τέτοιες κρυογονικές αλήθειες, τις οποίες μας καλεί να αποκαλύψουμε, να ιχνηλατήσουμε και να αφουγκραστούμε.
Μας καλεί επίσης διεισδύσουμε σε βιώματα που δεν παραμένουν ασφυκτικά κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση την οποία και τροφοδοτούν γενναιόδωρα.
Αυτά είδα ότι είπε η Φ.Κ. με την ποίηση της και με αυτόν τρόπο.


Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ ΓΕΝΕΩΝ



Ηταν μια βραδιά γεμάτη εκπλήξεις μέσα στην ποίηση η 19η Μαρτίου 2018. Η κατάμεστη αίθουσα της επιβλητικής Πύλης Αμμοχώστου, ασυνήθιστα κατάμεστη για "το καταφύγιο που φθονούμε".
Η ριψοκίνδυνη απόπειρα, του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων, να φέρει μαζί σε μια δοκιμή συνύπαρξης 10 διαφορετικές ποιητικές φωνές από τις μακρινές σαν χώρες και κοντινές σαν γειτονιές, γενιές της ποίησης μας. Ο νέος Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού που χθες έγινε πιο πολύ "και Πολιτισμού" παραμένοντας μέχρι το τέλος τέλος, και κυρίως ακούγοντας, ενώ οι προκάτοχοι του είτε δεν έρχονταν είτε έφευγαν στα 15 λεπτά. Ας παραμείνει έτσι.
Η πιανίστρια Γιούλια Ονησιφόρου και ο 14χρονος φλαουτίστας Alexander Korzni
kov που έθελξαν.
Και το κρασί αναπάντεχα καλό και οι μικρές παρέες που σχηματίστηκαν μετά.
Αλλά πρωτίστως:
η Αλεξάνδρα Γαλανού με την νοηματική της απλότητα
ο Παναγιώτης Νικολαϊδης και οι ήρεμες συναισθητικές του βυθίσεις
Ο Χρήστος Μαυρής με τους δαίμονες και τα σκοτάδια του
O Gurgene Korkmazel με τη λυρική του διαπεραστικότητα και την "κατάρα της λεηλασίας" του
ο Μάριος Αγαθοκλέους και η παράφορη εκφορά του πάθους του
Η Στέλλα Βοσκαρίδου με την ορμή μιας ποίησης που ανατέλλει καθηλωτικά
η Ρωξάνη Νικολάου με τη λεπτότητα των στίχων της σαν ίχνη που βαθαίνουν μετά το πάτημα
Ο Γιώργος Καλοζώης και οι φανταστικοί του κόσμοι, οι μεγαλειώδεις του συνευρέσεις ζωντανών, νεκρών, πετούμενων και αγριμιών

ο Λεύκιος Ζαφειρίου και η νοσταλγική του διάθεση για μια Κύπρο που έγινε χάραγμα και αποτύπωμα και ο Κώστας Βασιλείου με την ποιητική του περκαλλοσύνη και τη σπάνια-μέσα στη νεότητα των 79 τόσων χρόνων του- γενναιοδωρία προς τους ηλικιακά- και μόνο- νεότερους...

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ "Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ"

 ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Πήγαμε και χθες σε κηδεία
και ήταν υπέροχα.
Οι μαυροφορεμένοι
μαυροφορεμένοι
οι περισσότερο πενθούντες
οι ελαφρώς θλιμμένοι
οι σοβαροί με τα μαύρα γυαλιά
οι καθηκόντως παρευρισκόμενοι
ο παπάς με τα γυναικεία εσώρουχα
ο στρωτός δήμαρχος
ο στρογγυλός κοινοτάρχης
ο αξιότιμος βουλευτής
με τον τραπεζικό του λογαριασμό
τα μαύρα πουλιά
οι νυχτερίδες – αυτά τα θαυμάσια κατοικίδια
και ο πεθαμένος στη θέση του
ξαπλωτός με ραμμένα βλέφαρα
φορούσε το καλό του κοστούμι
γαλήνιος, μέχρι την ώρα
που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας
πλημμύρισε ξαφνικά το ναό
μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα
μιας αχαλίνωτης γυναίκας
κατά λάθος ζωντανής μες στους νεκρούς
έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος
αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο
κανείς περίλυπος
δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο.
 

ΤΟ ΚΑΦΕ ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ

Διαβάζω ένα καφέ βιβλίο.
Ο συγγραφέας είναι νεκρός
ο μεταφραστής είναι νεκρός
ο βασικός ήρωας αυτοκτόνησε.
Εγώ είμαι ακόμη ζωντανός.
Κάθομαι στο κοίλο ενός άγνωστου φεγγαριού
και πίνω μια ξανθιά μπύρα.
Ποιος είπε ότι ο θάνατος
είναι ανίκητος;




ΔΡΟΜΟΣ ΜΕΤΑΞΥ ΟΥΡΑΝΟΥ ΚΑΙ ΓΗΣ

Ταξιδεύοντας στον δρόμο Κοιλανίου-Αμιάντου
βλέπω ξαφνικά
καβάλα στο γαϊδουράκι του
τον κύριο Κώστα
τον παππού μου
η ώρα πέντε του χαράματος.
Πού πάς παππού; τον ρωτώ
Κυριακή ημέρα
το μεταλλείο είναι κλειστό
δεν γίνεται η ανάγκη να σε πηγαίνει πάλι στη δουλειά.
Τα ίχνη των βημάτων του
πολλών ετών θαρρώ
βυθίζονταν ανεξήγητα στην άσφαλτο
τον ακολούθησα με πόθο βαθύ
τρυπημένο από νοσταλγία αιχμηρή
να τον κουβεντιάσω ήθελα
τώρα που τον συνάντησα
με κοιτάζει όμως παράξενα
δεν αποκρίνεται στις εκκλήσεις μου
παρά μόνο προχωρά.
Είμαι ο άγγονας σου, παππού
τα σκαμμένα χέρια σου
με κράτησαν κάποτε σφικτά
σε αυτόν τον κόσμο
χωρούσα ολόκληρος μες στις χούφτες σου
τις αργίες
με πήγαινες στον κινηματογράφο
πηδούσα κρυφά μέσα στο έργο
και επέστρεφα
λίγο πριν ξυπνήσεις
αποκαμωμένος συ από τη σκληράδα των ημερών σου
συγχώρα με
δεν θυμούμαι ούτε μια ταινία πια
θερμομετρούσες μέσα μου τον πυρετό
με τα πόδια στον γιατρό για τα φάρμακα
μέσα στ’ αγιάζι
τις νεροποντές
δεν έμαθες ποτέ σου ποδήλατο
πάνω σε πέτρες κύλησε η ζωή σου
από καιρό σε κατάλαβα
δεν ήξερες πέραν της αγάπης
πώς την αντλούσες; Από πού;

Έβλεπες χορδές να παίζουν
δίχως ήχο
μεγάλη χωματερή η υπομονή
χωράει όλο το σκουπιδαριό του κόσμου.
Δεν χαίρεσαι που με θωρείς, παππού;
Τον ρώτησα.
Συνέχισε ατάραχος τον δρόμο του.
Πες μου πώς γίνεται
εσύ στους ζωντανούς να βρίσκεσαι
σε θάψαμε γρήγορα
ήταν Μάης
πώς να σε περιφέρουμε
μέσα σε ανθισμένους κήπους;
Κοντοστάθηκε τότε
κάτι μουρμούρισε δίχως ν’ ακούσω
(σαν θλίψη χωρίς το σχήμα των λέξεών της)
και προχώρησε σκυφτός
έτρεξα ξωπίσω του
ήθελα να τον αγκαλιάσω
αν και ήξερα ότι τα απέφευγε όλ’ αυτά
οι αγκαλιές δεν είναι για τους άνδρες,
μου έδειχνε.
Δεν τον προλάβαινα.
Περπάταγε ανάλαφρα
πέραν απ’ το ταχύ ή το αργό
δοκιμασμένος καιρό στο βασίλειο της σιωπής
τον έχανα, γινόταν σκιά ασύλληπτη
ενώ εγώ από κάπου αιωρούμουν
σαν στοιχειό.
Κοίταξα γύρω μου
ξέβαφαν τα χρώματα
το τοπίο πίσω απ’ του Τροόδους τα βουνά
μαβί πηχτό, μολύβι
πανδαισία από στάχτη
έσμιγε όλη την απελπισία
σε τερατούργημα αποχρωματισμένο
έβγαλα τότε μακρόσυρτη κραυγή
που κατάλαβα
πως κανείς δεν μαθαίνει
ότι επέθανεν.

Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

ΕΠΤΑ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 
 Δυο κυρίες στην παλιά Λευκωσία

Tις Κυριακές
χαμηλότερα από τη ψαλμωδία του Ιμάμη που αγκιστρώνεται σαν σκέπαστρο στον αέρα
γηραιές κυρίες εξέρχονται από τα μνημόσυνα κρατώντας πιάτα με κόλλυβα.
Τα μοιράζουν
όχι μόνο σε κοντινούς
αλλά και σε περαστικούς
που δείχνουν περισσότερο να πεινούν
παρά κάποιο ενδιαφέρον
για τα τελετουργικά.
Δυο τέτοιες κυρίες
την ώρα που ο συρμός
πολλών παράξενων ανθρώπων σκορπίζεται
στα οφιοειδή σοκάκια
πλησιάζουν προς το μέρος μου
“όχι, όχι την άλλη Κυριακή, δεν θα είμαι,
θα λείπω”
λέει η μια περήφανα
σαν να είναι ό,τι πιο σημαντικό της συνέβη
τον τελευταίο καιρό.
«με προσκάλεσαν,
με προσκάλεσαν πολλές φορές
και τελικά δέχτηκα».
Το λέει αργά επισυνάπτοντας στην κάθε λέξη
μια παύση θριάμβου
το λέει υπογραμμισμένα
σε απόσταση αναπνοής
από το πρόσωπο
της αγαπημένης της φίλης.
***
Τα Σάββατα που έφυγαν

Τα Σάββατα μου τότε
είχανε χρώμα διαφορετικό.
Και οσμή από νιότη.
Ο ήλιος ανάτελλε πιο δυτικά.
Τα μεσημέρια
έβαζα στα φτερά μου αργίλιο για να αντέχουν.
Bάραιναν όμως και έπεφτα
έχω σπάσει ξένοιαστος χέρια και πόδια.
Εδώ και καιρό δεν πετώ.
Τα Σάββατα μου τότε
είχανε χρώμα διαφορετικό.
Σήμερα είναι πάλι Σάββατο
Κοιτώ τους φοιτητές στην καφετέρια
από το παράθυρο του τρίτου ορόφου
καπνίζοντας.
Μια χαριτωμένη
με τη συνοδεία μελωδικής μουσικής
σαν μπαλαρίνα
κραδαίνει με χάρη στην άκρη των δακτύλων της
ένα κομματάκι
το βάζει στο στόμα της
και υποθέτω το μασά.
Το κομματάκι κυλά βαθιά
μες στον λαιμό της.
Μετά
γυρίζει την πλάτη της προς εμένα
κι είναι σαν να με βλέπει.
***
Ανάσταση

Πήγαμε και χθες σε κηδεία
και ήταν υπέροχα.
Οι μαυροφορεμένοι
μαυροφορεμένοι
οι περισσότερο πενθούντες
οι ελαφρώς θλιμμένοι
οι σοβαροί με τα μαύρα γυαλιά
οι καθηκόντως παρευρισκόμενοι
ο παπάς με τα γυναικεία εσώρουχα
ο στρωτός δήμαρχος
ο στρογγυλός κοινοτάρχης
ο αξιότιμος βουλευτής
με τον τραπεζικό του λογαριασμό
τα μαύρα πουλιά
οι νυχτερίδες – αυτά τα θαυμάσια κατοικίδια
και ο πεθαμένος στη θέση του
ξαπλωτός με ραμμένα βλέφαρα
φορούσε το καλό του κοστούμι
γαλήνιος, μέχρι την ώρα
που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας
πλημμύρισε ξαφνικά το ναό
μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα
μιας αχαλίνωτης γυναίκας
κατά λάθος ζωντανής μες στους νεκρούς
έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος
αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο
κανείς περίλυπος
δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο.
***
Δυο αγαπημένοι

Tης κράταγε το χέρι
και περπατούσανε, πρωί απόγευμα.
Εκείνη λεπτή στα όρια της ύπαρξης
εκείνος φαλακρός, μικρόσωμος.
Έμοιαζαν καμωμένοι ο ένας για τον άλλο
όταν έβγαιναν από το σπίτι τους για τον περίπατο
τα χελιδόνια άφηναν τη φωλιά τους
για να δείξουν ότι είναι κι εκείνα μαζί.
Δεν θα το φανταζόμουν ποτέ
πως κάποιοι που έχουν περάσει τα πενήντα
κάπου εκεί
μπορούν να μοιράζονται ακόμη τόσο χρόνο
χωρίς να βαριούνται και να σουρώνουν.
Έτσι μια φορά που τον είδα από μακριά
σε κάποιο παγκάκι να χαϊδεύει τα μαλλιά μιας ξανθιάς
ήμουν βέβαιος ότι έφταιγε το πολύ κλάμα
που έκαμα μικρός
η τάση μου να βλέπω πράγματα που δεν υπήρχαν.
Τώρα όμως δεν ξέρω ποια από τις δυο εικόνες είναι αληθινή.
***
Ταχυπαλμία

Όποτε με πιάνει ταχυπαλμία
με κυριεύει ένας φόβος
ότι κάτι κακό θα μου συμβεί
όμως προχθές
που έφτασα τους 200 παλμούς
την ώρα που ξεντυνόσουν
την ώρα που ξεντυνόσουν για μένα
δεν φοβήθηκα καθόλου.
***
Σε κάποιο σκοτάδι της κόλασης

Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ αγγίζει.
Κάθομαι φωταγωγημένος από πυρσούς έκπτωτων αγγέλων
στο παγκάκι της κόλασης
επειδή μπορώ πια και να παίξω με τους δαίμονες
και να τους στριμώξω προσωρινά
μέχρι το σκοτάδι να σκεπάσει τα πάντα.
Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος ταυτόχρονα
-σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.
***
Απόπειρες

Τα ποιήματά μου γράφονται
μέσα από πολλές ανεπιτυχείς απόπειρες.
Απόπειρες εξαντλητικές και ατελέσφορες.
Περπατώ σε ένα πανάρχαιο δρόμο
ένα δρόμο κατασκότεινο
που ξαφνικά ένα τεράστιο φανάρι τον φωταγωγεί.
Και τότε μόνο βλέπω καθαρά
το σκοτάδι.

Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

ΣΤΑ ΒΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ - ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΒΡΑΔΙΑ

Τρία ποιήματα που απάγγειλα με μετάφραση στα αγγλικά



ΠΑΡΙΖΙΑΝΙΚΗ ΟΦΘΑΛΜΑΠΑΤΗ

Παρέλαση στο Παρίσι.
Aπροσδόκητη.
Kατευθυνόμασταν προς την Παναγία των Παρισίων.
Oι χρυσοκόκκινες στολές των λογχοφόρων
τα περιττώματα των αλόγων στο δρόμο
ζευγαράκια που φιλιούνταν
ο Σηκουάνας μια κουρασμένη κατάφαση
τουρίστες να ψάχνουν το σωστό μέρος
σουβενίρ και περίεργες ουρές περιέργων.
Σε λίγο θα χτυπήσουν οι καμπάνες
και με βάση το πρόγραμμα
ο Kουασιμόδος θα πηδήξει στο κενό
καταχειροκροτούμενος.

Από την ποιητική συλλογή “Ονειροτριβείο”, 2001


PARISIAN MIRAGE

A parade in Paris; so unexpected.
We were heading for Notre-Dame.
Gold-red uniforms of spearmen;
horses’ feces in the streets.
Love-couples kissing.
La Seine, a worn-out affirmation.
Tourists looking for the right place.
Souvenirs and curious queues of curious people.
The bells will soon toll
and according to schedule
Quasimodo will take a leap in space
so warmly applauded.

From the poetry collection DREAM-MIILL, 2001


ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΕΑΣ

Συναντιόμαστε τυχαία μια-δυο φορές τον χρόνο
χθες με είδε στην υπεραγορά την ώρα που διάλεγα
ντομάτες.
Με ρώτησε πάλι πώς πάει η μεγάλη μου κόρη
– Είναι γιος, και τώρα σπουδάζει, Ανδρέα.
– Α, ναι.
Παύση.
– Είναι καλά;
– Καλά.
Κάθε φορά η ίδια κουβέντα
πάνω από φθαρτά που σάπισαν
στην πόρτα του κουρείου ονομάτων
στο συνεργείο αλλαγής ποδιών
στις ουρές των στεγνών ανέργων
στους πεζοδρόμους των ζαρωμένων
στα χαρακώματα της πόλης
– Σκύψε Ανδρέα, όχι, όχι υπόκλιση
απλώς σκύψε.
Είναι παράξενο πώς ένας άνθρωπος
μπορεί να θυμάται λάθος πάντοτε το ίδιο πράγμα.
Πρόσεξα κι ένα τρέμουλο στα χέρια του
που επιδέξια έκρυβε κρατώντας σφικτά το καροτσάκι.
Κάνω ό,τι μπορώ να τον αποφύγω
όμως η επιμονή του να κοινοποιήσει την αμηχανία του
είναι ανίκητη.
Μια μέρα του έπεσε το κεφάλι
τρέχαμε να το προλάβουμε
στον κατήφορο.
Όταν πλήρωσα τον επόμενο εκδότη
και κυκλοφόρησα το έκτο μου βιβλίο
του το ταχυδρόμησα σε άγνωστη διεύθυνση
βέβαιος ότι με κάποιο τρόπο θα το παραλάμβανε.
Βρεθήκαμε πάλι μετά από χρόνια
στις δημόσιες τουαλέτες
για ένα κατούρημα επί πληρωμή.
«Πώς πάει η κόρη σου;
Σπουδαίο το ποίημα σου για εκείνον τον τύπο.
Απίθανος εκείνος ο τύπος,
ποιος είναι;»

από την ποιητική συλλογή Πληγείσες Περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, 2016


ANDREAS DOE

We meet randomly once or twice a year
Only yesterday he saw me at the supermarket picking
tomatoes.
And again he asked how my eldest daughter was.
- A son, Andreas, now a student.
-Right, right.
Brief pause.
- Is he alright?
- He’s fine.
The same chat each and every time
over groceries gone bad
at the door of the clipper of names
the repair shop for replacement of limbs
in the queues of dry jobless people
the pavements of the shrunken
the trenches of the cityLean forward Andreas, no, don’t take a bow
just lean forward.
Strange how someone
can always remember the same thing wrong.
I noticed a slight tremor in his hand
though skillfully he tried to hide it by clinging onto the shopping cart.
I do my best to avoid him
but he persists on sharing his embarrassment.
You can’t beat that.
One day he dropped his head
We ran to catch it
downhill.
When I paid the next publisher
to bring out my sixth book
I mailed it to an address unknown
certain he would receive it somehow.
Years later we met again
in the public toilets
paying for a pee.
“Say, how’s your daughter?
Loved your poem about that guy.
I can’t believe that guy!
Who is he?”

From the poetry collection AFFECTED AREAS (RAW TALES) 2016


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ
ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.

Από την ποιητική συλλογή Πληγείσες περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, 2016


STORIES YOU COMPREHEND
MUCH LATER

Each noon in the parking lot of the block of flats
a policeman would chase after us ablaze
in his shorts
and the orchard owner.
The first bedamned us for playing ball
and ruining his siesta
he’d grab a wooden stick and rush down
to beat the crap out of us.
The second would howl incomprehensibly
a brute
certain he would catch us
red handed stealing fruit from his trees.
But we were more ablaze than them.
And faster.
It took me years
to suspect
that perhaps more than us
they hated our laughter
and that
power and ownership
have no love for children.

From the poetry collection AFFECTED AREAS (RAW TALES) , 2016

translated from the Greek by Despina Pirketti

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ: Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΕΙΝΑΙ ΓΥΜΝΟΣ

Ένα γνωστό και σύνηθες φαινόμενο της ψευδοδημοκρατίας μας είναι, δυστυχώς, η έντονη αντίδραση του κυρίαρχου Συστήματος σε οποιαδήποτε αυθόρμητη και, κυρίως, ελεύθερη κίνηση ή έκφραση. Κι αυτό γιατί το Σύστημα επιμένει με πείσμα να αναπαράγει και να συντηρεί την αυτοεικόνα και τη δομή του πάση θυσία, διαστρεβλώνοντας και ισοπεδώνοντας, χωρίς κανένα ενδοιασμό, οποιαδήποτε ειλικρινή και δημοκρατική θέση ή αντίθεση, χαρακτηρίζοντάς την σκοπίμως ως συμφεροντολογική, μεμονωμένη, αβάσιμη, συμπτωματολογική. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η συμπτωματολογική πρόσληψη της παρρησίας (ότι δήθεν δεν λέει την αλήθεια, ότι εκφράζει ως σύμπτωμα την ιδιαιτερότητα και τα άρρητα σύνδρομα, π.χ. την εσωτερικευμένη απόρριψη του ομιλητή) λειτουργεί θεραπευτικά, εν προκειμένω, για την πληγωμένη μυθολογία του κυρίαρχου. Η αστυνομία, με άλλα λόγια, δεν δέρνεται· το Υπουργείο δεν αμφισβητείται.
Η τεχνοκρατική και διαστρεβλωτική,
λοιπόν, απάντηση των Πολιτιστικών Υπηρεσιών στη δήλωσή μας κατά του τρόπου λειτουργίας του θεσμού των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας, ήταν, ως εκ τούτου, αναμενόμενη και απέδειξε, δυστυχώς, για ακόμη μια φορά ότι το Σύστημα δεν εστιάζει στον δημοκρατικό διάλογο, την εξυγίανση και τον εκσυγχρονισμό, αλλά στρέφεται με μένος κατά των ελεύθερων φωνών και ανθρώπων που καταθέτουν ότι ο βασιλιάς περιφέρεται στους δρόμους ολόγυμνος. Εν τοιαύτη περιπτώσει, το αόρατο και πανίσχυρο ένδυμα του βασιλιά είναι το ίδιο το Σύστημα, το οποίο θερίζει σαν στάχυα όσους ανυπότακτους σπάζουν τη σιωπή και αρθρώνουν ελεύθερη, κριτική σκέψη.
Πιο συγκεκριμένα, οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες κάμνουν ότι εξιππάστηκαν, ότι εππέσαν που τα σύννεφα, ότι εν εξανακούστηκεν ποττέ, τέλος πάντων, ότι ο θεσμός των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας νοσεί. Κι αυτό γιατί, σύμφωνα με αυτές, όλα στον θεσμό λειτουργούν τέλεια, όλα πηγαίνουν πρίμα, όλα είναι αρμονικά πλασμένα και ιδανικά, εκτός φυσικά από τέσσερεις βέβηλους, φιλόδοξους και υπερφίαλους αιρετικούς που φωνάζουν έξω από τα τείχη, δημιουργώντας «ένα θλιβερό πνευματικό σκηνικό [καρκασιαλλίκκιν] που δεν υποβοηθεί τον ίδιο τον θεσμό» ούτε «προωθεί ένα γόνιμο διάλογο» για το θέμα. Η πιο πάνω θέση καταδεικνύει, κατά την άποψή μας, περίτρανα ότι οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες δεν επιθυμούν στην πραγματικότητα ένα δημοκρατικό διάλογο για τον εκσυγχρονισμό του κρατικού θεσμού των λογοτεχνικών βραβείων. Αντίθετα, επιθυμούν το στρουθοκαμηλίζειν και το κραυγάζειν «Ζήτω ο Βασιλιάς» για ευνόητους λόγους.
Η δε κροκοδείλια επίκλησή τους για «γόνιμο διάλογο» ως ρυθμιστικού ιδεώδους, δεν επιδιώκει στην πραγματικότητα τίποτε άλλο παρά να διασφαλίσει τη δική τους κατεστημένη οπτική έναντι, φυσικά, κάθε καινούριου λόγου που εκφράζει διαφωνία και επανακαθορίζει την έννοια του διαλόγου ως αγώνος. Ο διάλογος, με άλλα λόγια, που επιδιώκουμε στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι με κανένα τρόπο αναπαραγωγικός ή δουλοπρεπής, όπως, ίσως, θα ήθελαν οι αρμόδιοι. Αντίθετα είναι αγωνιστικός, παράγει διάκενα μέσα στα οποία μπορεί να αναπνέει η διεκδίκηση για το καινούργιο· επιφέρει, τέλος, ρωγμές στην ολοποιητική και μονοπωλιακή ρύθμιση του κατεστημένου νοήματος, για να μπορέσει, επιτέλους, να ανανεωθεί η συζήτηση και να φωτιστεί διαφορετικά το θέμα. Ο «γόνιμος διάλογος», από την άλλη, που δήθεν επικαλούνται οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες αποτελεί στην πραγματικότητα ένα οξύμωρο ιδεολόγημα της ποιμαντορικής εξουσίας, με το οποίο επιχειρείται η δαιμονοποίηση της γόνιμης παρέκκλισης ως μιαρούς απόκλισης και κατ’ επέκταση η παρεμπόδιση της αλλαγής και ο ευνουχισμός του καινούριου.
Όπως είναι γνωστό, εξάλλου, απαραίτητη προϋπόθεση για έναν υγιή διάλογο γύρω από το φλέγον ζήτημα του εκσυγχρονισμού του θεσμού των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας είναι πρώτα ο εντοπισμός και η παραδοχή του όποιου προβλήματος ή δυσλειτουργίας του. Εμείς με παρρησία το πράξαμε αυτό. Πώς, λοιπόν, οι Πολιτιστικές Υπηρεσίες προσποιούνται από τη μια ότι δήθεν προσδοκούν ένα δημοκρατικό διάλογο, ενώ από την άλλη όχι μόνο δεν παραδέχονται, αλλά αποκρύβουν σκοπίμως τα κακώς έχοντα του συγκεκριμένου θεσμού; Το πιο πάνω ατόπημα εγκλωβίζει, κατά τη γνώμη μας, τους αρμοδίους σε σοφιστικές αντιφάσεις, καθώς διαιωνίζει εν τέλει την απαράδεκτη στάση τους να αντιμετωπίζουν τον συγκεκριμένο θεσμό εξουσιαστικά, ως το ‘χωραφούιν’ τους ‘τζαι σε όποιον αρέσκει ρε κοπέλια…’. Και, βέβαια, τα λεκτικά πυροτεχνήματα, καθώς και η τεχνοκρατική και απρόσωπη ορολογία που χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα δεν αποδεικνύει τίποτε άλλο εκτός από το ότι και οι ίδιες αποτελούν μέρος του προβλήματος. Έτσι λοιπόν, αφού όλα σύμφωνα με αυτούς βαίνουν καλώς, αφού όλα σχετικά με τον θεσμόν τους ‘πάσιν ρολόιν’, το μόνο πρόβλημα είναι, φυσικά, η λόξα τεσσάρων λογοτεχνών, οι οποίοι ‘ήρταν ακάλεστοι’ και αντιδρούν με «ανυπόστατους, αυθαίρετους ισχυρισμούς» και προπαντός «με ανειλικρινείς προθέσεις», γιατί δεν πήραν, τελικώς, βραβείο.
Το θέμα, λοιπόν, του timing, τού «Γιατί τώρα;». «Επειδή δεν το πήρατε;» (η «εύλογη» υπόνοια) που τίθεται πονηρά, αποτελεί και πάλι apriori ψευδοζήτημα, το οποίο επιχειρεί να συσκοτίσει παρά να φωτίσει το όλο θέμα. Μα, άλλες φορές το πήραμε, και άλλες φορές πάλι δεν το πήραμε! Άρα! Εξάλλου, με την προηγούμενη δήλωσή μας, αυτοαποκλειστήκαμε στο διηνεκές  από τις βραβεύσεις, προφανώς, γιατί δεν μας ενδιαφέρουν έτσι όπως προκύπτουν και γιατί δεν είναι αυτό, τελικά, το ζητούμενο. Απλούστατα, το timing το έφερε η συγκυρία και ο χρόνος, μέσα από την κατά συρροήν συσσώρευση των ειδεχθών κρουσμάτων μιας νοσηρής κατάστασης στην καρδιά του δημόσιου θεσμού. Το ουσιαστικό ερώτημα, αντίθετα, που έπρεπε να τεθεί, είναι το εξής: γιατί έως τώρα δεν έχει εγερθεί από κανέναν – θεσμό, φορέα ή άτομο, συλλογικά, δημόσια και συγκροτημένα – το μείζον ζήτημα της δυσλειτουργίας του θεσμού των λογοτεχνικών βραβείων, ενώ θα έπρεπε, αφού όλοι οι παροικούντες τη ‘λογοτεχνική’ Ιερουσαλήμ γνωρίζουν πως κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας; Μήπως, άραγε, επειδή οι συγκεκριμένοι (εμείς δηλαδή), δεν ενδιαφέρονται για τις προσωπικές τους βραβεύσεις; Αν θα είμαστε, λοιπόν, υπόλογοι για κάτι, ας είμαστε γι’ αυτό.
Απολογούμαστε, επίσης, στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες που δεν τεκμηριώνουμε με αδιάσειστα στοιχεία τα όσα λέγονται πίσω από τους τέσσερεις τοίχους των συνεδριών της επιτροπής των κρατικών βραβείων λογοτεχνίας. Δεν έχουμε προμηθευτεί με κοριούς και είμαστε όλοι λιγάκι μεγαλόσωμοι για να κρυφτούμε πίσω από κουρτίνες. Είναι ηλίου φαεινότερο, ωστόσο, ότι η κάθε επιτροπή κρίνεται, πρωτίστως, από τα αποτελέσματα που ανακοινώνει, τα οποία, όπως έχουμε επισημάνει στην προηγούμενη δήλωσή μας επιθέτουν μια θεσμική βράβευση σε μέτρια, τις περισσότερες φορές, ή ακόμη και χαμηλής αισθητικής στάθμης λογοτεχνικά έργα. Έτσι, με την απρόσωπη σφραγίδα του κύρους και την υποτιθέμενη απόφανση του αντικειμενικού που μεταφέρουν, αποπροσανατολίζουν ουσιαστικά το αναγνωστικό κοινό και προβάλλουν, εν τέλει, μια στρεβλωμένη εικόνα της ντόπιας παραγωγής. Αφού, όμως, αυτό το μείζον ζήτημα δεν ενδιαφέρει πάλι στην πραγματικότητα τους αρμοδίους, εκείνο που ίσως τους προβληματίσει στο μέλλον είναι ότι κάποια μέλη των επιτροπών παραμιλούν και μέσα και έξω από την αίθουσα και ότι η αθυροστομία τους π.χ. «φέτος το κρατικό βραβείο ποίησης θα το πάρει ο τάδε» ή «δεν είναι ανάγκη να διαβάσουμε όλα τα υποψήφια βιβλία» διαδίδεται εύκολα. Όπως, επίσης, εύκολα διαδόθηκαν σχόλια για προειλημμένη απόφαση Ελλαδιτών μελών της Επιτροπής πριν από μερικά χρόνια (η οποία ναυάγησε μετά την έκθεσή της ως γκάφα) να βραβευτεί με το βραβείο «Ταξιδιωτικού» αποικιακό ταξιδιωτικό της μέσης περιόδου της αγγλικής κυριαρχίας, το οποίο είχε μεταφραστεί στα ελληνικά και συσκευαστεί ως «νέο» (από τη σκοπιά του ηγεμονικού ελλαδικού βλέμματος, η υπεροψία του Εγγλέζου ‘εκπολιτιστή’ και η οριενταλιστική ερμηνεία της Κύπρου και των Κυπρίων έγιναν τότε αντιληπτά από την επιτροπή ως «κριτική ματιά»).
Όσον αφορά, τέλος, στη  μομφή ότι καταγγέλλουμε χωρίς να προτείνουμε λύσεις και, επομένως, ότι δεν προάγουμε τον υγιή διάλογο για τον εκσυγχρονισμό των βραβείων, απαντούμε ξεκάθαρα ότι δεν είμαστε πολιτιστικοί λειτουργοί, τεχνοκράτες ή εντεταλμένοι του Υπουργείου Παιδείας για να εκσυγχρονίσουμε τον θεσμό ή να βρούμε λύσεις στα προβλήματά του. Έχουμε, βεβαίως, πολλές σκέψεις και απόψεις, μερικές από τις οποίες καταθέσαμε στην προηγούμενή μας δήλωση, όπως π.χ. την ανάγκη καθορισμού συγκεκριμένων λογοτεχνικών κριτηρίων, την κατάρτιση της επιτροπής με μέλη που θα κατέχουν τη δέουσα θεωρητική εξάρτυση και στοιχειώδη γνώση των σύγχρονων λογοτεχνικών τάσεων διεθνώς, απόψεις οι οποίες αγνοήθηκαν, φυσικά, σκοπίμως από τους αρμοδίους. Και τέλος, για να μην υπάρχει τίποτα που να μπορεί να κρύψει τις πραγματικές προθέσεις των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, που είναι, βέβαια, να κουκουλώσουν το θέμα, δηλώνουμε πρόθυμοι στο μέλλον να καταθέσουμε και άλλες συγκεκριμένες προτάσεις που θα βελτιώνουν και θα ενισχύουν τον θεσμό, μόνο στην περίπτωση που αυτές παραδεχθούν, επιτέλους, ότι ο θεσμός νοσεί και ανοίξουν ένα δημοκρατικό διάλογο επί του θέματος.
Κάτι, βεβαίως, που ποτέ δεν είχαν ή έχουν πραγματικά πρόθεση να πράξουν. Συνηθισμένοι στην υπακοή και την πειθήνια στάση από μέρους των διάφορων λογοτεχνικών οργανώσεων και φορέων, που για να εξασφαλίσουν κάποια χρηματοδότηση ακολουθούν τον δρόμο της σιωπής, οι αρμόδιοι φορείς με την απαξιωτική, τόσο για τους γράφοντες, αλλά κυρίως για το συγκεκριμένο θέμα, απάντησή τους απέδειξαν ξεκάθαρα ότι δεν λογαριάζουν τίποτα και κανέναν. Και για μία ακόμη φορά αρνήθηκαν, δυστυχώς, να εισακούσουν τη γνώμη πλειάδας λογοτεχνών (έτσι έδειξε η πρόσφατη συζήτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μετά την ανάρτηση της προηγούμενης δήλωσής μας) για το πόσο ‘προωθεί’ και ‘στηρίζει’ τους λογοτέχνες η δράση τους. Σας διαβεβαιώνουμε, λοιπόν, αγαπητοί ότι δεν είμαστε τέσσερεις αιρετικοί που φωνάζουμεν. Είμαστε πολύ περισσότεροι. Ο βασιλιάς-θεσμός των λογοτεχνικών βραβείων είναι γυμνός!
Γρηγορίου Ζέλεια (ποιήτρια, πρώην μέλος κριτικής επιτροπής λογοτεχνικών βραβείων, αναπληρώτρια καθηγήτρια της θεωρίας της εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο Κύπρου)
Νικολαΐδης Παναγιώτης (ποιητής, κριτικός λογοτεχνίας, νεοελληνιστής)
Παπαδόπουλος Μιχάλης (ποιητής, δημοσιογράφος)
Χριστοδουλίδης Γιώργος (ποιητής, δημοσιογράφος)

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ:ΤΟ ΛΙΜΝΑΖΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΜΑΣ ΤΟΥΝΕΛ

Δημόσια δήλωση των Κυπρίων ποιητών, Ζέλειας Γρηγορίου, Παναγιώτη Νικολαϊδη, Μιχάλη Παπαδόπουλου και Γιώργου Χριστοδουλίδη

 

«Το πρώτο πράγμα που πρέπει να γνωρίζει όποιος δημοσιεύει ή αποφασίζει να εκφέρει δημόσια άποψη και ειδικότερα όταν αυτός ο κάποιος ή αυτοί οι κάποιοι αποτελούν τα μέλη της επιτροπής κρατικών βραβείων που κρίνουν και βραβεύουν κάθε έτος τη λογοτεχνική παραγωγή του τόπου είναι πως δεν υπάρχει πουθενά μια υποτιθέμενη ομπρέλα προστασίας ούτε, βέβαια, κάποιο απυρόβλητο ασφαλείας που να επιβάλλει ο ίδιος ο θεσμός. Κι αυτό σημειώνεται εμφατικά και εξαρχής, γιατί πιστεύο
υμε ακράδαντα ότι η δήθεν “αξιοπρέπεια της σιωπής” που τηρήσαμε μέχρι σήμερα συνέβαλε κι αυτή στο να οδηγηθεί ο θεσμός των κρατικών βραβείων του τόπου μας στην ασυδοσία και την παρακμή, καθώς ο κατά τα άλλα θετικός σκοπός δημιουργίας και ύπαρξής του αυτοϋπονομεύεται συνεχώς από τραγελαφικές συμπεριφορές μιας κριτικής επιτροπής που διαβάλλεται έσωθεν και έξωθεν.
H αποδοχή, με άλλα λόγια, και η τήρηση από μέρους μας μιας σιωπηρής στάσης, η οποία προκλήθηκε κατά κύριο λόγο από τον βάσιμο φόβο μήπως θεωρηθεί από το λογοτεχνικό κατεστημένο ότι η οποιαδήποτε αντίδρασή μας κρύβει προσωπικά οφέλη ή λογοτεχνικές φιλοδοξίες, κρίθηκε αλλοτρίως ότι έχει συνενοχικό χαρακτήρα, αφού οδηγηθήκαμε τελικά στην εξουδετέρωση κάθε διάθεσης για βαθύτερη και αναλυτικότερη κριτική του εν λόγω άκυρου, πλέον, και σαθρού θεσμού, αφήνοντάς τον να βουλιάζει σε βρώμικα και στάσιμα νερά, να εξυπηρετεί προσωπικά και εξωθεσμικά παρά δημόσια και πνευματικά συμφέροντα και να εμπεδώνει ηγεμονίες.
Λαμβάνοντας τα πιο πάνω υπ’ όψιν, είναι πιστεύουμε σαφές ότι το «μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» αποτέλεσε μέχρι τούδε το ηθικό θεμέλιο μιας σαθρής πνευματικής ζωής που ανα- κυκλώνει ανενόχλητη εδώ και χρόνια, με όπλο τους θεσμούς και την εξουσία, τις φοβίες, τα μικροπολιτικά και μικροπνευματικά συμφέροντα, τους ναρκισσισμούς και τις αρρωστημένες ανασφάλειές της.
Δηλώνουμε, λοιπόν, ευθαρσώς και εξαρχής ότι η παρούσα αντίδρασή μας στον θεσμό των κρατικών βραβείων δεν προκλήθηκε εν βρασμώ ψυχής από προσωπικά συμφέροντα ή από αισθήματα πικρίας ή απογοήτευσης για τη μη βράβευση των βιβλίων μας, ούτε βέβαια στρέφεται εναντίον άλλων πνευματικών δημιουργών.
Αντίθετα, εκδηλώνεται για λόγους θεωρητικούς, παιδαγωγικούς και, πρωτίστως, ηθικούς. Είμαστε, εξάλλου, και οι τέσσερις βραβευμένοι ποιητές. Η μόνη έγνοια μας, επομένως –και εδώ απαντούμε ξεκάθαρα και εκ προοιμίου στα καχύποπτα μυαλά και στα κακά στόματα– δεν είναι με κανένα τρόπο η προσθήκη στον τοίχο της βιβλιοθήκης μας ενός κούφιου διπλώματος ή η κατάθεση στον τραπεζικό μας λογαριασμό ενός πενιχρού, ούτως ή άλλως, χρηματικού ποσού που συνοδεύει ένα κρατικό βραβείο, το οποίο χρησιμοποιείται, μάλιστα, και ως άλλοθι για την ανυπαρξία κρατικής στήριξης προς τους μαχόμενους, μακριά και έξω από κυκλώματα, Κύπριους λογοτέχνες. Αντίθετα, αυτό που θέτουμε αναφανδόν και επί τάπητος σε όλους τους αρμόδιους φορείς και κυρίως στον πνευματικό κόσμο του νησιού είναι ότι μετά την απλή και κοινή διαπίστωση ότι ο θεσμός των κρατικών βραβείων έχει παύσει πλέον να εξυπηρετεί το σκεπτικό δημιουργίας και ύπαρξής του, πρέπει, επιτέλους, να θέσουμε τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων και με περίσκεψη και σοβαρότητα να συζητήσουμε τον εκσυγχρονισμό του. Πιο συγκεκριμένα, το σκεπτικό δημιουργίας και ύπαρξης του εν λόγω θεσμού ήταν και παραμένει, εξ όσων ταπεινά γνωρίζουμε, η ανάδειξη και η προβολή αφενός στην κυπριακή κοινωνία της τρέχουσας ανά έτος και άρτιας αισθητικά λογοτεχνικής παραγωγής του τόπου, της επικρατέστερης, τουλάχιστον, και αφετέρου η ηθική και οικονομική στήριξη άξιων πνευματικών δημιουργών που συμβάλλουν στην πνευματική άνωση και η συνεπακόλουθη προβολή τους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Είναι όμως τα πράγματα έτσι;
Πώς πραγματικά εξυπηρετείται το πιο πάνω σκεπτικό, όταν εδώ και χρόνια οι κριτικές επιτροπές των λογοτεχνικών βραβείων (με ελάχιστες εξαιρέσεις) απαρτίζονται συνήθως από μέλη που α) είτε κρίνουν βασιζόμενοι στις προσωπικές τους σχέσεις και ακατανόητα κριτήρια, β) είτε αναλαμβάνουν να κρίνουν επ’ αμοιβή χωρίς στην ουσία να εκτιμούν την τρέχουσα λογοτεχνική παραγωγή του τόπου ή να κατέχουν τη δέουσα θεωρητική εξάρτυση και στοιχειώδη γνώση των σύγχρονων λογοτεχνικών τάσεων διεθνώς ή χωρίς ακόμη να διαβάζουν το σύνολο των βιβλίων που καλούνται από το κράτος να κρίνουν, είτε γ) απαρτίζονται από Κύπριους λογοτέχνες προηγούμενων λογοτεχνικών γενεών, που αγκυλωμένοι στο κριτήριο της σφοδρής και εν πολλοίς βάσιμης ανησυχίας τους για την ανοδική αισθητικά πορεία της επόμενης λογοτεχνικής γενεάς τηρούν σκοπίμως σιγήν ιχθύος και καταδικάζουν αβίαστα εις την πυράν αξιόλογα λογοτεχνικά έργα;
Πώς πραγματικά εξυπηρετείται ο ίδιος ο θεσμός, όταν μια κριτική επιτροπή κρατικών βραβείων επιθέτει μια θεσμική βράβευση που, με την απρόσωπη σφραγίδα του κύρους και την υποτιθέμενη απόφανση του αντικειμενικού που μεταφέρει, αποπροσανατολίζει ουσιαστικά το αναγνωστικό κοινό και προβάλλει, εν τέλει, μια στρεβλωμένη εικόνα της ντόπιας παραγωγής είτε αναδεικνύοντας, από τη μια, ανάξια ή μέτριας στάθμης βιβλία, είτε απαξιώνοντας, παραδείγματος χάριν, από την άλλη, παντελώς τη λογοτεχνική παραγωγή ενός έτους;
Με ποια, τέλος πάντων, «λογοτεχνικά κριτήρια», σκοπίμως παραγνωρίζονται ή απαξιώνονται άξια λογοτεχνικά έργα, για τα οποία έχουν εκφραστεί θετικά σημαντικοί ποιητές, κριτικοί και πνευματικοί άνθρωποι σε αναγνωρισμένα λογοτεχνικά περιοδικά όχι μόνο της Κύπρου και της Ελλάδας, αλλά και διεθνώς;
Τα πιο πάνω καυτά ερωτήματα παραμένουν εδώ και χρόνια ζωντανά και, ως εκ τούτου, συζητιούνται κάθε χρονιά σε λογοτεχνικούς κύκλους με εξέχον παράδειγμα, βέβαια, τον ποιητή Παντελή Μηχανικό, ο οποίος, παρά το γεγονός ότι παρέδωσε στις επόμενες γενιές αυθεντικό και πρωτοποριακό έργο, παρέμεινε, ωστόσο, αβράβευτος.
Είναι προφανές, επομένως, και εδώ προτρέχουμε να απαντήσουμε σε τυχόν αμφισβητίες, ότι το ζήτημα ξεπερνά κατά πολύ την κοινή διαπίστωση ότι κάθε βραβείο προϋποθέτει αναπόφευκτα υποκειμενική κρίση, καθώς απονέμεται σε μη μετρήσιμες αντικειμενικώς αξίες, όπως είναι οι καλλιτεχνικές. Και προτρέχοντας πάλι να απαντήσουμε σε αυτούς που θα θελήσουν να αμαυρώσουν ή να διαστρεβλώσουν τις αγνές μας προθέσεις, δηλώνουμε εμφατικά και αμετάκλητα ότι από τούδε και στο εξής και μέχρι να αποκατασταθεί η ηθική και ορθή λειτουργία του θεσμού των κρατικών βραβείων δεν θα καταθέτουμε τα βιβλία μας στον κατάλογο των υπό κρίσιν έργων, γιατί δεν θεωρούμε ότι ο θεσμός λειτουργεί πάνω σε σωστές και ηθικές βάσεις.
Ελπίζουμε με τη δική μας μεμονωμένη αντίδραση να εκφράζου- με και άλλους πνευματικούς δημιουργούς του τόπου, τους οποίους και καλούμε να στρατευθούν μαζί μας. Μόνον έτσι θα δημιουργηθεί μια γόνιμη συζήτηση και θα βγούμε φωτεινοί από το λιμνάζον πνευματικό τούνελ».