Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ ΣΤΗΝ "ΒΙΒΛΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ" (ΡΙΚ)

https://soundcloud.com/giorgio-p-2/2016a?utm_source=soundcloud&utm_campaign=share&utm_medium=facebook

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ

Ο Αντρέας Πολυκάρπου συνομιλεί

με τον Γιώργο Χριστοδουλίδη

 

" Το μεγαλύτερο βραβείο είναι να συναντήσεις αναπάντεχα ένα ποίημα σου σε κάποια γωνιά του κόσμου"


Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι ένας από τους πιο αξιόλογους ποιητές της Κύπρου και της ευρύτερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ποιητής που το έργο του μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε σε αρκετές ξένες γλώσσες συμβάλλοντας στην προώθηση του ελληνικού ποιητικού λόγου της ιδιαίτερης πατρίδας μου της Κύπρου.
Είναι ο ποιητής που πλάθει το δικό του λογοτεχνικό σύμπαν χωρίς περιττούς βερμπαλισμούς διατηρώντας ένα ζωντανό παλμό μέσα σε κάθε λέξη που κρύβεται πίσω από τα σημαινόμενα της.
Τα δύσκολα για να γίνουν αντιληπτά σημαινόμενα που αλλοιώνουν ποιητικά το σημαίνον στα μάτια του αναγνώστη που αρέσκεται να βρίσκει την ποιητικότητα πίσω από τις καθημερινές λέξεις του ποιητή.
Ο ποιητικός κόσμος του Χριστοδουλίδη δεν διαρρηγνύεται εύκολα ούτε μπορεί να εισχωρήσει σε αυτόν κάποιος επιδερμικά. Διαβάζοντας τον νιώθεις γύρω σου τα πρόσωπα, τους ανθρώπους και τις καταστάσεις των ποιημάτων να στέκονται μπροστά σου σε μια σιωπηλή διαλεκτική ικανή να ανυψώσει την τέχνη της ποίησης σε σημαντικά επίπεδα.
Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι από τους ποιητές που θα παραμείνουν ζωντανοί στην ελληνική μας γλώσσα εδώ στην άκρη της Μεσογείου…

1. Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

 Tα αντιμετωπίζω ωσάν να είναι και τα δυο. Παλιά μπορεί και να ντρεπόταν κανείς να πει ότι γράφει ποιήματα. Κι εγώ ντρεπόμουν να το λέω. Τώρα λόγω της δυνατότητας για άμεση προβολή και δημοσιότητα, λόγω του διαδικτύου, βλέπεις ποιητές παντού, να  κυριαρχούν.  Στην εφήμερη επιφάνεια της ημέρας βέβαια. Οι πραγματικοί ποιητές είναι  συνήθως στο βυθό.
Πρέπει να τους ψάξεις. Ακόμη ντρέπονται κάπου κάπου. Η ποίηση είναι έκθεση ενός εαυτού που ούτε εσύ καλά-  καλά δεν ξέρεις. Κοιτάξτε κύριε Πολυκάρπου, γράφω όχι για να δείξω ποιος είμαι αλλά μάλλον για να επιβεβαιώσω ποιος είμαι. Όσο γράφω, και συνεχίζω να αναγνωρίζω αυτό που είμαι μέσα σε αυτό που γράφω, θα συνεχίσω να γράφω. Αν μια μέρα δω έναν ξένο μέσα στη γραφή μου, τότε θα έχω τελειώσει. Μέσα από αυτή την  ετερότητα, φτάνεις στην ταυτότητα με τον εαυτό σου  και τον κόσμο αργότερα.
Αν είναι κάτι που σου προσφέρει η ποίηση είναι τη δυνατότητα να διασώσεις  τα καλύτερα και τα πιο γόνιμα εδάφη της ψυχής σου. Φυσικά όταν σκέφτομαι πως όλα αυτά τα λέω επειδή πρέπει να δικαιολογήσω το ότι γράφω, διακρίνω και σε μένα μια επιτήδευση. Οπότε προτιμώ να μιλά η ποίηση μου από μόνη της παρά εγώ γι’ αυτήν. Εξου και οι ελάχιστες συνεντεύξεις που έχω δώσει . Αντίθετα περηφανεύομαι να πω ότι ως δημοσιογράφος αλλά και ως λογοτέχνης, έχω πάρει συνεντεύξεις από σπουδαίους ανθρώπους.

2. Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

 Ας μην υπερτιμούμε την αξία των λέξεων. Αν προσπαθήσει κανείς να βάλει σε μια σειρά τις πιο όμορφες λέξεις  της γλώσσας μας δεν σημαίνει ότι θα βγει ποίημα. Σημασία έχει να διαγνώσεις ποιες είναι κάθε φορά που γράφεις οι χημικές ενώσεις των λέξεων οι οποίες εξυπηρετούν την θεμελιώδη σου ιδέα. Και για να το διαγνώσεις θα πρέπει να καταλάβεις ένα βασικό πράγμα, ότι η ποίηση είναι πρώτα μέσα στη ζωή  και μετά μέσα στις λέξεις.
Ο λόγος είναι το οξυγόνο μας αλλά η ζωή είναι η πηγή. Ο τρόπος που επιλέγεις και παραθέτεις τις λέξεις μέσα σε ένα ποίημα, απεικονίζει το τι είσαι, την πρόσληψη σου για τη ζωή, τη στάση σου απέναντι στα πράγματα, την ποίηση. Συνεπώς το ποίημα δεν είναι λέξεις. Το ποίημα είσαι εσύ και η ικανότητα σου να συλλάβεις την ουσία. Τη μεγάλη αλήθεια.
Αλλά και πάλι δεν μπορείς να τα εξηγήσεις όλα. Και δεν χρειάζεται. Όσο περισσότερο ένας ποιητής εξηγεί τι είναι η ποίηση, τόσο απομακρύνεται από την ποίηση.
Μπορώ όμως να πω με κάποια σιγουριά πως όσο κανείς κατακτά τα εκφραστικά του μέσα, τόσο δελεάζεται από την προοπτική κάποιου πειραματισμού, μιλώ για ένα είδος αυτόματης γραφής στην ποίηση σου, που βεβαίως όσον αφορά εμένα, δεν πρόκειται ποτέ να κυριαρχήσει, αλλά μάλλον λειτουργεί ως στοιχείο παράπλευρο. Δεν μπορούν όλα να είναι λογικά δομημένα, το εξωλογικό στοιχείο είναι πάντα σαγηνευτικό.

3.Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

 Η τέχνη είναι οι πληγές των ανθρώπων, δεν είναι νοσοκόμος για να κλείνει πληγές. Είναι τραύματα.  Ενθύμια φρίκης όπως τα είπε όσο πιο καλά γίνεται ο Καρούζος. Αλλά ναι μέσω αυτής της δραματικής διαδικασίας, με έναν τρόπο μυστήριο καθοδηγεί τα χέρια της ψυχής να ακουμπήσουν στις πληγές και να τις πραΰνουν, όχι να τις κλείσουν.
Οι πληγές ποτέ δεν κλείνουν. Ενσωματώνονται στον χρόνο, στις επόμενες πληγές. Δεν είναι φυσικά ο κάθε πληγωμένος και ποιητής. Ο κάθε ποιητής είναι όμως κατά κάποιον τρόπο ένας πληγωμένος, όμως για να μιλήσει ποιητικά πρέπει να έχει επισυμβεί κάτι πέραν αυτού. Μέσα από τις πληγές του να διεισδύσει σε μια θέαση που θα του επιτρέπει να ψηλαφίσει τις πληγές των άλλων.
Πολλές φορές να πάρει πάνω του αυτές τις πληγές. Να τις ενσαρκώσει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και τότε πραγματώνεται μέσα σε μια ιερή αυτογνωσία. Πώς να σας το πω αλλιώς;  Είναι όπως κάποιος ν’ ανοίγει την πόρτα του σε έναν τσακισμένο. Όχι από φιλανθρωπική αγάπη ή περιέργεια. Από ανάγκη. Διότι ο τσακισμένος έξω από την πόρτα, είναι ο ίδιος ο ποιητής. Ο ποιητής ανοίγει την πόρτα  για να μπει ο εαυτός του.

4. Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

 Το να γράφεις ποίηση είναι μια συνήθεια μοναχική. Ο καθένας ακολουθεί τον δρόμο του, έναν δρόμο όμως που άλλοι διάνοιξαν κόβοντας βουνά, περνώντας από συμπληγάδες. Κάποτε αισθάνομαι ότι απλώς προσθέτω μερικούς στίχους σε ένα προαιώνιο ποίημα.  Ας μην γελιόμαστε: Κανείς μας δεν υπάρχει χωρίς τους προηγουμένους.
Η Αναγέννηση ξεκίνησε με την αναβίωση του αρχαίου ρωμαϊκού δράματος το οποίο είχε βασιστεί στο αρχαίο ελληνικό και αυτό συνεχίστηκε για εκατοντάδες χρόνια! Δεν γράφονταν δηλαδή πρωτότυπα έργα μέχρι τα ύστερα χρόνια της Αναγέννησης. Οι προηγούμενοι λοιπόν είναι εδώ, μέσα από την ποίηση τους και μας διδάσκουν, μας εμπνέουν, μας παρακινούν να γράφουμε. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι μια μήτρα που γεννοβολά μια άλλη λογοτεχνία.
Το συναρπαστικό όμως είναι η δυνατότητα να συναντάσαι και να διασταυρώνεσαι με τις μοναχικές πορείες των ανθρώπων. Αντιλαμβάνεσαι πως η δική σου μόνωση δεν είναι καθηλωτική του μικρόκοσμου σου αλλά η πραγματική δυνατότητα που έχεις για να επικοινωνήσεις . Ίσως η πιο αυθεντική, αγνή και ουσιαστική δυνατότητα.
Και τότε συμβαίνει. Κάποια ποιήματα σου, τους οδηγούν να σου πουν  «ναι, έτσι είναι, με κάποιον τρόπο το ξέραμε ότι είναι έτσι, και τώρα το βλέπουμε». Δυστυχώς και πρέπει να το πω αυτό, συχνά η ποίηση απαξιώνεται από μια ομάδα ανθρώπων, δεν τολμώ καν να πω ποιητών. Αυτών που αφού τέλειωσαν ή απέτυχαν με τα άλλα, είδαν την ποίηση ως μια ελκυστική προοπτική για αυτοδιακίνηση του ονόματος τους, εξασφάλιση μιας  φήμης. Γράφουν για το σήμερα και περιμένουν ως αντάλλαγμα την άμεση αναγνώριση.
Ταυτόχρονα θεωρούν πως η αναγνώριση μιας άλλης αξιόλογης φωνής αποτελεί δική τους αποαναγνώριση (αυτό δυστυχώς συμβαίνει και με παλαιότερους, κορυφαίους ποιητές). Συνιστούν το εφήμερο και το τυχάρπαστο στην ποίηση. Αν όμως το όποιο έργο τους δεν έχει κάτι να πει, όταν οι μηχανισμοί διαμεσολάβησης και προβολής τελειώσουν, όταν ο ετεροφωτισμός εκλείψει, θα είναι ωσάν να μην υπήρξαν ποιητικά. Ο ποιητής κύριε Πολυκάρπου είναι καταδικασμένος να κριθεί ερήμην του. Δεν γράφει για το σήμερα.
Γράφει επειδή δεν μπορεί αλλιώς, και την ετυμηγορία του χρόνου επί των έργων του  δεν θα την ακούσει, δεν θα τη μάθει ποτέ. Γι’ αυτό και ο Χριστιανόπουλος τάχθηκε εναντίον κάθε βράβευσης, δεν σημαίνει τίποτα. Το μεγαλύτερο βραβείο είναι να συναντήσεις αναπάντεχα ένα ποίημα σου σε κάποια γωνιά του κόσμου.

5. Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

 Πρώτα-  πρώτα την εικόνα των ανύπαρκτων από κυπριακή ποίηση ραφιών των βιβλιοπωλείων, με ορισμένες ελάχιστες εξαιρέσεις. Εξαφανίζουν την ποίηση με την μαεστρία ενός ταχυδακτυλουργού αλλά με παρακινούν να συνεχίσω. Τροφοδοτούμαι επίσης από τις εικόνες της καθημερινότητας.  Ως δημοσιογράφος έχω βιώσει κάποιες ιστορίες, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο τρομαχτικές. Ορισμένες από αυτές αποτέλεσαν αφορμή για κάποια ποιήματα.
Δεν γίνεται αλλιώς, ο ποιητής βράζει στο καζάνι του κόσμου. Ρίξε ένα ποιητή σε κάποιο ερημικό νησί. Αν επιζήσει και συνεχίσει να γράφει το πιο πιθανόν αυτά που θα γράφει δεν θα ενδιαφέρουν κανένα. Κατά την άποψη μου δεν υπάρχει ποίηση χωρίς αλληλεπίδραση. Ο Τούμας Τράντρομερ , ο σπουδαίος αυτός Σουηδός ποιητής και νομπελίστας, εργάστηκε για χρόνια σε φυλακές ανηλίκων. Χωρίς αυτό το βίωμα η ποίηση θα ήταν λιγότερη, φτωχότερη, το παραδέχτηκε κι ο ίδιος. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να αδιαφορούμε για τα όσα τραγικά συμβαίνουν στην κοινωνία, τη γειτονιά μας, στον κόσμο; Ο ποιητής είναι σαν ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Μέσα του διαθλώνται  τα πάντα όχι για να καταγραφούν αλλά για να λυτρωθούν από την πραγματικότητα.
Κοιτάξτε όμως ένα οξύμωρο:
Όταν η πραγματικότητα είναι από μόνη της τρομαχτική, η τέχνη πραΰνει. Και όταν η πραγματικότητα είναι βαρετή, ανούσια, η τέχνη μπορεί  να είναι  και τρομαχτική. Να μας κάνει να συνερχόμαστε από την πραγματικότητα.  Πιστεύω και στην επικοινωνία των τεχνών. Οι τέχνες με τροφοδοτούν. Οι τέχνες είναι σαν μια γεννήτρια που παράγει ακατάπαυστα ηλεκτρικό ρεύμα.
Αυτό το ρεύμα με διαπερνά. Όταν ακούω μουσική, εξευγενίζομαι, όταν διαβάζω άλλους ποιητές, συγκλονίζομαι και κινητοποιούμαι, όταν βλέπω ένα ζωγραφικό πίνακα, όταν παρακολουθώ θέατρο, μια κινηματογραφική ταινία, συμμετέχω στην ενόραση των δημιουργών τους. Ενεργοποιούμαι και βρίσκω ξανά την άκρη του νήματος.  Δεν είναι εύκολο να βρίσκεις κάθε φορά την άκρη του ποιητικού νήματος.

6.Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

 Εκτιμώ περισσότερο στην αξία των ερωτημάτων παρά των απαντήσεων. Οι καλύτερες απαντήσεις που δίνει η ποίηση είναι μάλλον σε ερωτήματα που νόμιζες ότι δεν υπήρχαν.
Όλες οι άλλες  οι συμβατικές απαντήσεις δίνονται στα σχολεία και δυστυχώς στις πλείστες περιπτώσεις είναι εκτός τόπου και χρόνου. Εννοώ την ανάλυση των ποιημάτων που γίνεται και όχι μόνον. Όσο μαθαίνει κανείς, κανονικά τα ερωτήματα πρέπει να αυξάνονται και οι απαντήσεις να μειώνονται. Αυτό δεν μας έμαθαν οι σπουδαίοι αρχαίοι μας πρόγονοι;
Όσο όμως ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ κι όχι όσο αποθηκεύεις στερεότυπα και αμφίβολες ερμηνείες που ευνουχίζουν τη δυνατότητα μαθησιακής κρίσης. Τα διαχρονικά θέματα είναι εκείνα που προκαλούν και τις περισσότερες απορίες.
Η τελευταία μου ποιητική συλλογή Πληγείσες Περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, είναι χωρισμένη σε πέντε ενότητες:
Το παιδί, συμβάντα της ζωής, τα θανατερά, η γυναίκα και η ίδια η ποίηση. Αυτά είναι τα θέματα μου. Και επειδή όλα περίπου έχουν λεχθεί, αυτό που καλείται να κάνει ένας πραγματικός καλλιτέχνης, όποιαν τέχνη κι αν υπηρετεί, είναι τα πει με έναν διαφορετικό τρόπο. Να τα πει με τον δικό του τρόπο. Αυτό προσπάθησα.

7. Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

 Ξέρετε έχουν γραφτεί σπουδαία ποιήματα με τις πιο απλές λέξεις επειδή τις επιστράτευσε και τακτοποίησε μια αληθινή πνοή. Αντίθετα, έχουν γραφτεί τραβηγμένα, αποκρουστικά πράγματα, ακατανόητοι βερμπαλισμοί με τις πιο εξεζητημένες λέξεις. Αυτός είναι ένας λόγος που πολλοί μένουν μακριά από την ποίηση, δεν την καταλαβαίνουν,  δεν του λέει τίποτα, δεν τους εκφράζει. Κι όταν κάτι είναι ανέλπιδα ακατανόητο, το πετάς.
Ο αληθινός ποιητής δεν υπάρχει περίπτωση να μην επικοινωνήσει. Ακόμα κι αν δεν είναι ο πιο απλός.
Διαβάζω ποιητές με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από μένα, όπως πχ ο Σαχτούρης,  ο Καλοζώης, ο Λεοντζάκος, ο Τζον Ασμπερι κ.α.  τους οποίους κατατάσσω ίσως αυθαίρετα στον υπερρεαλισμό. Η ποίηση τους με ανατάσσει ψυχικά διότι ενώ παραλύουν τη λογική μου,  αφυπνίζουν άλλες ζωογόνες  αισθήσεις μου. Στο τέλος με οδηγούν σε ένα είδος λατρείας.
Δεν υπάρχει ποίηση χωρίς λατρεία. Με τον καιρό βέβαια έρχεται και η εμπειρική γνώση. Μαθαίνεις την οικονομία των λέξεων και φτάνεις στο σημείο να λες λιγότερα και να περικλείεις περισσότερα. Μαθαίνεις την πρόσθεση που μπορεί να σου χαρίσει η αφαίρεση.

8. Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

 «Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε», έγραψε ο Καρυωτάκης ίσως επειδή σφόδρα επιθυμούσε κάτι άλλο από εκείνο που του έτυχε να είναι. Όπως μου είπε κάποτε σε μια συνέντευξη ο Μαρτίνος Τυρίμος, «ακούω κραδασμούς από το σύμπαν και δημιουργώ, δεν έχω επιλογή». Δεν έχουμε  λοιπόν επιλογή πέραν από αυτό το  πολύ επισφαλές καταφύγιο. Διότι τι είναι η ποίηση πέραν από ένα  καταφύγιο βρεγμένων και καταπονημένων.
Και με πραγματικούς όρους αυτό συμβαίνει σήμερα στον κόσμο. Ποιοι καταφεύγουν σε καταφύγια; Οι πρόσφυγες, οι κακοποιημένοι, οι λεηλατημένοι. Συνεπώς και η αναζήτηση θεματογραφίας στην ποίηση μου περιέχει πολλή  από αυτήν την οδύνη και την αβεβαιότητα.
Αβεβαιότητα που επεκτείνεται και στο ποιητικό αποτέλεσμα. Σταδιακά όμως αποδέχτηκα ότι στην ποιητική γραφή δεν είναι απαραίτητο να συνειδητοποιείς τι γράφεις, την ώρα που το γράφεις. Αρκεί η αίσθηση κάποιας βαθύτερης ανασκαφής, η αίσθηση της σύλληψης του σωστού κραδασμού. Πιο απαραίτητη είναι η βεβαιότητα πως κάποτε εκείνοι που θα το διαβάσουν, θα συνειδητοποιήσουν αυτό που έκανες.

9. Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Θα ήταν μάλλον ανυπόφορα πληκτικό ή ακόμα και καταστροφικό. Ο κόσμος στην καθημερινότητα του είναι μια έκφανση  αντιποιητική γιατί παλεύει να επιβιώσει.  Με όρους ζούγκλας όλο και πιο συχνά. Ας ζήσει τουλάχιστον αξιοπρεπώς ο κόσμος, ας τον αφήσουν να ζήσει, ας τον αφήσουν να απελευθερώσει τις δυνάμεις του, να πραγματώσει τα όνειρα του, να μην τον στραγγαλίζουν τον κόσμο και τότε θα έχουμε όλο και λιγότερα παιδιά να πεθαίνουν από πείνα ή να πνίγονται, λιγότερη δυστυχία και ανέχεια.
Επιλέγω μια δικαιότερη κοινωνία  κι ας μην ανθεί η ποίηση παρά μια κοινωνία καταφρονεμένων όπου η ποίηση θα καταγράφει σπουδαίες ελεγείες.
Η ποίηση είναι για να υπενθυμίζει τη βαθύτερη υπόσταση του ξεχασμένου θαύματος. Του έρωτα με την ευρύτερη έννοια. Του έρωτα για τη ζωή, για έναν άνθρωπο, για μια τέχνη, για μια επανάσταση, για την αλήθεια μιας κουρελιασμένης θύμησης.
Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι οι ευλογημένοι άνθρωποι. Η ποίηση υπενθυμίζει λοιπόν ότι το θαύμα υπάρχει αλλά πρέπει να αναγεννηθεί και να αναρτηθεί στις πιο ψηλές κορυφές της ύπαρξης. Ο ποιητής είναι ο αχθοφόρος αυτού του οράματος. Το μαζεύει από τις στάχτες. Αυτή η αχθοφορία προϋποθέτει  μια αιρετικότητα, μια ανατρεπτικότητα, μια τόλμη, μια απείθεια. Δεν γίνεται να είσαι συστημικός και να μετά να το παίζεις ποιητής.
Να εμπνεύσεις ή να εμπνευστείς με τι; Προϋποθέτει και μια άσκηση στη σιωπή. Αυτά δεν διδάσκονται. Αποκτούνται μέσα από βιώματα γι’ αυτό η ποιητική ωρίμανση πολύ συχνά σηματοδοτείται από μια στροφή προς τη βιωματική ποίηση. Μέσα από διαψεύσεις , επαναδιαψεύσεις, πτώσεις, μέσα από συντρίμματα, βρίσκεις ένα δρόμο. Πέφτεις, μαζεύεις τα συντρίμμια σου, τα επανακολλάς και προχωράς. Ο άνθρωπος είναι εκατό κομμάτια που μοιάζουν ένα και αυτό ο ποιητής το ξέρει καλά.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΕΝΑΝ ΤΥΦΛΟ

Για να γράψει κανείς ένα ποίημα χρειάζονται 5 λεπτά ή 5 μήνες.
Για να φτάσει αυτό το ποίημα στον αναγνώστη χρειάζονται χρόνια. Μπορεί και να μην φτάσει ποτέ. Για να μείνει αυτό το ποίημα, να κληροδοτηθεί, χρειάζονται δεκαετίες. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα συμβεί. Κι όμως ποιήματα γράφονται και θα γράφονται.
Αν είστε λογικοί και δεν λαμβάνετε υπόψην το προφανές, σημαίνει επιδιώκετε κάτι εφήμερο. Σημαίνει νομίζετε ότι γράφετε ποίηση αλλά δεν γράφετε ποίηση. Μόνο οι τρελοί δικαιούνται να μην ξέρουν τίποτα.
Η ποίηση δεν γράφεται για τους ανθρώπους, αλλά είναι για τους ανθρώπους και μόνο γι’ αυτούς. Μπορεί να την ανακαλύψουν χρόνια μετά, μπορεί και όχι. Σπάνια ένας ποιητής εισπράττει το αντίτιμο της αναγνώρισης για όσα εν ζωή εποίησε, κι όσους τους τυχαίνει, συνήθως απολιθώνονται στη λησμονιά μετά θάνατον. Διότι η ποίηση αν έχει έναν θανάσιμο και ύπουλο εχθρό, αυτός είναι η εφήμερη δόξα. Οσοι την επιζητούν, είναι ανεπαρκείς και καταδικασμένοι . Το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός ποιητή είναι ο ρόγχος της θνησιμότητας του να μετατραπεί σε πνοή αθανασίας μέσω του έργου του. Ενόσω ζει και ποιεί, να σιγοψιθυρίζουν μερικούς στίχους του κάποιοι φίλοι αλλά και άγνωστοι, να τους κελαηδούν τα πουλιά της μοναξιάς του. Να νομίζει ότι δεν έδωσε τίποτα, ενώ έχει ανοίξει ένα δρόμο και έχει σκορπίσει φύλλα ελπίδας. Ο ποιητής είναι ένα δέντρο που μοιράζει τα φύλλα του.
Τι χρειάζεται κανείς για να ποιήσει; Ποιός ξέρει. Δεν υπάρχει σύμβαση. Λένε μια αρκετά αιμάσσουσα παιδική πληγή. Ομως πολλοί εγκληματίες ή επιχειρηματίες, έχουν πιο βαθιές πληγές από τους ποιητές.
Κάποτε κάποιος σπουδαίος Κύπριος Τενόρος στην ερώτηση “πώς έγινες τενόρος’ που του υπέβαλα, σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και έδειξε με το δάκτυλο. “Υπάρχουν κάποιοι κραδασμοί εκεί πάνω που κάποτε τους ακούω’, μου είπε. Ο φίλος μου Ιρλανδός ποιητής Desmont Egan στο ερώτημα “πώς έγινες ποιητής;’ ενδεχομένως να απαντούσε “μερικά ποτήρια γκίνες τη μέρα’. Ο Σεργκέϊ Γεσένιν, σίγουρα θα έλεγε “καμιά δεκαριά γάμοι’.
Αν υπήρχε ένας σαφής προσδιορισμός, μια εφαρμοσμένη και κοινά αποδεκτή διαδικασία για το πώς μπορεί κανείς να γίνει κανείς ποιητής, τότε η φράση “θα προσπαθήσω να γίνω ποιητής’ θα ήταν του συρμού. Δεν υπάρχει όμως τέτοια φράση στο λεξικό της ζωής.
Ισως τελικά όλα να είναι υπόθεση ενός φίλτρου και μιας μονίμως γρηγορούσας ενσυναίσθησης. Ολοι εισπράττουμε την ίδια πραγματικότητα, τις δυσκολίες της, όλοι, λίγο-πολύ, έχουμε βιώματα, τραγικά, μοναδικά, ανεξίτηλα. Κι όλοι πριν το τέλος θα τα δούμε-όπως μάθαμε από τους ανετοιμοθάνατους ή τους συγγενείς τους- στην ίδια ταινία. Αυτό που καθιστά τον “πληγωμένο’, ποιητή, και όχι εγκληματία ή επιχειρηματία, ίσως να είναι αυτό το φίλτρο που έχει μέσα του και η ενσυναίσθηση που τον αναγκάζει να μην είναι απαθής. Να είναι αργός και να βαριέται, αλλά όχι απαθής. Οι βιαστικοί και οι πολυπράγμονες δεν νομίζω να κάνουν γι αυτήν τη δουλειά.
Ας μην μιλούμε λοιπόν για ερωτικές συντριβές, ιδεολογικές απογυμνώσεις και άλλα κοινότυπα που στους περισσότερους συνέβησαν αλλά δεν τους οδήγησαν στην ποίηση.
Από εκεί και πέρα, πρέπει να έχεις διαβάσει και κάποια βιβλία, όχι πολλά βιβλία, μόνο εκείνα, που αφού διεξήλθες ένα σωρό από σκουπίδια, έμαθες να επιλέγεις. Επίσης τα σωστά ποιήματα, ξανά και ξανά, που δεν είναι δα και αναρίθμητα όπως διατείνονται οι ειδήμονες, να έχεις ρουφήξει τις κατάλληλες μουσικές, να έχεις δει το είδος του κινηματογράφου που συγκλονίζει (γενικά πρέπει να συγκλονίζεσαι πολύ), να έχεις μαζέψει λογιών λογιών αποκαΐδια και να έχουν καεί κάπως οι χούφτες σου.
Να έχεις παίξει σκάκι με έναν τυφλό χάνοντας εύκολα και συντριπτικά. Είναι μεγάλη υπόθεση αυτή, σας διαβεβαιώ, να σε κερδίζει ένας τυφλός στο σκάκι, στο τέλος μπορεί να θελήσεις να εξαγοράσεις την τυφλότητα του ή να υποψιαστείς ότι εσύ είσαι ο τυφλός.
Να έχεις καταγράψει στο δεφτέρι της μνήμης σου έναν άνθρωπο που δεν συνθηκολόγησε ποτέ και δεν δίστασε, αν και φοβισμένος, να μπει στη φωτιά. Εναν που την πλήρωσε επειδή αρνήθηκε να γίνει μαλάκας. Αυτήν τη φιγούρα θα τη θυμάσαι κάθε φορά που θα μπαίνεις στο δίλημμα να εξαγοραστείς ή όχι.
Είναι αρκετό να έχεις δει παιδιά εγκαταλειμμένα, παιδιά που λιμοκτονούν ή πνίγονται-δεν είναι δύσκολο-, να νιώσεις πιο αβοήθητος από εκείνα, και να κατανοήσεις ότι αυτό συνέβαινε πάντα και ότι αυτό θα συμβαίνει και μελλοντικά όσο το παγκόσμιο και εγχώριο 1% θα λυμαίνεται πλούτο που αναλογεί στο 99% , όσο ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ικανός για το απεχθές για χάριν της κυριαρχίας και του κέρδους.
Να πιστέψεις ότι αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να αλλάξει και ακολούθως να ζήσεις τη μέρα που θα σου πουν να σκίσεις τη σημαία της επανάστασης. Δεν θα σου κακοφανεί και πολύ διότι στο μεταξύ θα έχεις διατελέσει σκατοφύλακας στο στρατό.
Αν λίγο πολύ τα ζήσεις αυτά ή κάποια παρόμοια, τότε θα είσαι έτοιμος να παίξεις πολλές παρτίδες σκάκι με τον τυφλό σου φίλο και να χάσεις τις περισσότερες . Και οι ήττες σου θα είναι οι μεγαλύτερες νίκες. Θα είσαι έτοιμος συναντήσεις και άλλους τυφλούς ή αιρετικούς τύπους, επειδή η τύχη πια θα σε φροντίζει και τότε θα’ ναι σαν να έχεις βγάλει διδακτορικό ή πολλά διδακτορικά μαζί. Εναν τηλεπαθητικό συγγραφέα ας πούμε από τη Βουλγαρία ο οποίος στο Πράδο της Μαδρίτης έπιασε από το λαιμό έναν Σκοπιανό ποιητή και του έστρεψε την κυκλοφορία του αίματος προς τη μύτη, διότι διαισθάνθηκε πως ο Σκοπιανός θα πάθαινε εγκεφαλικό.
Και έτσι το φίλτρο σου θα δουλεύει τέλεια, και η ενσυναίσθηση σου θα ρολάρει θαυμάσια.
Θα μυηθείς σε έναν τρόπο να ζεις και σε δέκα να μην ζεις. Και το πιο παράξενο, όσο πιο πολύ θα αμφισβητείς αν έχεις μάθει κάτι, τόσο θα μαθαίνεις, διαβάζοντας όλο και λιγότερο και παρατηρώντας αδιάκοπα την περιοδικότητα του αναπάντεχου να θριαμβεύει -μια γνώση βαθιά που θα ενσταλάζεται πρώτα στις αισθήσεις σου.
Στο επόμενο στάδιο ίσως αποκτήσεις και κάποιου είδους χιούμορ - πρώτα θα διακωμωδείς τον εαυτό σου, μετά τους άλλους.
Αν είναι έτοιμος για κάτι τέτοια και μερικά άλλα που τώρα ξεχνώ, είναι πιθανόν να αγαπηθείς παράφορα καμιά δυο φορές και να αγαπήσεις βεβαίως.
Τότε θα μπορείς με όση ασφάλεια σου προσφέρει ένα άλμα στο κενό από τον ενδέκατο όροφο ή η προσμονή για ένα χάδι από το άγαλμα της πλατείας, να γράψεις μερικά αληθινά ποιήματα που θα αγαπηθούν κι αυτά, διότι πρώτα εκείνα θα έχουν την ικανότητα να αγαπήσουν. Διότι εκείνα θα είναι εσύ. Και αυτό έχει μόνο σημασία.

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

"ΒΓΑΙΝΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΑΝΕΛΠΙΣΤΑ ΕΠΙΖΩΝ"

Γιώργος Χριστοδουλίδης «Πληγείσες περιοχές»  [εκδ. Μελάνι]

γράφει ο Κώστας Τσιαχρής
 
"Με αυτόν τον δημοσιογραφικού ύφους τίτλο και με μία διάθεση άκρως διερευνητική, ο δημιουργός αυτής της συλλογής, έκτης κατά σειρά, αναζητά κάτι σαν πτώμα πάνω στην εικόνα ενός φαινομενικά εύρωστου οργανισμού. Και σα να παίρνει φόρα από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας για να χτυπήσει με δύναμη και με το κεφάλι χωρίς κράνος πάνω στην κολόνα του θανάτου. Και σα να βγάζει από το συρτάρι του το γλειφιτζούρι για να πλανέψει την ανθρωπιά που κρύβεται στα ενδιάμεσα στάδια. Και σα να βγαίνει από τη σύγκρουση ανέλπιστα επιζών."

"ΠΟΙΗΣΗ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ" ΟΙ ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΠΟΙΕΙΝ

Γιώργος Χριστοδουλίδης, Πληγείσες Περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, εκδόσεις Μελάνι, 2016

γράφει ο Σωτήρης Παστάκας
 
Να αναγνωρίζουμε τα δυνατά και τ’ αδύνατα σημεία του εαυτού μας, αποτελεί για τους περισσότερους τον ορισμό της “αυτογνωσίας'. Η αυτογνωσία είναι το ζητούμενο σε κάθε ψυχοθεραπευτική πρακτική, επομένως και του ποιητικού υποκειμένου. Πάμπολλοι ποιητές στις μέρες μας αγνοούν παντελώς από ποια θέση εκφέρουν το λόγο και σε ποιόν απευθύνονται, κι αυτό αυτομάτως τους υποβιβάζει στην συμπαθητική τάξη των ανοήτων. Η αυτογνωσία, φυσικά “δεν εξασφαλίζει από μόνη της υψηλό ποιητικό αποτέλεσμα', για να παραφράσουμε τα λόγια του Παναγιώτη Νικολαΐδη εδώ στο “ποιείν' για τον Γιώργο Χριστοδουλίδη (Μόσχα, 1968), “αλλά πραγματώνεται επιτυχώς σε αισθητικά λειτουργική ποίηση πρωτίστως χάριν της ισχυρής, δύναμης του στίχου'. Και συνεχίζει για την έκτη ποιητική συλλογή του Γ. Χριστοδουλίδη “η δύναμη του στίχου του οφείλεται πρωτίστως στον επιτυχή, τις περισσότερες φορές, ποιητικά συγκερασμό μιας συγκρατημένης συγκίνησης με ένα διανοητικό-στοχαστικό στοιχείο, προϊόν ανήσυχου προβληματισμού και άγρυπνης σκέψης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητικός ρεαλισμός του Χριστοδουλίδη, αποδεικνύεται στις καλύτερές του στιγμές σε εξαιρετικό όπλο της γραφής, καθώς τον προφυλάσσει από τις παγίδες του ποιητικού ναρκισσισμού, ενώ παράλληλα του επιτρέπει να ψηλαφεί τραγικά βιώματα με την έσχατη λεκτική απλότητα. Με αυτό τον τρόπο, τα ιδιωτικά βιώματα του ποιητή δεν παραμένουν ασφυκτικά κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση':

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ
ΠΟΛΥ ΑΡΓΟΤΕΡΑ

Τα μεσημέρια στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας
μας κυνηγούσε ένας ξαναμμένος αστυνομικός
με σορτσάκι
και ο περιβολάρης.
Ο πρώτος σκυλόβριζε που παίζαμε μπάλα
και του χαλούσαμε τον ύπνο
έπαιρνε μια ξύλινη βέργα και κατέβαινε
να μας σπάσει στο ξύλο.
Ο δεύτερος ουρλιάζοντας ακατανόητα
ένα αγρίμι
νόμιζε ότι θα μας τσακώσει
την ώρα που του κόβαμε τα μέσπιλα απ’ τα δέντρα.
Όμως εμείς ήμασταν πιο ξαναμμένοι από αυτούς.
Και πιο σβέλτοι.
Μου πήρε πάντως χρόνια
να υποψιαστώ
ότι ίσως πιο πολύ από μας
μισούσανε το γέλιο μας
κι ότι
η εξουσία και η ιδιοκτησία
δεν αγαπάνε τα παιδιά.

ΕΦ. ΘΕΣΣΑΛΙΑ:ΣΤΑ 3 ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ 2016 ΟΙ ΠΛΗΓΕΙΣΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ


"Η ποιητική συλλογή του Γιώργου Χριστοδουλίδη, που φέρει τίτλο «Πληγείσες περιοχές», αποτελείται από 35 ποιήματα χωρισμένα σε 5 ενότητες: α) τις παιδικές μνήμες, δικές του ποιητή και των παιδιών του, β) την καθημερινότητα και τα βιώματά της, γ) τα υπαρξιακά ζητήματα, με έμφαση στο θάνατο, δ) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα τη γυναίκα και ε) τα ερωτικά ποιήματα με θέμα την ποίηση, που στην ουσία πρόκειται περί ποιημάτων ποιητικής. Ο Γ.Χ. σπάνια λειτουργεί με αφοριστικές προσεγγίσεις στην ποίησή του. Όταν το πράττει όμως είναι καίριος, ευθύβολος, και εύστοχος: «Δεν υπάρχουν γυναίκες χωρίς αλυσίδες / δεν υπάρχουν γυναίκες ικανές να μην τις σπάσουν / και δεν υπάρχουν γυναίκες / που το καταλαβαίνουν πριν τις σπάσουν».

ΤΟ "ΤΡΑΓΟΥΔΑΚΙ" ΣΤΟ 24ο ΤΕΥΧΟΣ ΤΩΝ "ΠΟΙΗΤΙΚΩΝ"



Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

AFFECTED AREAS (RAW TALES) 2016 SELECTED POEMS




THE CLANG OF THEIR WORDS
for Orestes
I remember my first time in school
how I cried in secret
when my mother withdrew her hand
and a palm of iron
patted me on the back.
I think now
I wasn’t afraid of the teachers
or the examiners
my unfamiliar peers
army officers later on
professors at university.
It was the frigid cycle of their knowledge I dreaded.
Their words
harsh, intransigent, loveless 
like empty walnuts upon cracking
whilst my mother’s words
kneaded together in affection.
And so now
as I sense the same fear in my son
I give him words each morning
words of love
to take with him
to have and to hold
when the clang of foreign words
closes in on him.
FRACTURE
for Ares
The child leans on my shoulder
my shoulder is rough
bones wrapped in muscles
and tendons
the child
longs for his mother’s shoulder
a blossoming cushion
three layers of honey
a tap dripping rose petals
a wealth of rose petals
and fervour.
My shoulder gives way
breaks into shards
under the weight of the child’s
desire.

ODD JOBS
for Theodoros
My son
works with metals
comes home with cuts and abrasions
He works as a waiter
for tips
withered by gazes
My son runs errands
the sun inside him dies
My son harvests olive trees
his hands black with bitterness
He’s a good boy my son
handsome
everyone loves him
Sometimes he is summoned
to other jobs
sometimes
he is summoned
from the skies
to act as an angel
to lift the wounded.
BROKEN BIKES
Their father mended broken bicycles
from the neighbourhood.
On occasion, passers-by would bring him theirs.
His two children ran around barefoot
and ragged
their eyes gleaming with adventure
and its end.
All day they ran.
Swamped with work
he never took his eyes off them
but at a sharp point in time
when the improbable scythed a path through the afterlight
on that blind spot
when the neck fails to turn completely
they slipped away
mounted two saddles
with punctured tyres
rickety chains
broken brakes
and rose to the peak of reveries.
On the way back, a colourful downhill
there
where almost
all barefoot children flounder
they didn’t make it.
In vain he looked for them
their sunless father
In silence he looked for them
No one but him.
Along with others, these incidents
occur in lightless places.

STORIES YOU COMPREHEND
MUCH LATER
Each noon in the parking lot of the block of flats
a policeman would chase after us ablaze
in his shorts
and the orchard owner.
The first bedamned us for playing ball
and ruining his siesta
he’d grab a wooden stick and rush down
to beat the crap out of us.
The second would howl incomprehensibly  
a brute
certain he would catch us
red handed stealing fruit from his trees.
But we were more ablaze than them.
And faster.
It took me years
to suspect
that perhaps more than us
they hated our laughter
and that
power and ownership
have no love for children.

ANDREAS DOE
We meet randomly once or twice a year
Only yesterday he saw me at the supermarket picking
tomatoes.
And again he asked how my eldest daughter was.
-       A son, Andreas, now a student.
-       Right, right.
Brief pause.
-       Is he alright?
-       He’s fine.
The same chat each and every time
over groceries gone bad
at the door of the clipper of names
the repair shop for replacement of limbs
in the queues of dry jobless people
the pavements of the shrunken
the trenches of the city
-       Lean forward Andreas, no, don’t take a bow
just lean forward.
Strange how someone
can always remember the same thing wrong.
I noticed a slight tremor in his hand
though skillfully he tried to hide it by clinging onto the shopping cart.
I do my best to avoid him
but he persists on sharing his embarrassment.
You cant beat that.
One day he dropped his head
We ran to catch it
downhill.
When I paid the next publisher
to bring out my sixth book
I mailed it to an address unknown
certain he would receive it somehow.  
Years later we met again
in the public toilets
paying for a pee.
“Say, how’s your daughter?
Loved your poem about that guy.
I can’t believe that guy!
Who is he?”
 
APRIL
The forgotten children
are kicking a ball
in the school yard.
It is precisely 3:30
the sun at this time of the year is compassionate
yet scorches little by little
one after the other
its solstices.
The blond girl
a delicate key-holder
on tip toes, opens the gate
then runs outside
to fetch something insignificant.
The door is left ajar
a child notices and hastens
out of limits
to become a cloud
another child does the same
becomes lightning
the other children turn to droplets and gusts of wind
the children multiply
the children evaporate.
This is more or less how
on that sun-drenched day
an uncanny storm
broke unexpectedly
over the school yard.

CENTENARIANS
There are in India
people over 180 years old.
They drink water and feed on sun;
so some serious guy once said.
I looked it up in the bizarre events section
you have to believe me.
They are more or less 180 years old
hermits in their secret crypts
on mountaintops
amidst the branches of plane trees
and they read the universe.
Their lives are as long
as the sum of the years
of the children who drowned of late
or died along some route.
And then some.
A few years are left over.
Lives long and succinct.
They’ve lived so long these old men
but they’re flat
as if joy is not wise
or grief is wise only if you’re not sorry for someone
there’s nothing around them they enjoy
their world a stern sanctuary
they stepped into and locked from the inside.
What wouldn’t they give, these children
for a few more years
-       so many, the excess in the equation.
I too would trade all my poetry
for a miracle like this.
But these old men, frankly, I don’t think they care that much
in their caves and all.
JOSÉ SARAMAGO’S BROWN BOOK
I’m reading a brown book.
The author is dead
The translator is dead
The main hero took his own life.
I’m still alive.
Sitting on the slope of an unsung moon
I’m drinking a blond beer.
Who says death
is invincible?
SOURCES OF INSPIRATION
There’s something held in abeyance
I really need to get off my chest.
Someone’s watching me as I write.
A boor
I can hear him clipping his nails
scratching and yawning
Then rising, cracking eggs
for an omelette
Switching on the TV
relishing daily gloom
then getting worked up over a derby
puffing on his humungous cigar
sending smoke rings
towards his grey ceiling
crumbling relentlessly.
I could care less about poetry
he tells me, ripping all etiquette apart
I actually don’t give a shit about it
he cracks up.
He thinks he can piss me off
or prompt me to engage
in something more profitable.
Let’s drink a glass of wine, I reply,
my treat;
once again you’ ve given me
the best poem.
ROPE LADDER
She sleeps splayed across the bed
drained
I’m not even sure she’s breathing.
Next to her
my son
cuddled up in the foliage of the night.
The secret rope ladder from the moon
will unravel
and once more I’ll ascend it alone.
She’ll wake up
notice the aimless lingering of the rope
fold it neatly
and tuck it away in the drawer
just like so many other odd things
the sky releases
now and then. 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
SELECTED POEMS Translated FROM THE GREEK
by Despina Pirketti
English Text edited by helen stavrou
NICOSIA 2016