Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΛΟΖΩΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ

"Ο Χριστοδουλίδης, μεταξύ άλλων, εγκαινιάζει ένα διάλογο με τους νεκρούς που μπορεί να ξενίζει σήμερα αλλά αντλεί αφομοιωμένα στοιχεία από το Δημοτικό τραγούδι και όχι μόνο. Δεν πιστεύω ότι θα εκτιμηθεί δεόντως από όσους αγνοούν την πρόσφατη κυπριακή ιστορία με τα δεινά της, τα τραύματά της, και τα τραγικά της αδιέξοδα. Η ποίηση και η κάθε ποίηση οφείλει πολλά στην συγκεκριμένη κάθε φορά ανθρωπογεωγραφία αλλά και παράγει τους ιδιαίτερους εξ’ αυτής ερμηνευτικούς κώδικες. Ίσως τα πιο πάνω να εξηγούν σε ένα βαθμό την αμηχανία της κριτικής πρόσληψης της κυπριακής λογοτεχνίας. Είτε πολλοί (εκτός Κύπρου) κινούμενοι από εθνικά ενοχικά σύνδρομα την υπερτιμούν είτε το αντίθετο τη θεωρούν έναν επαρχιώτικο βατταρισμό.
Όπως και αν είναι τα πράγματα η ποίηση του Χριστοδουλίδη
αποκαλύπτεται  μετά από πολλαπλή ανάγνωση
κι αυτό- κατά τη γνώμη μου πάντα- φανερώνει το δυναμισμό
και τη γνήσια χειροποίητη αξία της!"

Γιώργος Καλοζώης, 27.4.2010, "ΠΟΕΙΝ"

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2018

Ο "ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΣ" ΤΟΙΧΟΣ ΤΟΥ ΓΥΜΝΑΣΙΟΥ ΑΚΡΟΠΟΛΕΩΣ

Μεγάλη η χαρά  όταν νεότερες γενιές  επιλέγουν στίχους από ποιήματα σου... Οταν δε η επιλογή γίνεται παράλληλα με στίχους από τιτάνες της ποίησης όπως ο Μόντης, ο Σεφέρης κ.α.  και οι στίχοι σου αναρτώνται ανάμεσα στους ανθεκτικούς δικούς τους, τότε νιώθεις κι αμήχανα



"...Ηρέμησε, φύτεψε κάτι στον κήπο σου
με συμβούλευσε ο γιατρός
-είναι πολύ βαθιά
και δεν τον φτάνω..."
Εγχειρίδειο Καλλιεργητή, 2006 , εκδόσεις Γκοβόστη
ζάντας


 















Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2018

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: Η ΠΟΙΗΣΗ ΜΟΥ ΩΡΙΜΑΣΕ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ (ΚΕΙΜΕΝΟ)


 ΕΠΕΙΔΗ
Επειδή κάψατε τα δάση μου
Για να κόψετε τα οικόπεδά σας
Και μιλάτε για Δασούπολη
Εκεί που δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο
Επειδή ανασκάψατε τους κήπους μου
Για ν’ απλώσετε τα γήπεδά σας
Και μιλάτε για Ανθούπολη
Εκεί που δεν υπάρχει ούτε ένα άνθος
Επειδή μωρανθήκατε
Επειδή σκοτώνετε τον ήλιο μου
Για να πλουτίσετε τα σκότη σας
Και μιλάτε για Λάμπουσα
Εκεί που δεν υπάρχει λάμψη
Και μιλάτε για Αλάμπρα
Εκεί που δεν υπάρχει φως
Όμως υπάρχει ο Κεραυνός
Και θα σας κάψει.
Κ.Βασιλείου


Ο ποιητής Κώστας Βασιλείου γεννήθηκε το 1939 στην Πάνω Δευτερά. Τελείωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και ακολούθως σπούδασε Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επέστρεψε στην Κύπρο το 1963 και εργάστηκε ως φιλόλογος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέχρι το 1999, όταν αφυπηρέτησε.

Η λογοτεχνική δραστηριότητά του εντοπίζεται ως επί το πλείστον στον χώρο της ποίησης, αλλά και στη λογοτεχνική κριτική. Δημοσίευσε κριτικές μελέτες και δοκίμια στον περιοδικό Τύπο και εξέδωσε σε έξι τόμους τα ποιητικά έργα του Βασίλη Μιχαηλίδη. Δημοσίευσε επίσης το Νάμιν… του Κώστα Μόντη (2014) και το Νάμιν Β΄ (2015).

Πρωτοεμφανίστηκε στο ποιητικό στερέωμα της Κύπρου το 1969, με την ποιητική συλλογή Σκαμάνδριος Εκτορίδης Αστυάναξ και ακολούθησαν οι συλλογές: Κλωνάρι (1971), Ο Μεγάλος Σαμάν (1977), Ο Πόρφυρας (1978), Pietà (1983), Ο ευαγγελισμός της Λυγερής (1988), Η Λάμπουσα (1996), Ο Κανόλλος (1997), Το Ίλαντρον (2000), Η θκεια μας η Γιουγκοσλαβία (2009), Pietà (2015), Αλταμίρα (σε συνεργασία με την Καίτη Χρίστη) (2017).

Όπως γράφει ο ποιητής και κριτικός Παναγιώτης Νικολαϊδης, ο Κώστας Βασιλείου, είναι μία από τις σημαντικότερες μορφές της Γενιάς της Ανεξαρτησίας και γενικότερα της σύγχρονής μας ποίησης. Διακρίνεται για τη ρωμαλέα ποιητική γραφή του, τον πλούσιο διακειμενικό διάλογο με τη νεοελληνική και παγκόσμια ποίηση, την ειρωνική και συχνά σαρκαστική αποτύπωση της σύγχρονης πραγματικότητας με στιβαρή γλώσσα, άγρυπνη ποιητική συνείδηση και εκφραστική τόλμη, που αποτυπώνεται με βαθύτατη γνώση της ελληνικής γραμματείας και γλώσσας στη διαχρονία τους, καθώς και ειδικότερα της κυπριακής διαλέκτου.

Σε συνέντευξή του στο ΚΥΠΕ, ο Κώστας Βασιλείου αναφέρθηκε στη μακρά ποιητική του διαδρομή, στους πυλώνες της ποίησης του καθώς και τους ποιητές, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, που τον ενέπνευσαν. Απάντησε σε ερωτήσεις για την θεματολογική αλλά και υφολογική πλατύτητα του έργου του, που σε συνδυασμό με το βάθος της, τον καθιστούν έναν εκ των κορυφαίων.

Την Δευτέρα 11 Ιουνίου 2018, η Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου, στην κατάμεστη αίθουσα της Πύλης Αμμοχώστου, δια χειρός του Προέδρου της, ποιητή Λεωνίδα Γαλάζη, του απένειμε το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης». Όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτή ήταν η πρώτη βράβευση για τον σχεδόν 80χρονο σήμερα ποιητή...

«Ποτέ δεν επεδίωξα τις βραβεύσεις», μας λέει. «Αν τις επεδίωκα δεν θα μπορούσα να επικεντρωθώ στην ποίηση, στο έργο μου. Τα δυο πρώτα μου βιβλία τα υπέβαλα για να κριθούν ως υποψήφια για τα κρατικά βραβεία. Για το πρώτο δεν περίμενα και πολλά και όντως δεν βραβεύτηκα. Για το δεύτερο μου, το Κλωνάρι, μου απονεμήθηκε Έπαινος. Τι άλλο θέλω; Είναι αρκετό. Από τότε δεν υπέβαλα ξανά τα βιβλία μου για βράβευση».

Σημαντικά για τον τότε νέο ποιητή ήταν και πολλά θετικά σχόλια που έλαβε για την ποίηση του, από τον τότε Διευθυντή του ΚΥΠΕ και σπουδαίο λόγιο, Αντρέα Χριστοφίδη, τον ερευνητή Γιώργο Κεχαγιόγλου καθώς και άλλους. «Αν δεν έπαιρνα κάποια θετική ανταπόκριση για την ποίηση μου, ίσως και να μην συνέχιζα», αναφέρει και επικαλείται στη φράση του Αμερικανού συγγραφέα Ερνστ Χέμινγουει «κανένας άνθρωπος δεν είναι νησί».

«Η ποίηση», προσθέτει ο Κ. Βασιλείου, «πρέπει να είναι μια αγκαλιά πολλών ανθρώπων και εγώ το ένιωθα αυτό. Δεν γράφω ποίηση για τον εαυτό μου. Για τ’ όνομα του Θεού! Η ποίηση είναι σαν τον έρωτα, χρειάζεται δυο».


«Σαν τα καϊσιά, ωρίμασα ποιητικά»


Του επισημαίνουμε ότι για χρόνια ήταν έγκλειστος, απόμακρος μέσα στα όρια της ασκητικής του ζωής, ξένος προς τα «εγκόσμια», την κοινωνική συναναστροφή και ξαφνικά υπήρξε αυτή η ριζική αλλαγή, βγήκε στον κόσμο, παρευρίσκεται σε πολιτιστικά δρώμενα, αρχίζει να εισπράττει την αναγνώριση που του αξίζει. Τι άλλαξε;

Μας απαντά ότι δεν ήταν εγκεφαλική απόφαση ή επιδίωξη και το ένα και το άλλο. Το καθορίζει ως την φυσική εξέλιξη των πραγμάτων, όλα έγιναν από μόνα τους. «Όταν ένα δέντρο ποτίζεται, τρέφεται, μετά παράγει ανθούς, μετά καρπούς που είναι πράσινοι, όταν όμως ωριμάσουν, δεν θα πέσουν στη γη; Δεν θα έρθουν να τους κόψουν; Έτσι έγινε και με μένα», αναφέρει και προσθέτει πως για πολλά χρόνια δούλεψε την ποίηση του αθόρυβα, μέσα στη μοναξιά, όπως πρέπει σε έναν ποιητή, όχι επειδή θέλει να είναι μόνος, αλλά επειδή όταν θα ’ρχόταν η στιγμή της επικοινωνίας με τον «άλλο του εαυτό»-όπως χαρακτηρίζει τον αναγνώστη- όφειλε να ήταν έτοιμος όπως το ώριμο μήλο.

Ο Κώστας Βασιλείου είναι γέννημα θρέμμα της γης της Δευτεράς, τα δάκτυλα είναι ροζιασμένα σαν κάποιου σκληρά εργαζόμενου αγρότη, ο Βασιλείου “πίνει νερό” στο όνομα της γενέτειρας του. « Στην Δευτέρα είμαστε ξακουστοί για τις καϊσιές μας. Τα ωραιότερα καϊσιά ήταν τα λεγόμενα «του ανέμου», αυτά που ωρίμαζαν και έπεφταν μόνα τους. Ήταν ροδόσταμα. Έτσι και με την ποίηση, χωρίς καμία διάθεση ναρκισσισμού ή σεμνοτυφίας : Τα πράγματα ωρίμασαν από μόνα τους”, λέει με την απλότητα της σοφίας που τον χαρακτηρίζει.

Ο Βασιλείου είναι ένας ποιητής του βάθους, του πλάτους, της σάτιρας, της τραγωδίας, του έρωτα αλλά και του θανάτου, με τεράστιες θεματολογικές αλλά και υφολογικές μετατοπίσεις και διακυμάνσεις. Του ζητούμε να μας πει πως κατάφερε να συνδυάσει αρμονικά όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, πολλές φορές ακόμη και στο πλαίσιο ενός ποιήματος. Είναι κάτι που επιδίωξε ή είναι κάτι που απλώς συνέβη;

«Τίποτε δεν έρχεται από μόνο του» τονίζει και είναι κατηγορηματικός. «Για να έρθει κάτι, πρέπει να είσαι άξιος ώστε να σου έρθει. Τι με έκανε να φαίνομαι ότι συνθέτω πολλά ανόμοια πράγματα; Το άγιο με το διαβολικό, το ωραίο με το απεχθές, ας πούμε. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να δεχθούμε ότι έτσι είναι η ίδια η ζωή, η ζωή που τουλάχιστον εγώ έζησα. Στην γειτονία που μεγάλωσα έβλεπα καυγάδες, κηδείες, βρισιές, αγάπες κάτω από τα δέντρα, ανθρώπων και ζώων και πολλά άλλα. Είχα επίσης την ευλογία να σπουδάσω φιλοσοφία και αγάπησα τον Ηράκλειτο, βασικός πυλώνας της φιλοσοφίας του οποίου είναι πως «ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ» (Όλα είναι ένα).

Κάτι που αμέσως μπορεί να διακρίνει κανείς όταν συνδιαλέγεται στον Κ. Βασιλείου είναι η αντισυμβατικότητα της σκέψης αλλά και της συμπεριφοράς του, το αντικομφορμιστικό του πνεύμα. Η απορία μας έγκειται κατά πόσον αυτό το γνώρισμα που προβάλλει ως σήμα κατατεθέν της προσωπικότητας του, προϋπήρχε της ποιητικής του ταυτότητας ή αν οι “μαγικές” ιδιότητες της τελευταίας, συνέβαλαν στη διαμόρφωση του .

«Είχα μείνει στάσιμος στο Δημοτικό αλλά με πίστεψε η μητέρα μου»


«Όλα αυτά πηγαίνουν μαζί» μας λέει, προσθέτοντας πως ποτέ δεν το έχει αναλύσει ιδιαίτερα αυτό το θέμα. Θυμάται, ήταν παιδί του Δημοτικού, είχε πολύ καλή επαφή με την Φύση, τα δέντρα, τους ποταμούς, τα ζώα, τα πλάσματα και ιδιαίτερα με τη μητέρα, η οποία όπως αναφέρει, τον πίστευε πολύ παρότι είχε μείνει στάσιμος στο Δημοτικό. Με προέτρεψε να μην εγκαταλείψω το σχολείο, είμασταν 9 αδέλφια, τα κορίτσια τότε ήταν ζήτημα να πήγαιναν 1-2 χρόνια σχολείο, μετά σταματούσαν για να μάθουν γυναικείες δουλειές, ενώ τα αγόρια κι’ αυτά έφευγαν νωρίς, συνήθως για να μάθουν μια τέχνη, είτε για να δουλεύουν στα χωράφια. Η μητέρα μου, μου είπε «θα μείνεις εκεί, έκαμα 9 παιδιά, θέλω έστω ένα να σπουδάσει, να γίνει άνθρωπος», όπως έλεγαν τότε χαρακτηριστικά για όσους μάθαιναν γράμματα.


Αναφέρεται στους μεγάλους του έρωτες, εννοώντας τους συγγραφείς που διάβασε και αγάπησε, αρχίζοντας από τον Όμηρο, πηγαίνοντας στον Ηράκλειτο, τον Θουκυδίδη, τον Αισχύλο, την Σαπφώ.
«Το ελληνικό πνεύμα άγγιξε κορυφές τις οποίες κανείς άλλος κατάφερε να αγγίξει», υπογραμμίζει.
Τους διάβασε όλους, τον Δάντη που τον επηρέασε αποφασιστικά, τον Ρωμανό τον Μελωδό, ο Μακρυγιάννης ήρθε αργότερα, «δεν έβγαλα κανένα σκάρτο, ακόμη και από μέτριους έβρισκα και έπαιρνα αυτά που μου άρεσαν».
Από τους Κύπριους, πιο ψηλά απ’ όλους ο Βασιλείου τοποθετεί τον Βασίλη Μιχαηλίδη, το έργο του οποίου έχει επιμεληθεί και εκδώσει, ενώ ιδιαίτερη εκτίμηση τρέφει προς τον Μόντη, τον Παντελή Μηχανικό κ.α.

Του επισημαίνουμε ότι είναι από τους λίγους παλαιότερους ποιητές, που τείνουν ευήκοον ους προς τους νέους λογοτέχνες, που συνομιλούν μαζί τους, αφιερώνουν χρόνο και τους ενθαρρύνουν. Τον ρωτάμε για τη γνώμη του σχετικά με το μέλλον της κυπριακής ποίησης. «Η Κύπρος και η ποίηση της είχε παρελθόν, έχει παρόν, έχει και μέλλον. Το ίδιο ισχύει και για τους ποιητές μας. Από τα αρχαία χρόνια. Ο Στασίνος εθεωρείτο ισάξιος του Ομήρου. Αυτό που έκανε ο Μόντης με τις «Στιγμές» είναι μια παγκόσμια ποιητική κατάκτηση. Αφήνω τον Βασίλη Μιχαηλίδη όπως η Εννάτη Ιουλίου, Η Ανεράδα κ.α. ασχέτως αν δεν έχουν της παγκόσμιας αναγνώρισης, ακόμη και από την Ελλάδα, είναι ποιήματα παγκόσμιας εμβέλειας. Όσον αφορά δε τους νέους, θέλω να σας πω ότι εμείς είμαστε οι ρίζες σας, αλλά έχετε και την τεχνολογία και μπορείτε να αφομοιώνετε νέα πράγματα με ιλιγγιώδεις ρυθμούς».


"Η ανεξαρτησία είναι η ελευθερία μας"


Σε πολλές ποιητικές συνθέσεις του Κώστα Βασιλείου, ιδιαίτερα στην «Πιετά», η ιδέα της Κυπριακής Ανεξαρτησίας αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο. Την θεωρεί ένα μεγάλο δώρο που πρέπει να διαφυλαχθεί. «Χτυπάς κέντρο. Έτσι είναι”, μας λέει. Η πηγή της ζωής είναι η λέξη ελευθερία. συλλογικά και ατομικά και αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που πρόσφερε στην ανθρωπότητα ο ελληνικός πολιτισμός: Την έννοια της ελευθερίας, μιας ελευθερίας που εξανθρωπίζει τον ίδιο τον άνθρωπο και τον κάμνει αντάξιο του ονόματος του. Το ίδιο ισχύει και για την Κύπρο. Η Κύπρος αντέχει και θα αντέχει, όπως τα λέει ο Βασίλης Μιχαηλίδης στην 9η Ιουλίου: «Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου, κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη». "Αυτό ισχύει δεν είναι μ…κίες. Γι’ αυτό κάποιοι μας μισούν, θέλουν να ξεριζώσουν την ρίζα της ελευθερίας μας για να τελειώσουν μαζί μας για χάρην της παγκοσμιοποίησης. Ε δεν θα τους κάνουμε το χατήρι!», καταλήγει.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΚΩΣΤΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ (ΒΙΝΤΕΟ)

Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ AEGUUS NOX - ΙΣΗ ΝΥΧΤΑ

"Η ΙΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ"
Εικονίζονται από δεξιά, η ηθοποιός Μαρία Ναυπλιώτη, ο ποιητής-κριτικός Γιώργος Βέης, η ποιήτρια Λίνα Στεφάνου και ο ποιητής Γιώργος Χριστοδουλίδης

Πριν από δυο περίπου χρόνια, στην Αθήνα, μια άγνωστη σε μένα ποιήτρια ανέβηκε στο βήμα της ποιητικής εκδήλωσης Growd, και διάβασε μερικά ποιήματά της. Όταν ολοκλήρωσε την απαγγελία της, την πλησίασα, της είπα “ κυρία Στεφάνου, γράφετε πολύ ωραία” και αυτοσυστήθηκα.
Πέρασε από τότε καιρός, κατά τη διάρκεια του οποίου είχα την ευκαιρία να αναζητήσω περισσότερα δείγματα γραφής της ποίησης που άκουσα. Μια μέρα, μάλιστα, έτυχε να πέσω πάνω σε ένα ηλεκτροφόρο καλώδιο στίχων, που άμα κάποιος το αγγίξει, είναι αδύνατον να μείνει ανευλαβής. H τάση του με διαπέρασε.

«Οι ώμοι του ορίζοντα γραμμή
πιο πέρα
τελειώνει ο κόσμος όπως τον ξέρεις».

Η ποίηση της Λίνας Στεφάνου ξεχωρίζει για την πυκνότητα και το ουσιώδες του εκφερόμενου λόγου της, για την πολυσημία των συμβολισμών της. Όπως κάθε αληθινή ποίηση, δεν υποτάσσεται εύκολα στον δέκτη της. Τον βασανίζει, τον παιδεύει, τον σέρνει ανυπεράσπιστο σε αλληλουχίες συνεκδοχών, για να τον παραδώσει καινουργιομένο και πιο έτοιμο σε ένα νέο κύκλο ανθοφορίας. Κατά κάποιον τρόπο, ξαναζωντανεύει τη θαμπή, από τη σκόνη της υπερπαραγωγής, οπτική μας, για την ίδια την ποίηση.
Η Λίνα Στεφάνου σε καλεί να προσέλθεις, να δοκιμάσεις να εισέλθεις στον νοητό χωρόχρονο των ποιημάτων της: πολλά από τα ποιήματά της αποτελούν έναν τόπο. Το αν θα μπορέσεις να εντοπίσεις τις εισόδους, είναι αποκλειστικά δικό σου θέμα, ίσως ένα θέμα εκλεκτικών συγγενειών, όπως και η ίδια θα έλεγε.


«Σαν επιγραφή αναβοσβήνω μέσα σε ξένου ανθρώπου το μυαλό», γράφει.

Ο μεγαλύτερος ίσως κινηματογραφιστής του αιώνα μας, ο Αντρέι Ταρκόφσκι, όταν κάποτε ρωτήθηκε πόσο τον επηρέασαν άλλοι μεγάλοι κινηματογραφιστές τους οποίους θαύμαζε απεριόριστα, είπε τα ακόλουθα (μεταφράζω επί λέξη από τα ρωσικά):

«Δεν θα έλεγα ότι προσπαθώ να τους μιμηθώ, διότι το πιο σημαντικό σε κάθε τέχνη είναι να βρεις τη δική σου προσωπική γλώσσα, τον τρόπο να μιλάς σε μια γλώσσα που είναι χαρακτηριστική μόνο σε σένα και σε κανέναν άλλο».

Η Λίνα Στεφάνου βρήκε αυτόν τον τρόπο, τον επεξεργάστηκε και τον διαμόρφωσε. Παρότι τα θέματα στα οποία απλώνεται η ποίησή της δεν παρεκκλίνουν σημαντικά από τα συνηθισμένα, καταφέρνει να τους προσδίδει νέες, αναπάντεχες όψεις.
Η ποίησή της εκπέμπει μηνύματα που δεν αποκωδικοποιούνται μόνο σε σχέση με τα συμφραζόμενα, δεν δηλώνονται μόνο ρητά, αλλά παράλληλα υπονοούνται και συνυποδηλώνονται. Σε παραπέμπουν σε αναζητήσεις και ανασκαφές και, αργά ή γρήγορα, σε κατακρημνίζουν στο αρχέγονο βάθος των πραγμάτων, εκεί όπου οι πυρήνες κοχλάζουν και το άυλο βρίσκεται σε προεργασία υλοποίησης.

Οι στίχοι της είναι η επιφάνεια της γης, η ποίησή της ό,τι συντελείται στο υπέδαφός της.

Εκεί όπου δεν υπάρχει ησυχία, γαλήνη, ειρήνη, παρά μόνο δονήσεις, αναφλέξεις και πραγματώσεις. Ακόμη και στις παρώρειες των κορυφών της, η ποίηση της Λίνας δεν εξασθενεί, δεν λαχανιάζει: η ποιήτρια αποκαλύπτει αντοχές, διότι έχει διασφαλίσει ένα βάθος που τη στηρίζει.

Έτσι, όταν γράφει για τα μικρά παιδιά που βάζουν το κεφάλι τους στο στόμα του λύκου χωρίς να φοβούνται, δεν σκιαγραφεί απλώς μια εικόνα, αλλά σε μεταφέρει για λίγο στη δική σου παιδική ηλικία. Όταν γράφει «στις σιωπές της γυναίκας αναπαύεται ο άντρας πολεμιστής», οι γυναίκες αναρριγούν από την αναπάντεχη θωπεία μιας οικείας αύρας, της αύρας του δικού τους πολεμιστή, κι οι άντρες πεθυμούν την ανείπωτη και ανομολόγητη γυναικεία σιωπή που κάποτε τους έδειξε τι είναι ο κόσμος.


Ο καλός ποιητής υποψιάζομαι ότι είναι καλός και επειδή σέβεται μια σημαντική, τρόπον τινά, αρχή: Ότι αυτός έχει ανάγκη την ποίηση και όχι η ποίηση εκείνον. Βάσει του σεβασμού σε αυτήν την ξεχασμένη, σήμερα, αρχή, προοικονομείται η έκβαση κάθε φιλόδοξης προσπάθειας.
Η Λίνα Στεφάνου τηρεί αυτήν την αρχή, όπως και μερικοί άλλοι χαμηλόφωνοι, σεμνοί, αλλά συνάμα σημαντικοί ποιητές του καιρού μας, διότι «Στάζει στίχους όπως άλλοι ανάβουν κεριά στις εκκλησίες»
διότι
«όταν γράφει ποιήματα νιώθει σαν το δυσλεξικό παιδί που ευνοήθηκε να μιλάει τη γλώσσα των άστρων».
Αποκαθιστώντας την ιερότητα της ποιητικής διαδικασίας, η ποιήτρια διευκολύνει το πέρασμα του ποιήματος στον αναγνώστη. Προχωρά όμως και πάρα πέρα, ανοίγοντας με τα καλοφτιαγμένα δομικά κλειδιά της ποιητικής της, νοήματα περίκλειστα μέσα σε σκληρό κέλυφος.

«Σε κάθε εποχή
η γνώση και η μοναξιά
βαδίζουμε αντάμα»

και

«Σύντομο θέρος το θάρρος»

Το βιβλίο που έχω μπροστά μου με τα 29 ποιήματα είναι ο καρπός μιας δουλειάς περίπου τριών χρόνων, η οποία ξεκίνησε το 2015 και ολοκληρώθηκε πριν λίγους μήνες.
Ονομάστηκε ΙΣΗ ΝΥΧΤΑ επειδή η αρχική ιδέα του συνελήφθη στην κορύφωση της εαρινής ισημερίας. «Ήταν μια τέτοια νύχτα που ένιωσα πως η φύση ζυγιζόταν απόλυτα ενωμένη κι ο χρόνος είχε σταματήσει για μισό λεπτό για να μου κάνει το χατίρι να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Έτσι μου ήρθε το πρώτο ποίημα, το ομώνυμο της συλλογής», μου είπε σε μια από τις συνομιλίες μας.

Η ΙΣΗ ΝΥΧΤΑ πραγματεύεται ζητήματα που μας συντελούν, μας διαλύουν και μας επανασυναρμολογούν κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Τον χρόνο, τον χώρο, τον θάνατο πριν τον θάνατο, τη σχέση ζωντανών- νεκρών, τη σχέση ζωντανών με ζωντανούς, τον έρωτα, την απουσία, τη μητρότητα, το παιδί με τις ηλικιακές και σωματικές μεταβολές του.

Διατρέχοντας κανείς τη συλλογή, αποκομίζει την αίσθηση ότι η ποιήτρια έχει κατοικίσει για πολλά χρόνια μέσα στα θέματά της πριν τα μετεξελίξει σε ποιήματα. Δεν πέρασε από έξω, δεν τα είδε από μακριά, δεν την γρατζούνισαν: την χαράκωσαν, την άνοιξαν και την έκλεισαν, αφήνοντας ανάγλυφες ουλές.
Είναι ο οικείος της χώρος. Τα έχει φροντίσει και τα έχει αγαπήσει, έχει ποτίσει τον κήπο τους, ξέρει καλά τις γωνίες, τις προεξοχές, τις φθορές, τις μυρωδιές, τα μυστικά κελάρια, την απρόσιτη σοφίτα, τις ιδιότητες των εκλιπόντων της, την απέλπιδα προσπάθειά τους να συντονίσουν έναν ανάδρομο βηματισμό, πίσω, προς τη ζωή. Την επιρροή τους, την εξουσία τους. Έχει τσακωθεί και έχει συμφιλιωθεί με τα θέματά της.
Αντάλλαξαν μορφή, εξοικειώθηκαν.



«τους κουβαλάμε τους νεκρούς μας
σαν πολύτιμες πέτρες
σαν θηλιές
ή
σαν ζώα νεκρά.
Από τους νεκρούς εξαρτάται»


Τα ποιήματα της συλλογής δεν αποτελούν μια επιφανειακή συναρμογή εξεζητημένων λέξεων που θέλουν να πουν εντυπωσιακά πράγματα. Ακόμα και αφού κατασταλάξουν μορφικά, συνεχίζουν να ρέουν, επειδή αφ’ενός υπακούν σε καλά δουλεμένους κανόνες, αφ’ετέρου αναβλύζουν σαν πίδακες από πηγή αυθεντική, καλώντας τον δέκτη-αναγνώστη να λάβει μέρος σε μια ελαστική και ρευστή διαδικασία σημασιοδότησης.
Αναπτύσσεται, έτσι, μια μορφή συμμετοχικότητας ή ακόμη πολυμετοχικότητας, καθώς τα ποιήματα αποποιούνται το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, απελευθερώνονται και αναζητούν μέσα από το βλέμμα του άλλου την ανάδειξη της πολυσημίας τους.

Πρόκειται για ποιήματα απότοκα της ανάγκης που γέννησε η συσσώρευση και, συνακόλουθα, η έκρηξη του πραγματικού βιώματος, όταν αυτό απαίτησε να αποδράσει από το μνημονικό και να σαρώσει τα όρια των αντοχών της ποιήτριας. Γι’ αυτό πέφτουν πάνω σου σαν λάβα.
Η Λίνα αποτύπωσε στον ποιητικό της κώδικα αυτήν την έκρηξη, την μεταποίησε, συχνά λυγμικά, πάντοτε απογυμνωμένα από το περιττό, καίρια, καταδηλωτικά ενός ζωογόνου οράματος.

Το «Άρωμα» γράφτηκε για τους μετανάστες που έχασαν τη ζωή τους στο Αιγαίο. «Τα μικρά παιδιά», το πρώτο ποίημα της συλλογής, γράφτηκε καθώς η μητέρα εκείνη τη νύχτα της Εαρινής Ισημερίας στέκεται περιδεής μπροστά στο σώμα του γιου της που κοιμάται, το σώμα που μεταπλάθεται από παιδικό σε εφηβικό.

Άλλες φορές, μια αποκάλυψη πρέπει να συνέβη, που κατέστησε ορατή εκείνη τη μαγική ανθρώπινη ικανότητα να συνταιριάζεις τα τετριμμένα με τα μικρά θαύματα. Πόσο ομαλά κατακερματίζεται η ποιήτρια για να μπορεί να υπάρχει ατόφια στον κυκεώνα της καθημερινότητας:





«Προσωπική ιστορία»

Πάνω στο τραπέζι
δίπλα στα κομμένα κρεμμύδια σκόρπια βιβλία
λαχανικά, σημειώσεις, χαρτιά
άλλο βιβλίο κι ένα περιοδικό που σαν νεογέννητο αναπνέει”




Τούτων λεχθέντων, οφείλω να επισημαίνω ο σφριγηλό ύφος ορισμένων ποιημάτων θα ήταν πιο αδύναμο, η χάρη και η ομορφιά ισχνότερες, οι χημικές ενώσεις των λέξεων λιγότερο δραστικές, αν η ποιητική ορμή δεν είχε ποτιστεί με τους χυμούς του έρωτα και της αγάπης που τον στεγάζει, λιγόπνοο και εξασθενημένο, έστω, μέχρι να εκλείψει ή να μετουσιωθεί σε μνήμη: μνήμη των σιωπών που μας επιβαρύνουν σαν το βαρύ παλτό που κουβαλάμε τους χειμώνες για να αντέξουμε την έκθεσή μας στο κρύο, για να επιβιώσουμε τη στυγνή αλληλουχία των εποχών, μέσα μας.
Σε μια σειρά ποιημάτων της ΙΣΗΣ ΝΥΧΤΑΣ, η ποιήτρια, αντλώντας από τα ενδότερα εσωτερικά εδάφη, παραθέτει εκδοχές των δικών της διαφυγών από την αφύσικη κατάσταση του να μην αγαπάς και να μην αγαπιέσαι, στον χώρο της παράφορης ερωτικής περιδίνησης. Μας υπενθυμίζει ότι θα ήταν ίσως αρκετό όταν ο άνθρωπος θα εξιστορεί την περιπέτεια της βιοτής του, να την διαχωρίζει στην προ της αγάπης και μετά την αγάπη εποχή, καιρούς που διήλθε και εξήλθε τυφλός, άοπλος, αφελής και μη αναστρέψιμα, πενθών.

«Αιγοβόλος»

«Κάθε γυναίκα
συναντά κάποτε ένα Διόνυσο
οι οπλές του χέρια βιολιστή
στους ανέμους
και στους τριγμούς των αστεριών
καινούργιες νότες
μαθαίνουν
στο κορμί της
να διαβάζει»
ή

«Όταν έτσι μ’ αγαπάς
το βάθος των αστεριών
σε καινούργιο ουρανό
μαθαίνω να μετρώ»


Η έννοια του χρόνου στην ΙΣΗ ΝΎΧΤΑ μνημειώνεται στις στιγμές που είμαστε ερωτευμένοι, αγαπημένοι, συγκλονισμένοι, απελπισμένοι, εκστασιασμένοι, επαναστατημένοι. Το υπόλοιπο διάστημα είναι ο δρόμος που σε κρατά μακριά από αυτές τις καταστάσεις.

Η μύηση στη λογοτεχνία προσφέρει οφέλη που ανακαλύπτεις με τον καιρό. Αυτά τα οφέλη δεν μετριούνται με τον αριθμό των βιβλίων που έγραψε ή διάβασε κανείς, αλλά με το εύρος της διείσδυσης σε χώρους που υποψιαζόμασταν ότι υπάρχουν, αλλά έπρεπε κάποιος να μας τους υποδείξει.

Έτσι εκλαμβάνω και τον αγαπημένο στίχο:

«Εκεί τελειώνει ο κόσμος όπως τον ξέρεις»


Το γήτεμα μέσα από τα ξόρκια της λογοτεχνίας προετοιμάζει ένα εύφορο υπόστρωμα, η αξία του οποίου εκτείνεται πολύ πέραν της απόκτησης οποιασδήποτε γνώσης. Τα δώρα της λογοτεχνίας ενσωματώνονται σε έναν χώρο άγνωστο μέσα μας, γίνονται μέρος του λειτουργικού μας συστήματος, μας καθοδηγούν και μας εμπνέουν, καταστρώνουν την οριστική μας κλίμακα. Η ικανότητα αφομοίωσης αυτού του κέρδους, που φυσικά από άνθρωπο σε άνθρωπο ποικίλει, καθορίζει με τον καιρό το τι ακριβώς χρειαζόμαστε να διαβάζουμε και τι όχι, τι δεν πρέπει να κάνουμε για να μην αναλωνόμαστε. Αν δε είμαστε δημιουργοί, μας δείχνει ένα δρόμο για το πώς να μην γράφουμε.

«Φορτώθηκα ένα ζυγό που τώρα λέω πως είναι η ζωή μου»


«Το άλτσχαιμερ δεν είναι αρρώστια
είναι η τελευταία λύση που καταφεύγει το μυαλό
όταν δεν υπάρχει πια λύση»

Πιστεύω βαθιά ότι η ποίηση της Λίνας Στεφάνου είναι εμποτισμένη με αλήθειες στέρεες και δυνατές, εκπέμπει μιαν υποψία ελπίδας σε έναν απισχνασμένο κόσμο. Ειδικά σήμερα, όταν η βιωσιμότητα της ποίησης είναι πιο αμφίβολη από ποτέ και επειδή σε αυτόν το χώρο έχει διεισδύσει σωρηδόν το αλλότριο στις πιο απίθανες του μορφές, ποιήματα όπως αυτά που γράφει η Λίνα Στεφάνου είναι απολύτως αναγκαία.

Όπως οι προγενέστεροι, μείζονες, ελάσσονες, περιθωριακοί ποιητές μάς κληροδότησαν μαζί με το ποιητικό DNA του καιρού τους, και τον τρόπο τους, έτσι και οι σημερινοί, όπως η Λίνα Στεφάνου, θα κληροδοτήσουν στους μεταγενέστερους μια ποίηση ικανή να εμπνεύσει, να αποτελέσει δόκιμο υλικό για τα επόμενα βήματα, ποίηση η οποία θα είναι σε θέση να αναμετρηθεί θαρραλέα με τον χρόνο, ο οποίος:


...ο χρόνος είναι μια κόκκινη τελεία που σημαδεύει από μακριά την καρδιά σου.

Ένας ταχυδακτυλουργός που σέρνει ένα μεγάλο μπαούλο πίσω του. Ποτέ δεν ξέρεις τι έχει μέσα. Ο χρόνος είναι γεμάτος φίδια εκπλήξεις. “


Ας μου επιτραπεί, εν κατακλείδι, μια προσωπική αναφορά: Θα προτιμούσα και προτιμώ, να διαβάσω το ίδιο γοητευτικό ποίημα χίλιες φορές, παρά χίλια ανούσια ποιήματα που δεν μου λένε τίποτα. Θα επέλεγα, αν μπορούσα, να γράψω ένα ποίημα που θα εντυπωθεί σε ένα μνημονικό, παρά εκατό που δεν θα τα θυμάται κανείς.
Και όπως είπε ο Μπόρχες, διαλαλώ ότι «γίνεται κανείς σπουδαίος με όσα διαβάζει, όχι με όσα γράφει».
Με αυτή την έννοια, η ΙΣΗ ΝΥΧΤΑ μάς δίνει λόγους να νιώθουμε λίγο πιο σπουδαίοι.

Ευχαριστώ τη Λίνα Στεφάνου για την τιμή της πρόσκλησης που μου απηύθυνε. Ευχαριστώ κι εσάς που ήρθατε να τιμήσετε με την παρουσία σας μια άξια ποιήτρια.

Αθήνα, Νομισματικό Μουσείο, 29 Μαϊου 2018
Γιώργος Χριστοδουλίδης



Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

ΜΙΑ ΚΡΑΥΓΗ ΠΟΥ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ*

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΕΔΡΟ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Αξιότιμε πρόεδρε Αναστασιάδη,

Δεν σε ψήφισα, δεν ψήφισα ποτέ μου Δεξιά. Θα ψήφιζα Αριστερά, αν πίστευα ότι υπήρχε αυτή η επιλογή στην Κύπρο. Παρόλ’ αυτά, πιστεύω ότι είσαι έξυπνος άνθρωπος. Γι’ αυτό σου γράφω. Γι’ αυτό, και επειδή χθες, 11 Μαΐου 2018, επέθανεν ένα μωρό 10 χρονών επειδή ο γιατροί του δημοσίου που το εξέτασαν, του έδωσαν εξιτήριο στα 25 λεπτά.
Έχω τρία παιδιά. Φοιτούν σε δημόσια σχολεία. Φέτος, οι γιοι μου συμμετείχαν στο κρατικό αθλητικό πρόγραμμα ΑΓΟ, δύο φορές τη βδομάδα, σε μια ομάδα παιδιών από 7 μέχρι 12 χρονών. Πέντε χρόνια διαφορά, κύριε πρόεδρε, σε αυτή την ηλικία, σε ένα γήπεδο καλαθόσφαιρας ή ποδοσφαίρου, είναι πολλά. Όταν μοιράστηκα τον προβληματισμό μου με την υπεύθυνη της ομάδας, μού απάντησε ότι ΑΓΟ σημαίνει Αθλητισμός Για Όλους, άρα όλα τα παιδιά χωρούν στην ίδια ομάδα. Κύριε πρόεδρε, είσαι έξυπνος άνθρωπος. Αν ένας θεσμός δεν μπορεί να λειτουργήσει σωστά, αν δεν υπάρχει η υποδομή για να λειτουργήσει σωστά, τότε τον καταργείς. Δεν τον συντηρείς στον αναπνευστήρα, γιατί αν ο 12χρονος σπρώξει τον 7χρονο και ο 7χρονος πέσει ανάσκελα πάνω στο κουγκρί, μάλλον θα πεθάνει.
Μέσα στην τάξη της κόρης μου, υπάρχει ένα παιδί με ειδικές ανάγκες. Προχθές κρατούσε ψαλίδι και το έμπηγε ρηχά στις σάρκες του. Η προτροπή του εκπαιδευτικού ήταν «Μην του δίνετε σημασία». Ο εκπαιδευτικός δεν είναι καταρτισμένος για να χειριστεί αυτό το παιδί, ώστε να μην απειλεί τον εαυτό του και τους άλλους. Υπάρχουν, όμως, δεκάδες άλλοι άνθρωποι, που αυτό ακριβώς ξέρουν να κάνουν: πώς να ενσωματώσουν στην τάξη μωρά με προβλήματα, μωρά χωρίς οικογένεια, πώς να τα μάθουν πέντε πράγματα, που θα τους επιτρέψουν αύριο να λειτουργήσουν ως πολίτες, για να μη μεγαλώσουν, κύριε Πρόεδρε, στη θαλπωρή της κοκαΐνης, κι ύστερα να μπαίνουν μέσα στα σπίτια των πλασμάτων και να τους μαχαιρώνουν 40 φορές. Το κακό το προλαβαίνεις, δεν το πολεμάς. Πόσοι δάσκαλοι ειδικής εκπαίδευσης είναι διορισμένοι; Πόσοι ψυχολόγοι; Να κόψεις από τα μπόνους των υψηλόβαθμων δημόσιων υπαλλήλων, να καταργήσεις τα ταξίδια αναψυχής των τεμπελχανάδων που αμαυρώνουν την εικόνα της διακυβέρνησής σου. Είσαι έξυπνος άνθρωπος, ξέρεις ποιοι είναι.
Ο μεγαλύτερος αδελφός μου, κύριε Πρόεδρε, είχε δυστύχημα στα 19 του, που του προκάλεσε μόνιμη αναπηρία στο πόδι και σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Την φροντίδα του ανέλαβε εξ ολοκλήρου η μάνα μου, που σήμερα είναι 79 χρονών. Ήταν μια εξαιρετική κοπέλα, κοινωνική λειτουργός, η Μυρτώ, που ερχόταν 1 φορά τον χρόνο και τους έβλεπε, κυρίως για να έχει η μάνα μου την ευκαιρία να πει τον πόνο της. Η Μυρτώ παραιτήθηκε, κύριε Πρόεδρε, διότι αισθανόταν ανήμπορη να βοηθήσει. Σήμερα βρίσκεται στη Χιλή. Γιατί είναι υποστελεχωμένο το Γραφείο Κοινωνικής Ευημερίας;
Εχτές επέθανεν ο Σταύρος, και βγήκαν διάφοροι πεφωτισμένοι άρχοντες να τον κλάψουν σε κοινή θέα. Πόθεν ως τα πόθεν, κύριε Πρόεδρε; Το δημοτικό του Αλεθρικού είναι πολύ χαμηλά στην τροφική αλυσίδα. Τα παιδιά των μικροαστών, αυτά που δεν πληρώνουν αδρά για να μορφωθούν, πεθαίνουν μέσα στα δημόσια νοσοκομεία, προφανώς επειδή το σύστημα υγείας συντηρεί γιατρούς και νοσηλευτές που είτε δεν είχαν ποτέ τα προσόντα για να προσληφθούν στη δημόσια υπηρεσία, είτε ξεκίνησαν με ορμητικές ελπίδες να αλλάξουν τον κόσμο, αλλά τους συνέθλιψε η ακηδία μας.
Είσαι έξυπνος άνθρωπος, κύριε Πρόεδρε. Είσαι πατέρας και παππούς. Διάλεξε κάτι, να χαρείς. Μιαν απ’ τις θηλιές που μας πνίγουν, και κόψε την σύρριζα. Έστω ένα πράγμα. Να έχουμε να λέμε, σε δέκα χρόνια από τώρα, «Επί Αναστασιάδη, διορίστηκαν εκατό κοινωνικοί λειτουργοί» ή «Επί Αναστασιάδη, στελεχώθηκαν τα δημόσια σχολεία με δασκάλους ειδικής εκπαίδευσης» ή «Επί Αναστασιάδη, απαγορεύτηκε η χρήση του όρου συγκυλισμός, και το περιεχόμενό του αντικαστάθηκε από τη φράση «κτηνώδης βιασμός ενός μωρού από μια άλαλη, ψευδεβλαβή κοινωνία».
Είσαι έξυπνος άνθρωπος. Τώρα γίνε σωστός Πρόεδρος.

Δέσποινα Παντελή Πυρκεττή
Μεταφράστρια, νομιμόφρων πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας
Κύπρος, 12 Μαΐου 2018

* Η πιο πάνω επιστολή της χαρισματικής Δέσποινας, που γράφτηκε με αφορμή τη δολοφονία από το σύστημα του 10χρονου Σταύρου Γιωργαλλή, κοινοποιήθηκε μέσω Facebook και έτυχε πρωτοφανούς υποδοχής.  Mέχρι το πρωϊ της 15ης Μαϊου 2018 είχε πάνω από 1300 like και 520 κοινοποιήσεις. Την διάβασαν δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας.
Αναδημοσιεύτηκε από μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης(Φιλελεύθερος), προκάλεσε εκατοντάδες σχόλια. Ωστόσο ο αποδέκτης της, τουλάχιστον μέχρι τώρα, δεν συγκινήθηκε...

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

ΠΙΝΟΝΤΑΣ ΜΠΥΡΕΣ ΜΕ ΤΟΝ DESMOND EGAN



Το 2003 στην Μπιενάλε της Λιέγης, ο Desmond Egan μου παρέδωσε υπαινικτικώς και αφιλοκερδώς ορισμένα μαθήματα που προσπαθώ να εφαρμόζω μέχρι σήμερα.
Αφενός, ότι για να λογίζεται κανείς ποιητής, το πρώτο πράγμα που πρέπει να έχει μάθει να κάνει καλά , είναι να μην κάνει τίποτα και να μην έχει ενοχές γι’ αυτό, να μην είναι δηλαδή πολυσχιδής, αφετέρου ότι το να παραμένεις προσηλωμένα αδρανής -την ώρα που άλλοι επιμελούνται την οικοδόμηση μικρών ή μεγάλων θριάμβων- είναι σαν ένα γραμμάτιο που ο χρόνος θα σου εξαργυρώσει στο μέλλον με γενναιοφροσύνη και σε καλό επιτόκιο.
«Η ποιητική διαδικασία είναι ενόρμηση, όχι προσχεδιασμός, αν εσύ αναλώνεσαι, πώς να σε πετύχει ή να την πετύχεις», μου έλεγε. Ανταποκρινόμασταν φυσικά στο πρόγραμμα της Biennale, στις καθημερινές αναγνώσεις ποιημάτων, στις συζητήσεις για το τι εστί ποιητική τέχνη, συναναστρεφόμασταν με το υπόλοιπο πολυπολιτισμικό συνάφι, όμως τα δικά μας γυμνάσματα περιλάμβαναν πρωτίστως εντατικές ασκήσεις μύησης στον ρεμβασμό, την παρατήρηση και τον δια-λογισμό. Με άλλα λόγια, τις περισσότερες ώρες τις αναλώναμε σε μπαρ και σε καφετέριες-μπαρ της ωραίας και φιλόξενης Λιέγης. Εγώ ο αρχάριος και ο Desmond ο έμπειρος, με τα ροδοκόκκινα μάγουλα. Εκεί, μέσα στη ζωή, στους αρωματικούς καπνούς που αναδύονταν από παράξενα φίλτρα και συνουσιάζονταν με τις οσμές της εξαίσιας βέλγικης μπύρας, μιλούσαμε για τη ζωή.
Δείχνοντας μια σχεδόν ανθρωπιστικού χαρακτήρα κατανόηση στην ανετοιμότητα μου να πετύχω τότε κάποια υψηλά νοήματα στη γλώσσα του και να του τα περάσω κιόλας, υποβίβαζε χωρίς κανένα κόμπλεξ το δικό του άριστο επίπεδο γλωσσικής και εκφραστικής επάρκειας, όσο χρειαζόταν, για να μην νιώσω εγώ άβολα.
Αν μας άκουγε κανείς περαστικός-και οι περαστικοί συνηθίζουν να κρυφακούνε έστω κι αν δεν το δείχνουν-, ίσως να υποψιαζόταν ότι είμασταν δυο γλωσσικά neaterdal (Homo neanderthalensis) που προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν σε κάτι πρωτόγνωρο που τα υπερβαίνει.
Στον ελληνικό χώρο, αν ένας νέος ή νεότερος ποιητής αποτολμήσει να ανοίξει συζήτηση περί τέχνης, ποίησης ή υψηλών αξιών, με κάποιον από τους καθιερωμένους φωστήρες του πνεύματος, κάποιον από τους «είμαι παντού και τα ξέρω όλα», τους ενίοτε μπροστά στις ντάμες «ελαφρώς υπερανθρωπίζοντες», δυο τινά πιθανόν να συμβούν: Να λουστεί με ένα παγερό κύμα αδιαφορίας, ή να δεχθεί ένα σύντομο αυτοναφορικό μάθημα περί της αυθεντίας του φωστήρα που θα περικλείεται σε δυο λεπτά επισπευσμένου χρόνου.
Αντιθέτως, ο Desmond Egan,  όχι μόνο δεν μου έπαιζε τον έξυπνο, αλλά με μια σειρά ερωτήσεων, επεδίωξε να μάθει για την πολυποίκιλη ασημαντότητα μου. Με κοιτούσε κατά πρόσωπο και το βλέμμα του υποδήλωνε ειλικρίνεια, ενδιαφέρον. Δεν θυμάμαι σε εκείνες τις πολύωρες συζητήσεις της Λιέγης, υπό συνθήκες περιοδικά ακανόνιστης μπυροποσίας, να χρησιμοποίησε μια φορά το «εγώ». Δεν θυμάμαι επίσης ποτέ να με ρώτησε για τις γνώσεις μου, ή να αντιπαρέβαλε στα κενά τους, το δικό του συντριπτικά επαρκέστερο οπλοστάσιο. Επικέντρωσε το ενδιαφέρον του σε τι αμφιβάλλω ώστε να μου πολλαπλασιάσει την γονιμότητα των αμφιβολιών και βεβαίως να μου αποδομήσει την ψευδαίσθηση των όποιων βεβαιοτήτων.
Τρία χρόνια μετά, το 2006, με προσκάλεσε στο GERARD MANLEY HOPKINS POETRY FESTIVAL, που διεξάγεται κάθε χρόνο σε μια κοινότητα 50χλμ έξω από το Δουβλίνο και του οποίου είναι ο καλλιτεχνικός διευθυντής. Εκεί όντας αρμόδιος ήταν και πιο δραστήριος και δημιουργικά κινητικός, ωστόσο το ίδιο ροδοκόκκινος και ενίοτε απλανής. Η βελγική μπύρα είχε αντικατασταθεί με την περίφημη ιρλανδική Guinness και τον τρόπο της. Σε μα «τελική ευθεία», ίσως κατεβάζοντας το πέμπτο του «παιν», μου εκμυστηρεύτηκε ότι ο Σέιμους Χίνι πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας επειδή ήταν πάντα “politically correct”σε αντίθεση με τον ίδιο που εθεωρείτο «κακό παιδί»..
Πάντως, από τις «παρακαταθήκες» του επί ιρλανδικού εδάφους, κράτησα για τον εαυτό μου δυο: Ότι την Guinness απαγορεύεται να την πιείς μόλις σου τη σερβίρει ο μπάρμαν στο ποτήρι, αλλά πρέπει να περιμένεις το ξεχείλισμα της καθώς και το στέγνωμα του χείλους του ποτηριού, και ότι ποίηση δεν είναι η περιγραφή των συναισθημάτων μας, αλλά η ανάδειξη της αιτίας που τα προκάλεσε.
Από τότε, έμαθα να περιμένω την προπαρασκευή της πλήρους γεύσης και να μην μου παίρνει πολύ χρόνο για να αντιληφθώ τι δεν είναι ποίημα. Και το γραμμάτιο δεν τα πηγαίνει άσχημα, ούτε το επιτόκιο που υποτίθεται ότι θα εισπράξω σε αυτήν, μιαν άλλη ή σε καμιά ζωή. Με προβληματίζει φυσικά το γεγονός ότι μου πήρε 15 χρόνια από την γνωριμία μας, για να γράψω για τον Desmond, αλλά νομίζω ότι ο ίδιος δεν θα έχει παράπονο. Εξάλλου αυτός μου είχε πει να μην βιάζομαι.

                        
*Γεννημένος το 1936 στην πόλη Άθλοουν της Ιρλανδίας, ο Ντέσμοντ Ίγκαν, βαθιά φιλέλληνας, έχει εκδώσει είκοσι τρία βιβλία ποίησης, δύο τόμους δοκιμίων και πρόζας και μεταφράσεις των τραγωδιών «Μήδεια» και «Φιλοκτήτης. Θεωρείται ένας από τους κορυφαίους Ιρλανδούς ποιητές και έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία και διακρίσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες, όπου έχουν εκδοθεί βιβλία του σε μετάφραση. Το ποίημά του “Ειρήνη(το οποίο απαγγέλει στο βίντεο που ανάρτησα) μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες το 2000. Έχοντας σπουδάσει ιρλανδικά, λατινικά και ελληνικά, εργάστηκε στην εκπαίδευση πριν αφιερωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο το 1987, έτος κατά το οποίο ίδρυσε το διεθνές Φεστιβάλ Τζέραλντ Μάνλεϊ Χόπκινς, του οποίου είναι καλλιτεχνικός διευθυντής. Το 1998, τοποθετήθηκε στην Επιτροπή Πολιτιστικών Σχέσεων του ιρλανδικού Υπουργείου Εξωτερικών. Το 2001, οι εκδόσεις Νεφέλη εξέδωσαν το βιβλίο του «Ποιήματα», σε μεταφράσεις Γεωργίας Γκίνη και με πρόλογο του Δημοσθένη Κούρτοβικ,-με τον οποίο είναι προσωπικός φίλος- που περιλαμβάνει επιλογές ποιημάτων.