Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

ΑΝΕΒΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΒΟΥΝΟ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής  
"Η ΣΦΑΓΉ ΤΟΥ ΑΙΩΝΑ”  
στις 6/2/2019 στο ΓΚΑΡΑΖ
Λευκωσία

 

 του Γιώργου Χριστοδουλίδη

H Aυγή Λίλλη συγκαταλέγεται στη νεότερη ποιητική γενιά, την πρωινή γενιά που ανατέλλει πάνω από το ποιητικό τοπίο της πατρίδας μας.

Η Σφαγή του Αιώνα, εκδόσεις ΘΡΑΚΑ είναι μόλις η δεύτερη της ποιητική συλλογή, δείγμα ίσως του ότι δεν βιάζεται και δεν κατατρύχεται από το άγχος των συνεχόμενων εκδόσεων. Η πρώτη της συλλογή, Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ένα σωσίβιο, εκδόσεις Αρμίδα, εκδόθηκε πριν από οκτώ ολόκληρα χρόνια, είναι πιο ογκώδης, με ανομοιογενή σε έκταση ποιήματα και χωρισμένη σε εννέα κεφάλαια, τα οποία τιτλοφορούνται θεματολογικά, όπως “Θάνατος”, “έρωτας”, “φθορά”, “μνήμη” κ.α.

Η παρούσα συλλογή αποτελείται από 29 αυτόνομα ποιήματα, τα οποία ενώ αυτή τη φορά δεν έχουν θεματικούς διαχωρισμούς, ουσιαστικά πραγματεύονται παρόμοια ή ίδια με την προηγούμενη, ζητήματα.

Διατρέχοντας ωστόσο και τις δυο συλλογές της Αυγής, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι Στη Σφαγή του Αιώνα, η ποιήτρια επιλέγει να επικοινωνήσει με τον αναγνώστη ακολουθώντας έναν διαφορετικό δρόμο, τον δρόμο της αυτοαναφορικότητας. Κοινοποιεί την παρουσία και στάση της, προτάσσοντας θαρραλέα το ποιητικό της “εγώ” απέναντι σε χαμένες μάχες, όπως η ίδια δηλώνει, μάχες ενίοτε εξουθενωτικές, με τον χρόνο, τον θάνατο, τη μνήμη και εν τέλει με την ίδια την ύπαρξη, σε έναν αιώνα που συμπυκνώνει ως σώμα τη φθορά του ανθρώπινου “είναι” και ίσως γι’ αυτό θα πρέπει να υποστεί την ιεροτελεστία της σφαγής του .
 
Ακολουθώντας τις επιταγές του ανήσυχου ποιητικού της υποσυνείδητου, που μοιάζει να κραδαίνει στο χέρι του ένα ματωμένο μαχαίρι, έτοιμο να το μπήξει σε σώματα, ποιήματα και άλλες συναφείς και συνάμα άτυχες μάζες και έννοιες, η ποιήτρια σκηνοθετεί ένα αντιποιητικό σκηνικό το οποίο είναι σκηνογραφημένο με τη βαναυσότητα ενός προσωπικού πολέμου, μιας αιματηρής δοκιμασίας κατά την οποία οι εσωτερικοί και εξωτερικοί ακρωτηριασμοί αποτελούν το κύριο χαρακτηριστικό:

Θα πετσοκόψω μέσα μου κάτι λέξεις”

τα μέλη αιμορραγούν»

ο πόθος πολτοποιείται”
  

Και ενώ η μάχη υποτίθεται ότι είναι χαμένη, καθώς αντίπαλος είναι τα ανυπέρβλητα, που ρυθμίζουν και καθορίζουν την ανθρώπινη μοίρα, στις καλύτερες στιγμές της συλλογής, η ποιήτρια επιβεβαιώνει ότι κάποιοι αγώνες αξίζει να δίνονται επειδή η πραγματική ήττα, θα ήταν να μην δοθούν.
Δίνονται, επειδή στην αντίθετη περίπτωση, θα ισοδυναμούσαν με την απώλεια μιας ανεπανάληπτης πορείας μέσα από τους κοχλάζοντες πυρήνες της ποίησης, βασανιστικών ανασκαφών στις μυστικές σπηλιές της ύπαρξης, της αυτογνωσίας που παρέχεται ως αποζημίωση για τις επανειλημμένες αποτυχημένες απόπειρες, την απώλεια της ανάβασης στο βουνό της ποιητικής πραγμάτωσης, ένα βουνό που όσο πλησιάζεις στην κορφή του, αυτό ψηλώνει, αλλά εσύ είσαι αρκούντως αποφασιστικός και ανέκκλητα ταγμένος στο σκοπό σου ώστε να μην εγκαταλείψεις την ανάβαση.

Η ποίηση της Αυγής συμφύρει τις αντηχήσεις μιας ανελέητης εσωτερικής κραυγής. Συνομιλεί κυρίως με τον εαυτό της, αλλά επιτυγχάνει σε καίρια σημεία να κατευθύνει τα ηχοκύματα της σε συναισθαντικούς αποδέκτες, να γίνει συνυπαρξιακή, να ρέει και να εξελίσσεται. Δεν διστάζει να επιχειρεί τραυματικές βυθίσεις και αναβυθίσεις, ακροβατικές ισορροπήσεις πάνω σε επιφάνειες στήριξης που περιορίζονται στο ελάχιστο και σε μεταφυσικά ακραίες καταστάσεις, στον βιότοπο κυρίως της υποσυνείδητης μνήμης. Η ποίηση της Αυγής δίνει την μάχη και δεν βγαίνει χαμένη.

Οδηγεί τον αναγνώστη στο να αναζητήσει τα σημεία εναύσματος και απόληξης προ και μετά των στίχων, ώστε να προλειάνει το έδαφος της κατανόησης για τα όσα η ποιήτρια, μέσα από παραληρηματικό οίστρο, κραυγάζει ή με περισσή επιμέλεια διατηρεί ανεπούλωτα.

Πρόκειται για ένα είδος κύησης, αντιθετικά τοποθετημένης στην έννοια της γέννησης, της εμβρυακής σύλληψης, κύησης που γεννά οντολογικά σύμβολα τα οποία πρέπει να σφαγιαστούν για να ξαναγεννηθούν διαφορετικά. Και συντελείται αυτό στη σκοτεινή πλευρά της ζωής, που όμως είναι συστατικά συνυφασμένη με τη φωτεινή.

Κουβάρι
Aν δεν το γεννήσω,
θα πεθάνω.
Εν τω σπηλαίω της μήτρας μου
άγνωστο έμβρυο
με μύρο και στάχτη κυείται,
σαν άστρο συσπάται και
τα μεσάνυχτα τίκτεται
όμορφο μικρό κουβάρι
με καρφίτσες
το σώμα κεντάει,
στο πάτωμα στάζω σαν αίμα πετάγομαι
στο ταβάνι και στη λάμπα γερά
με καρφώνω:
Ρίγος, άλγος, σκοτωμός.


Η γεύση που αφήνουν τα 29 ποιήματα της συλλογής, καταδεικνύει μια πιο ώριμη δουλειά σε σχέση με την προηγούμενη συλλογή. Ο εσωτερικός ρυθμός των ποιημάτων κατορθώνεται και η επίγευση που αφήνει η ανάγνωση της Σφαγής του Αιώνα πιστοποιεί την ύπαρξη μιας υπό διαμόρφωση ποιητικής ταυτότητας, που όμως φέρει ήδη συνεκτικά στοιχεία διάρθρωσης, και διαθέτει το βασικό ζητούμενο της αυθεντικότητας ώστε ευκρινώς να εκφράζει τα φωνήεντα των αγωνιωδών εκπομπών της ποιήτριας και τα σύμφωνα των σπαρακτικών της επικλήσεων, μέσα από μια οριακή καταγραφή της βίωσης.

Τούτων λεχθέντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι κορυφώσεις και οι πυκνώσεις που οικοδομούνται και, σε αρκετές περιπτώσεις, ολοκληρώνονται ικανοποιητικά, αντλούν περισσότερη ενέργεια και πρώτη ύλη από την επιδερμίδα λέξεων – στίχων και λιγότερο από τον υποδόριο τους ιστό, εντός του οποίου οι διεργασίες είναι πιο μυστικές και περίπλοκες.

Η ποιήτρια προσεγγίζει κατά βάση την ποιητική διαδικασία με μια αυτό- λυτρωτική διάθεση, διατηρώντας σχεδόν αδιατάρακτη ταύτιση με τις συγκινησιακές φορτίσεις που αυτή μπορεί να προσφέρει.
Όταν αυτή η ταύτιση κλονίζεται και μετακινείται , όταν ανακαλύπτει τις φυγόκεντρες δυνάμεις που μπορούν να την απογειώσουν, τότε αρχίζει να γοητεύει, με την γοητεία του ακατανόητου του οποίου η λεκτική γονιμότητα, επιτρέπει τόσο σε ασκούμενους όσο και πιο μυημένους αναγνώστες, να υποψιαστούν και να αναψηλαφήσουν τις περιοχές του. Μια τέτοια ποίηση διευρύνει την εμβέλεια της διότι προεκτείνεται στα εδάφη αυτού που αποκαλούμε οικουμενικό, αποκτά περισσότερη συμμετοχική δράση οδηγώντας σε συνδυασμούς στίχων που μετατρέπουν τα ποιήματα σε μνημεία, στα οποία ανατρέχεις και επιστρέφεις μη μπορώντας πια να διαβάσεις κάτι λιγότερο.

Διατελώντας ταυτόχρονα σε διαδικασία αναζήτησης των πιο δόκιμων γι’ αυτήν εκφραστικών μέσων, των μέσων που θα μεταφέρουν πιο εύληπτα τα μηνύματα της, είναι εμφανές ότι η ποιήτρια, σε ορατό βαθμό, πειραματίζεται, κάτι που είναι χαρακτηριστικό στην υπό διαμόρφωση νέα ποιητική γενιά του τόπου μας στην οποία η Αυγή με βεβαιότητα ανήκει.

Πρόκειται για μια γενιά που πλέκει τον δικό της ιστό, διαρρηγνύοντας σε πολλές περιπτώσεις τη διακειμενική σχέση με το παρελθόν και στην ποίηση της οποίας ανιχνεύονται ήδη σαφείς, θεματολογικές, γλωσσικές, μορφολογικές και υφολογικές αποστασιοποιήσεις. Στο βαθμό που αυτή η ρήξη απαλλάσσει την ποίηση μας από τα βαρίδια και όχι τα επωφελή κληροδοτήματα του παρελθόντος, που εμπλουτίζει και δεν φτωχαίνει το κοινό μας ποιητικό σπίτι, είναι όχι μόνο αναγκαία αλλά και νομοτελειακά ζωογόνα.

Μια νέα γενιά, πολλοί εκπρόσωποι της οποίας, πολλές φορές, όπως ευτυχώς συμβαίνει με τους ποιητές, εισπράττω ότι αισθάνονται τον εαυτό τους ξένο, στον ίδιο τους τον τόπο, στον περιβάλλοντα τους χώρο, στην εργασία τους, μα κυριότερα, στο πεδίο των ιδεών, των ιδανικών και των κοινωνικών εγέρσεων που δεν συμβαδίζουν με τις υπαρξιακές τους ανάγκες, το αγνότερο αξιακό τους σύστημα και το έμφυτο αίτημα τους για αληθινή ζωή.

Υποψιάζομαι ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την ποιήτρια μας, αισθάνεται ξένη απέναντι σε πολλά πράγματα που συμβαίνουν στον τόπο μας, και οικεία σε περισσότερα που δυστυχώς δεν συμβαίνουν. Ο ποιητής πρέπει να αισθάνεται ξένος και να μαθαίνει να συμφιλιώνεται με ιδιότητες όπως αυτήν του αναχωρητή, του παρατηρητή, του κριτή, του μη μετέχοντος σε κοινότυπες δραστηριότητες, αν ειλικρινά προσδοκεί κάποτε να ευλογηθεί να συμβληθεί με την ποιητική αντισυμβατικότητα.

Συνειδητοποιώντας την ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, ο ποιητής και δη ο νέος ποιητής, ενεργοποιείται, για να διαψεύσει το χρόνο, να αποδείξει στο χρόνο ότι ο άνθρωπος μπορεί να “ποιήσει” έργα που θα τον υπερβούν ή όπως το λέω διαφορετικά, να αναγκάσει τον χρόνο να γίνει ο διανομέας τους. Η έκβαση αυτής της ευγενούς φιλοδοξίας θα συντελεστεί χωρίς βιασύνες, σε ορίζοντες πολύ πιο μακρινούς από εκείνους που ορίζει η φυσική παρουσία του ποιητή αλλά και του σημερινού του αναγνώστη. Και τότε, αν αυτό συμβεί, αν η λήθη υπερνικηθεί , οι αιώνες θα υποκλιθούν μπροστά στα τρόπαια της διαχρονικότητας των έργων του:

Η Σφαγή του Αιώνα
Θα τον κόψω σε λωρίδες και
θα τον χωρίσω σε μπουκιές
ή
θα τον πριονίσω και
θα τον κρύψω στην αποθήκη
ή
θα τον στραγγαλίσω και
θα κρεμάσω τα μάτια του
για σκουλαρίκια
την ώρα που περνάει.

Προσωπικά, πιστεύω ότι η Αυγή Λίλλη, ως μέλος της νέας, ελπιδοφόρας ποιητικής γενιάς, βαδίζει στο σωστό μονοπάτι, ανεβαίνει τη σωστή πλαγιά , βλέπει τη σωστή-για κείνην- κορφή του βουνού να ψηλώνει και έχει τη γενναιότητα να κοιτάξει στα μάτια τα ανυπέρβλητα και να αναμετρηθεί μαζί τους .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου