Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

GIORGIO TZIMURTAS: ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ - ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΚΡΥΦΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ

Στα κρυφά στρώματα της πραγματικότητας, στην πολύμορφη σύνθεσή της και στην απρόσμενη αποτελεσματικότητά της - σ' αυτές τις βαθιά δρώσες περιοχές διεισδύει η ποίηση του Γιώργου Χριστοδουλίδη. Αποκαλύπτει μυστικές εξαρτήσεις και ασύνειδους μηχανισμούς, απονέμοντάς τους ένα ακριβές γλωσσικό περίγραμμα.Οι στίχοι του είναι διαφωτιστικοί. Το μέσον για την κρίση, τη συνειδητοποίηση, είναι η ίδια η ποίηση με τη διπλή σημασία της λέξης: ως λυρική έκφραση και ως νοηματική ανα-διαμόρφωση του κόσμου.
Προγραμματική σημασία ενέχει το ποίημα "Τελική κρίση", όπου λέει: "Θέλω να σταματήσω να προδίδω την ποίηση./ Να προσθέσω επιτέλους στις λέξεις/ το αληθινό τους νόημα./(...) ΄Υστερα να περιμένω ν' ακούσω/ το σύρσιμο της σαύρας από τα ερείπια,/ ή το φτερούγισμα του περιστεριού/ μ' ένα κλαδί ελαίας στο ράμφος. Οι στίχοι μηνύουν επίσης, ότι τόσο η ικανότητα για κρίση όσο και η διαμεσολάβησή τους προϋποθέτουν την ειλικρίνεια της γλώσσας, έχουν ανάγκη τη συμφωνία μαζί της.
Η υψηλής περιεκτικότητας μορφή είναι χαρακτηριστική της ποίησης του Χριστοδουλίδη: "Γράφω σύντομους στίχους, η έκφρασή μου είναι παρά τα συγκεκριμένα γεγονότα, στα οποία αναφέρομαι, συμβολική", εξηγεί ο ποιητής. Τα σύμβολά του διαθέτουν, παρά την σαφήνειά τους, ποικίλα επίπεδα. Στο ποίημα "Τελική κρίση" μπορεί "τα ερείπια" να αναφέρονται σε ένα μακρύ παρελθόν, του οποίου η κληρονομιά θα πρέπει να διευκρινισθεί και να κατανοηθεί εκ νέου. Αλλά εξ ίσου επισημαίνουν πόσο πρόσκαιρη μπορεί να είναι η αρχέγονη δύναμή τους. Η οποία μπορεί να λήξει λόγω του χρονικής φύσεως προορισμού τους ως κτηρίων, λόγω καταστροφής από τον χρόνο ή το ανθρώπινο χέρι.
Το "σύρσιμο της σαύρας" πάνω στην πέτρα διευκρινίζει: Οι τοίχοι που κατέρρευσαν έχουν γίνει ένα μέρος της φύσης. Ως πολιτισμικό, αλλά συγχρόνως και ως αποδεικτικό στοιχείο της ταυτότητας ενός τόπου συγχωνεύονται πια στο τοπίο. Στο εξωτερικό τοπίο, αλλά και στο εσωτερικό, της ψυχής. Εκεί συντηρούν τόνους που δεν έχουν ανακαλυφθεί ακόμα. Όποιος διαθέτει λεπτή αίσθηση γι' αυτούς, έχει και τη δυνατότητα να ακούσει και " το φτερούγισμα του περιστεριού/ μ' ένα κλαδί ελαίας στο ράμφος", την ειρήνη, δηλαδή, που πλησιάζει.
Κι αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από γενικώς ανθρώπινη, κοινωνική και πολιτική άποψη.
Ο Χριστοδουλίδης , που γεννήθηκε το 1968 στη Μόσχα και εργάζεται στην Κύπρο ως δημοσιογράφος, καλλιεργεί στην ποίησή του και τους τρεις θεματικούς κύκλους: "Είναι όσα βιώνω, αυτά που αποκτούν μορφή στην ποίησή μου. Αποφασιστικές είναι πολλές και διάφορες επιδράσεις και πηγές έμπνευσης," όπως υποστηρίζει. Όταν έχει την αίσθηση ότι ωρίμασε ο χρόνος για να γράψει κάτι, τότε ακολουθεί αυτήν την τάση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα ποιήματα που δημιουργούνται σε μια τέτοια φάση βρίσκονται και σε κάποια εξάρτηση μεταξύ τους.
"Προσπαθώ να διεισδύσω όλο και βαθύτερα στην ανθρώπινη ύπαρξη". Έτσι καθορίζει ο Χριστοδουλίδης τον στόχο της ποίησής του. Σε σχέση με τα κοινωνικά θέματα λέει: "Προσπαθώ να δώσω φωνή σ' αυτούς που δεν έχουν. Μέσα από μια παγκόσμια προοπτική". Ως παράδειγμα αναφέρει τους παράνομους μετανάστες. "Το φτερούγισμα του περιστεριού" μπορεί να ερμηνευτεί και με αυτό το νόημα, τη στιγμή μάλιστα που αυτό παραθέτει και στο κρατικό οικόσημο της Κύπρου.
Ο Χριστοδουλίδης αφιερώνεται επίσης και στην κριτική του πολιτισμού, στην απειλή του ανθρώπου από τη ριζική εμπορευματοποίηση του κόσμου. Στο ποίημα "Οι βάρβαροι" γράφει: "Με ξένα χέρια ταξιδεύουμε στο μέλλον/ (...)/ Ασύλληπτοι κραδασμοί/ ηχούν από παντού/ (...)/ Από την απέναντι λεωφόρο/ οι βάρβαροι/ που άλλοτε κραδαίναν ακονισμένα σπαθιά/ με διαφημιστικές πινακίδες/ τώρα θριαμβεύουν.
Από πολιτική άποψη ασχολείται με το πρόβλημα της Κύπρου, τον χωρισμό της πατρίδας του εδώ και πάνω από 34 χρόνια εξαιτίας της κατάκτησης ενός τρίτου της νήσου από τους Τούρκους . Εδώ ωστόσο δεν πρόκειται για θρήνο, αλλά "για διασαφήνιση του τραγικού που δεν γίνεται πια αντιληπτό". Τονίζει πως υπάρχει κίνδυνος, "να συνηθίσουμε σε πολλά πράγματα, που δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. " Ένα σημαντικό δείγμα αυτής του της πρόθεσης είναι το ποίημα "Θα πενθήσω αργότερα", όπου γίνεται λόγος "για προσωρινούς χωρισμούς που γίναν μόνιμοι" και παρακάτω για "όνειρα/ που έμειναν τέτοια".
Στο ποίημα αυτό διαφαίνεται πολύ καθαρά η προειδοποιητική πλευρά της ποίησης του Χριστοδουλίδη, αλλά και η τέχνη τού να καθάρει διά της ποίησης. Παρ' όλα αυτά ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι: "η ποίηση δεν αλλάζει τον κόσμο". Δεν αποκλείεται ωστόσο "ένας και μοναδικός άνθρωπος να μπορέσει μέσω ενός ποιήματος να δει κάτι τελείως καινούργιο ή και να το συνειδητοποιήσει". Ο Χριστοδουλίδης πιστεύει βαθιά ότι "η ποίηση μπορεί να μας κάνει πιο σοφούς, να μας οδηγήσει σε καλύτερη γνώση του δικού μας εγώ".
Κι αυτό είναι μια εμπειρία που έχει κάνει ο ίδιος: Το πρώτο του ποίημα το έγραψε ο Γιώργος Χριστοδουλίδης στα 13 του χρόνια. Ήταν μια στιγμή που είναι γι' αυτόν παρούσα ακόμη ως σήμερα. "Επέστρεφα από το σχολείο στο σπίτι πολύ λυπημένος, απογοητευμένος από τον εαυτό μου. Σκεφτόμουν πως δεν είχα κανένα ιδιαίτερο χάρισμα, που να απέδειχνε ότι διέθετα προσωπικότητα", διηγείται ο ίδιος. Ξαφνικά άρπαξε ένα μολύβι και έγραψε ένα ποίημα. "Διαπίστωσα ότι μπορούσα να γράψω ποίηση. Και άρχισα να γράφω."
Στην αρχή έγραφε ποιήματα με ομοιοκαταληξία, όπως ήταν η συνήθεια της ελληνικής ποίησης στις προηγούμενες δεκαετίες. Σιγά σιγά προχώρησε σε νέους τρόπους. Η πρώτη του ποιητική συλλογή "΄Ενια" - ο τίτλος είναι ένα γυναικείο όνομα, που όμως όταν προφέρεται μπορεί να σημαίνει και "νόημα" - εκδόθηκε το 1996. Για τη συλλογή αυτή του απονεμήθηκε το κρατικό βραβείο για νέους ποιητές. Πέντε χρόνια αργότερα ο Χριστοδουλίδης τιμήθηκε με το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τον δεύτερο τόμο με ποιήματά του το "Ονειροτριβείο". Η πιο πρόσφατη ποιητική του συλλογή, που παρουσίασε το 2004, φέρει τον τίτλο "Εγχειρίδιο καλλιεργητή". Τα ποιήματα της συλλογής αυτής είναι πιο μακροσκελή από ό,τι στις παλαιότερες, αλλά ο Χριστοδουλίδης παραμένει πιστός στο συμπυκνωτικό του ύφος. Παρά ταύτα διαβαίνει τώρα το μονοπάτι μιας πιο διηγηματικής παρουσίασης.
Ως προς τη μορφολογική τους άποψη, τα ποιήματά του είναι "πάντα ένα καινούργιο πείραμα". Επιδράσεις δέχτηκε εκτός από τη ρωσική ποίηση, την οποία διάβαζε όσο σπούδαζε στη Μόσχα Δημοσιογραφία,καθώς και από την αγγλόφωνη, αλλά και, προπαντός, από τους νεοέλληνες λυρικούς ποιητές: Γιάννη Ρίτσο, Τάκη Σινόπουλο, Νικηφόρο Βρεττάκο και την Κική Δημουλά, που αναφέρει με ιδιαίτερη έμφαση. Ως τυπικά κυπριακά στοιχεία στην ποίησή του ο Χριστοδουλίδης χαρακτηρίζει "όλα όσα παραδίδει η καθεμιά ποιητική γενιά στις επερχόμενες". Έχει εμβαθύνει στους στίχους των Κυπρίων ποιητών, ενώ στα ποιήματα του Κώστα Μόντη και του Μιχάλη Πασιαρδή διαπίστωσε πόσο σπουδαία είναι "η συγκέντρωση στο πιο ουσιαστικό". Αυτό που ο ίδιος θα ήθελε κυρίως να κατορθώσει, είναι " Η απλότητα της ποίησης αφού κατανοηθεί προηγουμένως η πολλαπλότητα της πραγματικότητας".
Σημαντικό είναι επίσης κατά τον Χριστοδουλίδη η επικοινωνία με τον αναγνώστη. Για την αποστολή ωστόσο της ποίησης ο Χριστοδουλίδης μας λέει στο ποίημά του "Ένια": "(...) τα ποιήματα δεν γίνονται/ για να διαβάζονται./ Για να πεθαίνουν γίνονται/ μέσα στην ομορφιά που αναπέμπει/ ένας ασύλληπτος χρησμός.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

MEDITERRANEAN POETRY


Matinal image

Morning reveals onto the day’s canvas an image of frozen immigrants.
Standing at the bus stop they are waiting for an imaginary bus
they need it to take them beyond predetermined routes  they need it
to take them to a land ancestral
away from employers with soiled nails plump ladies ordering them about old men melting away alone
they need it to take them far away
from the crumbling shed next to the menacing river  and the weeds circling
the broken door the oxidized hinges
that squeak so to stop being afraid at night
they want to return in time to see their mother
to smell their homeland once more.
My children will soon go out into the street
My children will go out into the street to play
Only they will see the immigrants boarding the bus.




Myth 2
He closed his eyes and whistled.
Urged by an impulse born
in the bosom of complete and utter silence.
It was spring, then.
The surrounding forest smelled of fresh greenery –
A reservation, a refuge.
Wherever he reached with his hands,
He touched a life other than his own.
Then she descended from the moon.
She followed the traces of his long whistling
to come and fall asleep on his lips.




Fear
I am not afraid of death.
It’s the burning sun I’m afraid of.
August’s
heat, ghastly heat.
Of not lying
in a beach
not being kissed by the sea
 – I’m so afraid –
than buried deep down the earth
when God help me it’s so hot!



Singing
My body carries
the dust of the road you crossed.
My feet bear
the burden of your fatigue.
Long before you came to exist
my door stood waiting for you.
That unknown carpenter who crafted it – he was singing!



On the verge of a vague self-knowledge
Between Cyprus and Rhodes
I threw a cigarette bud;
It did not stir the stability
of the moonlit night.
A ship next to our ship
defined the night’s geometry.
But I longed for the waves to break
and wash up the fear of the deep;
the one that, when it penetrates the eye,
we say “It’s the salt”.
We loved our travels.
Leaving the demons
crash into the rock, into the walls
of this pathetic pillorying.
And the sirens were delightfully forlorn
without the least mood to seduce.
Aged, almost,
Using the “Classified”
to seek willing Odyssei
who wouldn’t necessarily leave them
for Ithaca.



Violin-cases
Instruments are but our need
to hear something else than our stupid voices.
Yet through the sounds of the violin
you come to grasp the meaning of silence
and death.
Violists should’ve been dwarfs;
When they’d died, we’d bury them in their violin-cases.



translated from Greek into English by Despina Pirketti 



  http://www.odyssey.pm/

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ

foto:Georgios Kalogeropoulos
Στην ποίηση

       δεν είναι απαραίτητο

                      να συνειδητοποιείς τι γράφεις, την ώρα που το γράφεις.


                                            Αρκεί η αίσθηση κάποιας βαθύτερης ανασκαφής.

                                                             Είναι πιο απαραίτητη η βεβαιότητα της ελπίδας
                                                                                              
                                                                                                  πως κάποτε       
                                                                   
                                                                                       εκείνοι που θα το διαβάσουν,
                                                                                          
                                                                                                          
                                                                                                                   θα το συνειδητοποιήσουν.

Κυριακή, 7 Ιουνίου 2015

ΟΙ ΚΑΜΥ, ΟΙ ΠΟΠΟΦ ΚΑΙ ΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΚΑ ΤΟΥΣ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΑ

Βλέποντας την ευρέως γνωστή φωτογραφία του Καμύ με το χτενισμένο μαλλί και το τσιγάρο στο στόμα, σκέφτομαι πως αν δεν σκοτωνόταν σε αυτοκινητικό στα 46 του, μάλλον θα πέθαινε από καρκίνο λίγα χρόνια αργότερα. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε τόσες λεπτομέρειες για τον Καμύ και κάνουμε και κάποιους συνειρμούς για τα πώς και τα αν του, αποκλειστικά επειδή ήταν ένας σπουδαίος φιλόσοφος, ένας τεράστιος συγγραφές, που καθόρισε την εποχή του και διαμόρφωσε προσωπικότητες και πορείες ανθρώπων που ποτέ δεν τον γνώρισαν. Επειδή κατάφερε να αγγίξει την αθανασία. Να υπάρχει παντού ενώ έχει εκλείψει. Καμία οριστικότητα δεν μπορεί να επιβληθεί της καταξιωμένης υστεροφημίας.
Διψούμε να μαθαίνουμε για τους σπουδαίους της τέχνης και της λογοτεχνίας, διψούμε να καταπίνουμε όποια λεπτομέρεια μπορούμε, λεπτομέρεια που δεν αφορά τη σπουδαιότητα του έργου τους, αλλά τις καθημερινές τους συνήθειες, τον τρόπο του βλέμματος τους. Θυμάμαι στο πανεπιστήμιο, ο καλύτερος καθηγητής (Σεργκέϊ Αλεξάντροβιτς Ποπόφ) ήταν για μένα εκείνος που ερχόταν στο μάθημα κρατώντας μικρές καρτελίτσες στις οποίες είχε σημειώσει , τι ρούχα επέλεγε να φορά ο Ρεμπώ, τι ώρα ξυπνούσε ο Τόμας Μαν, τι φαγητά ετοίμαζε στα ατέλειωτα τσιμπούσια που οργάνωνε ίσως ο πιο ερωτικός ποιητής που υπήρξε σε αυτόν τον πλανήτη, ο Πάμπλο Νερούδα.
Τον άκουγα με ανοικτό το στόμα και μετά ρούφαγα τα βιβλία τους με απείρως πιο μεγάλη αδηφαγία από τον αν δεν ήξερα την καθημερινότητα τους. Δυστυχώς κι αυτός, ο καθηγητής Ποπόφ, με ειδικότητα στην παγκόσμια λογοτεχνία, σκοτώθηκε αδόκητα και πρόωρα σε αυτοκινητικό δυστύχημα όπως ο Καμύ με τη διαφορά πώς το τραγικό συμβάν που τον σημάδεψε, το γνωρίζω εγώ, όσοι απέμειναν οικείοι και φίλοι του και ενδεχομένως κάποια παλιοί φοιτητές του. Τις συνθήκες θανάτου του Καμύ όμως τις γνωρίζουν όλοι. Διότι ο Καμύ δεν ήταν αφανής. Και τούτος ο κόσμος χρειάζεται τώρα όσο ποτέ όλο και περισσότερους Καμύ ή λιγότερο Καμύ. Διότι για να υπάρξουν οι «Ποπόφ» πρέπει να προηγηθούν οι «Καμύ» ώστε μεταγενέστερα να ανδρωθούν με πολύτιμες καρτελίτσες οι γενεές εκείνες που θα μείνουν για μια στιγμή με το στόμα ανοικτό ακούγοντας τους «Ποπόφ» να αναλύουν την καθημερινότητα των «Καμύ», απομυθοποιώντας τους με γούστο και συνάμα αναδεικνύοντας την μυθική αξία της κληρονομίας τους. Ετσι ίσως να μπορείς να φτιάξεις ενός είδους πολιτισμό όπου η αξία του χρήματος θα ολοένα και λιγότερη, υποκαθιστάμενη από την αξία των επιφωνημάτων. Γιατί ας το παραδεχτούμε, επιτέλους, κανείς δεν τιμά τη μνήμη κανενός επειδή ήταν μεγιστάνας του πλούτου ή επειδή έδιδε ένα ξεροκόμματο στους εργάτες ή υπαλλήλους του, δημιουργώντας στην εκλεπτυσμένη οικονομική αργκό του καιρού μας τις λεγόμενες «θέσεις εργασίας». Η μνήμη είναι μια εξόχως δίκαιη λειτουργία κι εδώ θα διαφωνήσω με τον Αναγνωστάκη και το στίχο του στο Επιτύμβιον «Α, ρε Λαυρέντη, εγώ που μόνο το ’ξερα τί κάθαρμα ήσουν». Ολοι ξέρουμε τους «Λαυρέντηδες», Μανώλη, λίγοι όμως τολμούν να τους φτύσουν όπως εσύ. Αντίθετα-επανέρχομαι- ποιος δεν τιμά, είτε σιωπηλά, είτε με λόγους πομπώδεις-έστω- τη μνήμη των Καμύ και πολύ αραιότερα των αφανών «Ποποφ». Αυτό κάνω κι εγώ σήμερα γιατί όσο υπάρχουν τέτοιοι ωραίοι τύποι, όσο διαρκεί η μνήμη τους, τόσο περισσότερο η αγριότητα των καιρών θα είναι δυνατόν να δαμαστεί και «να νικιέται κάπου κάπου ο θάνατος μέσα στη ζωή» (Τσαρλς Μπουκόφσκι, Χαμογελαστή Καρδιά).
Τιμή και δόξα λοιπόν σε όλους όσοι άφησαν πίσω τους έναν έστω στίχο που απαγγέλλεται ακόμα, έσυραν μια γραμμή από την οποία κάποιοι πιάστηκαν για να κρατηθούν, τιμή και δόξα και όσους διαιώνισαν έναν μύθο, τον εμπλούτισαν με προσωπικές παρηχήσεις και τον ιστόρησαν σε αδαείς που φιλοδοξούν και τολμούν να ισχυρίζονται πια ότι δεν είναι τόσο αδαείς.
Τιμή και δόξα σε όσους καλλιέργησαν την εμμονή της επιστροφής στο ίδιο ποίημα, στο ίδιο απόσπασμα, στην ίδια σελίδα. Οι επίγονοι τους, να ξέρουν, ακόμη συγκλονίζονται, από καιρό εις καιρό, θυμούνται, μνημονεύουν και κάποτε κλαίνε. Με ένα τσιγάρο στο στόμα και μια καρτελίτσα ανά χείρας.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

'EΙΔΗ ΠΡΩΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ", ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: Γιώργος Χριστοδουλίδης "Είδη Πρώτης Ανάγκης": Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Ρωσία , συγκεκριμένα στη Μόσχα ,όπου και πραγματοποίησε σπουδές πάνω στη δημοσ...

"ΕΡΧΕΤΑΙ ΚΑΛΗ ΣΟΔΕΙΑ 'Η ΜΑΛΛΟΝ ΗΡΘΕ"

ΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ "ΤΟ ΑΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΤΟ" ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ*


Το απραγματοποίητο είναι μία από τις δυνατές εκφορές των μικρών θανάτων που δοκιμάζει ο άνθρωπος στην τριβή του με την καθημερινότητα. Στην περίπτωση του Γιώργου Χριστοδουλίδη και της τέταρτης ποιητικής συλ- λογής του, το «απραγματοποίητο» είναι η ανθρωπολογία της ποίησής του. Κι είναι πολλοί οι τρόποι που μπορεί να μετέλθει ο άνθρωπος προκειμένου να επιμεληθεί το χάσμα της πλήρωσης ή την ήττα του. Το Απραγματοποίητο του Γ. Χριστοδου- λίδη κινείται όχι προς αυτήν την κατεύ- θυνση, αλλά εντός της ίδιας μίας κατεύ- θυνσης, σαν να διερευνά την πληγή που σκάβει το συγκεκριμένο στοιχείο στην αν- θρώπινη συνείδηση και το σώμα της ύπαρ- ξης. Και μέσα σε αυτά τα όρια μεταλλάσ- σεται διαρκώς: άλλο- τε ως αποκομμένος ποταμός από την πηγή του, πότε ως συντριβή στο αδιατάρακτο της πραγματικότητας, αλ- λού περνώντας τη γραμμή του ανεπί- στρεπτου ή φέγγοντας τον δικό του ήλιο κρυμμένο σε ασημάδευτη θάλασσα. Κι όμως, παρά τον λυρισμό της, η ποίη- ση του Χριστοδουλίδη δεν αναπτύσσεται με όρους ατομικής ψυχολογίας. Βαθιά στο ποίημα εργάζεται μια μεταφυσική του αι- σθητού, η οποία μετουσιώνεται σε εικό- να. Για την ακρίβεια, σε ακτινογραφία της εικόνας. Θα έλεγα πως το μεγαλύτερο ενδιαφέ- ρον στην ποιητική φωνή του Χριστοδου- λίδη έγκειται ακριβώς σε αυτήν τη συν- θήκη: στη διαδικασία που παράγει την ει- κόνα και όχι στην εικόνα αυτή καθαυτή πα- ρά τη χρήση υπερρεαλιστικών και εξπρε- σιονιστικών ρητορικών ελιγμών, στους οποίους οφείλεται εν πολλοίς και η έντο- νη εικονοποιία του ανά χείρας βιβλίου. Η αντιμετώπιση του ποιήματος ως δια- δικασία παραγωγής εικόνας μετατρέπει το καλλιτεχνικό δημιούργημα σε αντικεί- μενο. Υπό την έννοια πως ο Χριστοδουλί- δης οικοδομεί την καλλιτεχνική του επι- κράτεια στη βάση της δύναμης που δια- θέτουν οι μορφές των αντικειμένων, η πα- ρουσία και η χρήση των οποίων προσδίδει πολιτικό περιεχόμενο στα συγκεκριμένα ποιήματα. Μην φανταστείτε όμως ούτε κά- ποιο είδος στρατευμένης τέχνης ούτε ένα τυποποιημένο βίωμα υπό τη μορφή συν- θήματος ή σλόγκαν. Στην προκειμένη πε- ρίπτωση, η πολιτική υπόσταση των ποιη- μάτων είναι ζήτημα αντικειμένων, όπως αυτά εκφέρονται με μόνη διαμεσολάβηση- ση τη λέξη και κατ’ επέκταση όπως περι- γράφουν το κοινωνικό και ιστορικό περι- βάλλον από το οποίο προέρχονται και στο οποίο ανήκουν αμετάκλητα. Στην κρίση μου, η μόνη αίσθηση απραγ- ματοποίητου που μένει μετά την ανάγνω- ση του τέταρτουποιητικού βιβλίου του Χρι- στοδουλίδη, αφορά την έλλειψη τόλμης ως προς τη μορφή των ποιημάτων, η οποία θα όξυνε την εντύπωση του αντικειμένου- ποιήματος. Γιατί στο σύνολό της, η πα- ρούσα συλλογή είναι η επιτομή της μέχρι τώρα λογοτεχνικής παρουσίας του Γ. Χρι- στοδουλίδη στα νεοελληνικά Γράμματα. Ενδεικτικά: Του είπαν/ ότι σαν έκαναν μπάνιο/ στη θάλασσα της Καρπασίας/ είδαν να περ- νάει σαν νέφος/ στα χωράφια/ μια αγέ- λη γαϊδάρων./ Στη γεωγραφία/ η χερσό- νησος είναι κοντά/ μας χωρίζει μόνο ένα ρήγμα/ που δεν καταγράφεται στις κλί- μακες./ Πολλοί παραπατούν και πέφτουν/ μες στο βάθος του/ ακολουθώντας τον αντίλαλο/ της συνείδησής τους./ Το πρωί σηκώνονται/ και πάνε στη δουλειά τους/ χωρίς γρατσουνιές/ σαν να μη συνέβη τί- ποτα. (Αβρόχοις ποσίν, σελ. 47 του βιβλίου) (φιλελεύθερος, 3/7/2010)

 * Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων.