ETHEL SEGALEN MARTIN (2005-2026)*
*Ethel Segalen-Martin was an emerging French artist and recent (2026) graduate of the École Supérieure d'Art et Design Le Havre-Rouen (ÉSADHaR).
She passed away completely unexpectedly on May 30, 2026, just a few days before receiving her degree. Her death caused indescribable grief to those who were part of her life and to all who had known her.
The responsibility of defending Ethel's degree thesis was voluntarily undertaken by the Cypriot painter, classmate, and Ethel's "soulmate," Kyveli Christodoulidi, who was called upon by fate to defend two degrees within three days: that of her beloved friend and her own.
Through this deeply moving act of love and devotion, Ethel Segalen-Martin was posthumously awarded her degree with honors on June 8, 2026.
A few days later, 20-year-old Ethel Segalen-Martin was buried in a "natural cemetery" outside the town of Niort.
This poem was written in an atmosphere of unbearable emotional intensity, in memory of Ethel Segalen-Martin. It stands as a small elegy and, at the same time, an ode to loss, deep friendship, memory, and love—elements which, under the mournful shadow of death, reaffirm the most fundamental pillars of human existence. It also constitutes a spontaneous protest and a refusal to accept such losses that erase threads of life, both lived and unlived, especially when, as in Ethel's case, that unlived life could have been so much longer and rich in experiences and emotions.
That being said, this poem could also be perceived as "a voice crying out in death."
***
Η Ετέλ Σεγκαλέν-Μαρτέν (Ethel Segalen-Martin) ήταν μια ανερχόμενη Γαλλίδα καλλιτέχνις και πρόσφατη (2026) απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Τέχνης και Σχεδίου της Χάβρης-Ρουέν (ÉSADHaR).
Πέθανε εντελώς απροσδόκητα στις 30 Μαϊου 2026, λίγες μέρες πριν πάρει το πτυχίο της. O θάνατος της προκάλεσε απερίγραπτη οδύνη σε όσους ήταν κομμάτι της ζωής της και σε όσους την είχαν γνωρίσει.
Την ευθύνη της υπεράσπισης του πτυχίου της Ethel, ανέλαβε αυτοβούλως η Κύπρια ζωγράφος, συμφοιτήτρια και 'αδελφή ψυχή" της Ethel, Κυβέλη Χριστοδουλίδη, η οποία κλήθηκε από τη μοίρα να υπερασπιστεί δυο πτυχία μέσα τρεις μέρες: Της αγαπημένης της φίλης και το δικό της.
Μέσω αυτή της συγκλονιστικής πράξης αγάπης και αφοσίωσης, η Ethel Segalen-Martin έλαβε μετά θάνατον, στις 8/6/2026, το πτυχίο της με εύφημο μνεία.
Μερικές μέρες αργότερα, η 20χρονη Ethel Segalen-Martin θάφτηκε σε 'φυσικό νεκτροταφείο" έξω από την πόλη Νιόρ.
Το ποίημα αυτό γράφτηκε μέσα σε ατμόσφαιρα αφόρητης συγκινησιακής φόρτισης, στη μνήμη της Ethel Segalen-Martin. Αποτελεί μια μικρή ελεγεία και ταυτόχρονα ωδή στην απώλεια, τη βαθιά φιλία, τη μνήμη και την αγάπη, στοιχεία τα οποία κάτω από την πένθιμη σκιά του θανάτου, επαναβεβαιώνουν τους πιο συστατικούς πυλώνες της ανθρώπινης ύπαρξης. Αποτελεί επίσης μια αυθόρμητη διαμαρτυρία και άρνηση αποδοχής τέτοιων απωλειών που εξαλείπτουν νήματα ζωής βιωμένης αλλά και αβίωτης, ειδικά όταν, όπως στην περίπτωση της Ethel, η αβίωτη ζωή θα μπορούσε ήταν πολύ μεγαλύτερη και πλούσια σε εμπειρίες και συγκινήσεις.
Τούτων λεχθέντων, το ποίημα αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί και ως "μια φωνή βοώντος εν τω θανάτω"
Ετέλ*
Μικρή μου Ετέλ
σε θρηνώ σαν κόρη μου
επειδή η κόρη μου
σε λάτρεψε
κι εσύ το ίδιο
Οι ζωές σας σφιχτοδέθηκαν
μέσα στη συναρπαστική μουσική της τυχαιότητας
τη μαγική κίνηση του πινέλου
που σας έφερνε αργά
πιο κοντά
και πιο βαθιά
τη μια μέσα στην άλλη
πολύ πριν συναντηθείτε
όταν η Κυβέλη ζωγράφιζε τη μοναξιά της
μέσα σε ένα όνειρο πάνω στη θάλασσα
εσύ ζωγράφιζες τη δική σου ανεμαζωμένη
στους νορμανδικούς λευκούς γκρεμούς από κιμωλία
αν της μιας το πινέλο γλιστρούσε από το χέρι
και έπεφτε στο γκρεμό
η άλλη θα το έβρισκε στο βυθό
αν της μιας λέω
έπεφτε το πινέλο
η άλλη θα έσκυβε και θα της το έδινε
χωρίς το φόβο του κενού
χωρίς το φόβο του βυθού
τώρα το ξέρετε
ο θάνατος δεν μπορεί να σας χωρίσει
τώρα το ξέρετε κι αυτό
Μικρή μου Ετέλ
το φοβερό άγγελμα ξημερώματα Σαββάτου
μου παράγγειλε αυτό το ποίημα
γιατί όταν τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο
η ποίηση έχει λόγο να γράφεται
Ο χαμός σου
θα συνέτριβε τον ορθολογισμό των πραγμάτων
τους προγραμματισμούς μιας ακόμα μέρας
και τους συνέτριψε
τα ανυπεράσπιστα τείχη της Άνοιξης
βάφονται με θρηνητικά χρώματα
ενώ κάποιοι φυτεύουν ένα πλάτανο στην αυλή τους
επειδή δεν θα ήσουν εκεί
επειδή δεν θα είσαι πουθενά
παρά μόνο μέσα
σε κορμούς μνήμης
"Πατέρα
το πρόσωπο της μίκρανε
και τα μάτια της
τα μάτια της
που ήταν τα μάτια της;
μόνο τα μαλλιά της ήταν τα ίδια
όπως τα είχα χτενίσει
το προηγούμενο βράδυ"
Μικρή μου Ετέλ
σε θρηνώ σαν κόρη μου
επειδή η κόρη μου σε λάτρεψε
κι εσύ το ίδιο
Πέραν από την πρόωρη αναχώρηση σου
στον κόσμο των σκιών
ο κόσμος των άνθεων επιμένει ότι ανήκεις
στην επικράτεια του
Το αμετάκλητο
ακόμη και σε περιπτώσεις έκδηλων σφαλμάτων
με συντρίβει
ας καταργήσουμε κάθε οριστικότητα
ας σβήσουμε το τετελεσμένο
από τα λεξικά
δεν συμβαδίζει με τις ρέουσες πηγές
της αγάπης
τις επαναλαμβανόμενες εξάρσεις της ελπίδας
Πρέπει να υπάρχει κάπου ένα νεύμα δικό σου
που δεν είδαμε
πριν πάρουν τα πράγματα την πορεία τους
μια κατάφαση απείρου για την περίπτωσή σου
για το «όχι δεν είναι δυνατόν»
για το «τώρα θα δείτε κάπου πήγε και οσονούπω θα επιστρέψει»
για όσα δεν θα σου ξαναδοθούν και δεν θα ξαναδώσεις
για το πρόωρα παγωμένο αίμα
τη μορφή σου
που έχει αρχίσει την ιερή σύνθεσή της
με το χώμα της Νορμανδίας
Αλλά και τη δίκαιη οργή του πόνου
Σαν μνήμη νεογέννητη και τρυφερή
σαν γραμμή φωτός που δεν εξονύχισε
τις λάμψεις της
σαν σύνοψη ζωής που πρόβαλε αμυδρά
τα χερουβείμ ας ψάλλουν
ύμνους μισούς και σύντομους
σαν τη ζωή σου
κι ας ζητήσουν τη μάταια εξήγηση:
ποιος σου έδωσε δικαίωμα θάνατε;
Ethel*
My little Ethel I mourn you as my own daughter
because my daughter adored you
and you adored her back
Your lives were tightly bound within the thrilling music of randomness
the magical movement of the brush that brought you slowly closer
and deeper into each other
long before you even met
when Kyveli was painting her loneliness in a dream upon the sea
you were painting yours gathered on the Norman white chalk cliffs
if the brush of one slipped from her hand and fell into the cliff
the other would find it at the bottom of the sea
if the brush of one, I say fell the other would lean over and hand it back
without the fear of the void without the fear of the deep
now you know it
death cannot part you
now you know this too
My little Ethel the terrible news at Saturday's dawn
ordered this poem from me
because when nothing will ever be the same again
poetry has a reason to be written
Your passing would shatter the rationality of things
the scheduling of yet another day
and so it shattered them
the defenseless walls of Spring are painted with mourning colors
while some plant a plane tree in their yard
because you wouldn't be there
because you won't be anywhere except inside the trunks of memory
"Father her face grew smaller and her eyes her eyes where were her eyes?
only her hair was the same just as I had combed it the night before"
My little Ethel I mourn you as my own daughter
because my daughter adored you and you adored her back
Beyond your untimely departure to the world of shadows
the world of flowers insists that you belong to its kingdom
The irrevocable even in cases of manifest errors shatters me
let us abolish every finality let us erase the fait accompli from the dictionaries
it does not align with the flowing springs of love the recurring outbursts of hope
There must be a gesture of yours somewhere
that we missed before things took their course
an affirmation of infinity for your case for the "no, it is not possible"
for the "you'll see, she just went somewhere and will return any moment now"
for all that will never be given back to you and you will never give again
for the prematurely frozen blood
your form which has begun its sacred communion with the soil of Normandy
But also the righteous rage of pain
Like a newborn and tender memory
like a line of light that did not exhaust its brightness
like a summary of life that emerged faintly
may Cherubim sing hymns unfinished, brief like your life
and let them ask for the futile explanation:
who gave you the right, death?
She passed away completely unexpectedly on May 30, 2026, just a few days before receiving her degree. Her death caused indescribable grief to those who were part of her life and to all who had known her.
The responsibility of defending Ethel's degree thesis was voluntarily undertaken by the Cypriot painter, classmate, and Ethel's "soulmate," Kyveli Christodoulidi, who was called upon by fate to defend two degrees within three days: that of her beloved friend and her own.
Through this deeply moving act of love and devotion, Ethel Segalen-Martin was posthumously awarded her degree with honors on June 8, 2026.
A few days later, 20-year-old Ethel Segalen-Martin was buried in a "natural cemetery" outside the town of Niort.
This poem was written in an atmosphere of unbearable emotional intensity, in memory of Ethel Segalen-Martin. It stands as a small elegy and, at the same time, an ode to loss, deep friendship, memory, and love—elements which, under the mournful shadow of death, reaffirm the most fundamental pillars of human existence. It also constitutes a spontaneous protest and a refusal to accept such losses that erase threads of life, both lived and unlived, especially when, as in Ethel's case, that unlived life could have been so much longer and rich in experiences and emotions.
That being said, this poem could also be perceived as "a voice crying out in death."
***
Η Ετέλ Σεγκαλέν-Μαρτέν (Ethel Segalen-Martin) ήταν μια ανερχόμενη Γαλλίδα καλλιτέχνις και πρόσφατη (2026) απόφοιτος της Ανωτάτης Σχολής Τέχνης και Σχεδίου της Χάβρης-Ρουέν (ÉSADHaR).
Πέθανε εντελώς απροσδόκητα στις 30 Μαϊου 2026, λίγες μέρες πριν πάρει το πτυχίο της. O θάνατος της προκάλεσε απερίγραπτη οδύνη σε όσους ήταν κομμάτι της ζωής της και σε όσους την είχαν γνωρίσει.
Την ευθύνη της υπεράσπισης του πτυχίου της Ethel, ανέλαβε αυτοβούλως η Κύπρια ζωγράφος, συμφοιτήτρια και 'αδελφή ψυχή" της Ethel, Κυβέλη Χριστοδουλίδη, η οποία κλήθηκε από τη μοίρα να υπερασπιστεί δυο πτυχία μέσα τρεις μέρες: Της αγαπημένης της φίλης και το δικό της.
Μέσω αυτή της συγκλονιστικής πράξης αγάπης και αφοσίωσης, η Ethel Segalen-Martin έλαβε μετά θάνατον, στις 8/6/2026, το πτυχίο της με εύφημο μνεία.
Μερικές μέρες αργότερα, η 20χρονη Ethel Segalen-Martin θάφτηκε σε 'φυσικό νεκτροταφείο" έξω από την πόλη Νιόρ.
Το ποίημα αυτό γράφτηκε μέσα σε ατμόσφαιρα αφόρητης συγκινησιακής φόρτισης, στη μνήμη της Ethel Segalen-Martin. Αποτελεί μια μικρή ελεγεία και ταυτόχρονα ωδή στην απώλεια, τη βαθιά φιλία, τη μνήμη και την αγάπη, στοιχεία τα οποία κάτω από την πένθιμη σκιά του θανάτου, επαναβεβαιώνουν τους πιο συστατικούς πυλώνες της ανθρώπινης ύπαρξης. Αποτελεί επίσης μια αυθόρμητη διαμαρτυρία και άρνηση αποδοχής τέτοιων απωλειών που εξαλείπτουν νήματα ζωής βιωμένης αλλά και αβίωτης, ειδικά όταν, όπως στην περίπτωση της Ethel, η αβίωτη ζωή θα μπορούσε ήταν πολύ μεγαλύτερη και πλούσια σε εμπειρίες και συγκινήσεις.
Τούτων λεχθέντων, το ποίημα αυτό θα μπορούσε να εκληφθεί και ως "μια φωνή βοώντος εν τω θανάτω"
Ετέλ*
Μικρή μου Ετέλ
σε θρηνώ σαν κόρη μου
επειδή η κόρη μου
σε λάτρεψε
κι εσύ το ίδιο
Οι ζωές σας σφιχτοδέθηκαν
μέσα στη συναρπαστική μουσική της τυχαιότητας
τη μαγική κίνηση του πινέλου
που σας έφερνε αργά
πιο κοντά
και πιο βαθιά
τη μια μέσα στην άλλη
πολύ πριν συναντηθείτε
όταν η Κυβέλη ζωγράφιζε τη μοναξιά της
μέσα σε ένα όνειρο πάνω στη θάλασσα
εσύ ζωγράφιζες τη δική σου ανεμαζωμένη
στους νορμανδικούς λευκούς γκρεμούς από κιμωλία
αν της μιας το πινέλο γλιστρούσε από το χέρι
και έπεφτε στο γκρεμό
η άλλη θα το έβρισκε στο βυθό
αν της μιας λέω
έπεφτε το πινέλο
η άλλη θα έσκυβε και θα της το έδινε
χωρίς το φόβο του κενού
χωρίς το φόβο του βυθού
τώρα το ξέρετε
ο θάνατος δεν μπορεί να σας χωρίσει
τώρα το ξέρετε κι αυτό
Μικρή μου Ετέλ
το φοβερό άγγελμα ξημερώματα Σαββάτου
μου παράγγειλε αυτό το ποίημα
γιατί όταν τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο
η ποίηση έχει λόγο να γράφεται
Ο χαμός σου
θα συνέτριβε τον ορθολογισμό των πραγμάτων
τους προγραμματισμούς μιας ακόμα μέρας
και τους συνέτριψε
τα ανυπεράσπιστα τείχη της Άνοιξης
βάφονται με θρηνητικά χρώματα
ενώ κάποιοι φυτεύουν ένα πλάτανο στην αυλή τους
επειδή δεν θα ήσουν εκεί
επειδή δεν θα είσαι πουθενά
παρά μόνο μέσα
σε κορμούς μνήμης
"Πατέρα
το πρόσωπο της μίκρανε
και τα μάτια της
τα μάτια της
που ήταν τα μάτια της;
μόνο τα μαλλιά της ήταν τα ίδια
όπως τα είχα χτενίσει
το προηγούμενο βράδυ"
Μικρή μου Ετέλ
σε θρηνώ σαν κόρη μου
επειδή η κόρη μου σε λάτρεψε
κι εσύ το ίδιο
Πέραν από την πρόωρη αναχώρηση σου
στον κόσμο των σκιών
ο κόσμος των άνθεων επιμένει ότι ανήκεις
στην επικράτεια του
Το αμετάκλητο
ακόμη και σε περιπτώσεις έκδηλων σφαλμάτων
με συντρίβει
ας καταργήσουμε κάθε οριστικότητα
ας σβήσουμε το τετελεσμένο
από τα λεξικά
δεν συμβαδίζει με τις ρέουσες πηγές
της αγάπης
τις επαναλαμβανόμενες εξάρσεις της ελπίδας
Πρέπει να υπάρχει κάπου ένα νεύμα δικό σου
που δεν είδαμε
πριν πάρουν τα πράγματα την πορεία τους
μια κατάφαση απείρου για την περίπτωσή σου
για το «όχι δεν είναι δυνατόν»
για το «τώρα θα δείτε κάπου πήγε και οσονούπω θα επιστρέψει»
για όσα δεν θα σου ξαναδοθούν και δεν θα ξαναδώσεις
για το πρόωρα παγωμένο αίμα
τη μορφή σου
που έχει αρχίσει την ιερή σύνθεσή της
με το χώμα της Νορμανδίας
Αλλά και τη δίκαιη οργή του πόνου
Σαν μνήμη νεογέννητη και τρυφερή
σαν γραμμή φωτός που δεν εξονύχισε
τις λάμψεις της
σαν σύνοψη ζωής που πρόβαλε αμυδρά
τα χερουβείμ ας ψάλλουν
ύμνους μισούς και σύντομους
σαν τη ζωή σου
κι ας ζητήσουν τη μάταια εξήγηση:
ποιος σου έδωσε δικαίωμα θάνατε;
Ethel*
My little Ethel I mourn you as my own daughter
because my daughter adored you
and you adored her back
Your lives were tightly bound within the thrilling music of randomness
the magical movement of the brush that brought you slowly closer
and deeper into each other
long before you even met
when Kyveli was painting her loneliness in a dream upon the sea
you were painting yours gathered on the Norman white chalk cliffs
if the brush of one slipped from her hand and fell into the cliff
the other would find it at the bottom of the sea
if the brush of one, I say fell the other would lean over and hand it back
without the fear of the void without the fear of the deep
now you know it
death cannot part you
now you know this too
My little Ethel the terrible news at Saturday's dawn
ordered this poem from me
because when nothing will ever be the same again
poetry has a reason to be written
Your passing would shatter the rationality of things
the scheduling of yet another day
and so it shattered them
the defenseless walls of Spring are painted with mourning colors
while some plant a plane tree in their yard
because you wouldn't be there
because you won't be anywhere except inside the trunks of memory
"Father her face grew smaller and her eyes her eyes where were her eyes?
only her hair was the same just as I had combed it the night before"
My little Ethel I mourn you as my own daughter
because my daughter adored you and you adored her back
Beyond your untimely departure to the world of shadows
the world of flowers insists that you belong to its kingdom
The irrevocable even in cases of manifest errors shatters me
let us abolish every finality let us erase the fait accompli from the dictionaries
it does not align with the flowing springs of love the recurring outbursts of hope
There must be a gesture of yours somewhere
that we missed before things took their course
an affirmation of infinity for your case for the "no, it is not possible"
for the "you'll see, she just went somewhere and will return any moment now"
for all that will never be given back to you and you will never give again
for the prematurely frozen blood
your form which has begun its sacred communion with the soil of Normandy
But also the righteous rage of pain
Like a newborn and tender memory
like a line of light that did not exhaust its brightness
like a summary of life that emerged faintly
may Cherubim sing hymns unfinished, brief like your life
and let them ask for the futile explanation:
who gave you the right, death?
https://www.youtube.com/watch?v=2ArEaOWqzYo&list=LL&index=28




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου