Η ΘΑΛΠΩΡΗ ΤΩΝ ΠΑΓΩΝ: ΜΙΑ ΜΥΧΙΑΙΑ ΣΥΝΔΙΑΛΟΓΗ ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ
Γράφει ο Γιώργος Χριστοδουλίδης*
Η ποιητική συλλογή του Μιχάλη Παπαδόπουλου «Η Θαλπωρή των πάγων - Συνομιλία με τον Άλντεν Νόουλαν», δεν είναι μια συμβατική ποιητική συλλογή. Ή μάλλον είναι αλλά μόνο κατ’ επίφαση. 67 αυτοτελή ποιήματα που τιτλοφορούνται και τακτοποιούνται αρμονικά στις σελίδες μιας ευπρόσωπης έκδοσης η οποία τελέστηκε σε ελληνικό τυπογραφείο. Τ
ο ISBN στο οπισθόφυλλο και ένα λιτό βιογραφικό επτά γραμμών συνοψίζουν την πορεία ενός ποιητή που δημιουργεί ακατάπαυστα, αλλά επιλέγει τη διακριτικότητα. Με 15 εκδομένες συλλογές και περίπου άλλες τόσες ανέκδοτες, ο Παπαδόπουλος παραμένει μια φωνή που η κριτική έχει προσεγγίσει με φειδώ, παρόλο που οι στίχοι του διακρίνονται για τη στιβαρότητα και την κραταιή ποιητική τους φυσιογνωμία. Και παρότι που εμείς οι φίλοι του καθώς και οι ψαγμένοι αναγνώστες, τον θεωρούμε ως μια από τις πιο σημαντικές ποιητικές παρουσίες στον ελληνικό χώρο.
Γιατί, λοιπόν, η αίσθηση πως αυτό το βιβλίο είναι εκλεκτό;
Η απάντηση κρύβεται στην προϊστορία του η οποία εκτείνεται μια δεκαετία πίσω. Ήταν το 2015 όταν συνάντησα τυχαία το έργο του Άλντεν Νόουλαν, ενός Καναδού ποιητή με βαθιές υπαρξιακές εγκοπές. Το όνομά του με στοίχειωσε μετά την ανάγνωση ποιήματος του Η Εκτέλεση που υπηρετούσε μεγαλειωδώς την «αρχή της απόλαυσης», όπως την όρισε ο Φίλιπ Λάρκιν*
Alden Nowlan, Η εκτέλεση
Το βράδυ που θα γινόταν η εκτέλεση
κάποιος στην πόρτα με πήρε για τον ιατροδικαστή.
«Δημοσιογράφος», είπα.
Αλλά δεν κατάλαβε και με πήγε αλλού,
σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου ο έπαρχος με χαιρέτησε: «Αργήσατε, Παπά».
«Κάνετε λάθος», του είπα. «Τύπος». «Ναι, βέβαια, Αιδεσιμώτατε Τύπε».
Κατεβήκαμε μια σκάλα.
«Α, κύριε Έλλις», είπε ο Αντιπρόσωπος.
«Τύπος!» φώναξα.
Μα αυτός σπρώχνοντας με πέρασε από μια μαύρη κουρτίνα.
Τα φώτα ήσαν τόσο δυνατά που δεν έβλεπα
τα πρόσωπα των ανθρώπων που κάθονταν απέναντί μου.
Αλλά, «Δόξα τω Θεώ», σκέφτηκα «αυτοί με βλέπουν!»
«Κοιτάξτε!» φώναξα. «Κοιτάξτε το πρόσωπό μου! Δε με γνωρίζει κανείς;»
Τότε μου φόρεσαν μια κουκούλα στο κεφάλι.
«Μην κάνεις πιο δύσκολη τη δουλειά μας», ψιθύρισε ο δήμιος.
(Μετάφραση: Ηλίας Κυζηράκος)
Το ποίημα αυτό με μαγνητίζει όποτε το διαβάζω, χρόνια τώρα. Το τραγικό και το κωμικό στοιχείο συγκεράζεται και εναλλάσσεται μαεστρικά, η περιγραφικότητα απλώνεται με καίρια απλότητα, η επενέργεια σε μετατρέπει σε συμμέτοχο της δραματικής τελετουργίας. Η «εύρεση» με ώθησε να ψάξω να βρω κι άλλα ποιήματα του Αλντεν Νόουλαν στα ελληνικά, ήθελα να διευρύνω την ανάγνωση του έργου του, προσπάθεια που παρέμενε άκαρπη για καιρό.
Το 2020, οι εκδόσεις Loggia και ο μεταφραστής Γιάννης Παλαβός σαν να αφουγκράστηκαν τον πόθο μου και κυκλοφόρησαν μια επιλογή ποιημάτων του Νόουλαν στα ελληνικά με τον απίθανο τίτλο «Χαίρομαι που είμαι εδώ». Ο Άλντεν είχε μόλις αφιχθεί χαρούμενος από τον κρυόμπλαστο αλλά όμορφο Καναδά και τη συνομοσπονδία των πάγων, στην εύκρατη επικράτεια της ελληνικής γλώσσας και δεν επρόκειτο να φύγει ποτέ.
Θέλοντας να μοιραστώ αυτή τη «φωτιά», παρήγγειλα αντίτυπα για τους φίλους μου ποιητές: τον Παναγιώτη Νικολαΐδη, τον Γιώργο Καλοζώη και τον Μιχάλη Παπαδόπουλο. Στο μεσοδιάστημα, ο Καλοζώης-που προφανώς ήξερε για την ποίηση του Νόουλαν- μου στέλνει το εμβληματικό ποίημα του Νόουλαν «Η αρσενική Άλκη».
Alden Nowlan, Η αρσενική άλκη
Κάτω από τη μαβιά ομίχλη των δέντρων στα βουνά,
τρεκλίζοντας μέσα από δάση με λευκά έλατα και κέδρους,
σκουντουφλώντας μέσα από πεύκα και βάλτους,
κατέληξε η αρσενική άλκη να σταματήσει τελικά σ' ένα περίφρακτο βοσκοτόπι.
Ήταν πολύ κουρασμένη για να επιστρέψει,
ή, ίσως συναισθάνθηκε ότι δεν είχε απομείνει μέρος για να πάει
και στάθηκε με τα βοοειδή.
Αυτά, μυρίζοντας τον μόσχο του θανάτου,
βλέποντας το μεγάλο κεφάλι της σαν την τελετουργική μάσκα
ενός αιμοδιψούς θεού,
μετακινήθηκαν στην άλλη άκρη του χωραφιού, και περίμεναν.
Οι γείτονες έμαθαν τι συνέβη,
και το απόγευμα τ' αυτοκίνητα έκαναν ουρά στο δρόμο.
Τα παιδιά την πείραζαν με βέργες από σκλήθρα
κι αυτή τα κοίταζε επίμονα σαν ένα γέρικο, ανεκτικό κόλεϊ.
Οι γυναίκες ρωτούσαν μήπως το έσκασε από κάποιο πανηγύρι.
Ο γεροντότερος στην κοινότητα θυμήθηκε ότι είχε κάποτε δει μια στειρωμένη άλκη ζεμένη μ' ένα βόδι να οργώνει.
Οι νεαροί γελούσαν ειρωνικά και προσπαθούσαν
να χύσουν μπίρα στο λαιμό της,
ενώ οι φίλες τους τραβούσαν φωτογραφίες.
Και η αρσενική άλκη τούς άφηνε να χτυπούν τα ρημαγμένα απ' τα τσιμπούρια πλευρά της,
τους άφηνε να την τραβούν για ν' ανοίξουν το στόμα της με μπουκάλια,
άφησε κι ένα κορίτσι που χαχάνιζε να της φορέσει κάτι σαν μωβ καπέλο από γαϊδουράγκαθα στο κεφάλι της.
Όταν οι δασοφύλακες ήρθαν, συμφώνησαν πως ήταν κρίμα
να πυροβολήσουν κάτι με τόσο πλούσιο τρίχωμα και χουχουλιάρικο.
Έμοιαζε σαν το είδος του κατοικίδιου
που οι μαμάδες έβαζαν στο κρεβάτι των γιων τους.
Και δεν πυροβόλησαν.
Αλλά μόλις ο ήλιος βυθίστηκε στο ποτάμι
η αρσενική άλκη
μάζεψε τις δυνάμεις της σαν βασιλιάς ανεβασμένος στο ικρίωμα,
ίσιωσε το σώμα της και σήκωσε τα κέρατά της,
ώστε ακόμα και οι δασοφύλακες έκαναν πίσω,
σηκώνοντας τα τουφέκια τους.
Όταν βρυχήθηκε, οι άνθρωποι έτρεξαν στ' αυτοκίνητά τους.
Οι νεαροί πατούσαν με μίσος τις κόρνες καθώς κατέρρεε.
Πρόκειται για είδος της ποίησης που εξυμνώ: Η ανθρωπογεωγραφία του τόπου στην οποία συνυπάρχουν αφενός η αγροτική ζωή, αφετέρου, η άγρια φύση, αναπλάθεται μέσα από λιτούς αλλά δραστικούς στίχους. Διαβάζοντας ο αναγνώστης δεν απολαμβάνει απλώς την ποίηση. Η εικονοπλαστική ικανότητα συνυφασμένη με την ισχυρή ποιητική πνοή μεταρσιώνει τον αναγνώστη και τον τοποθετεί πνευματικά στο πεδίο των δρωμένων όπου η βιωματική εμπειρία εμποτισμένη με τα στοιχεία του πραγματικού αλλά και του μεταφυσικού, δεσπόζει. Η τελευταία φορά που μου συνέβη αυτό, ήταν όταν διάβασα Τόμας Τράνστρομερ.
Στα σημειωματάρια του χρονολογικού πανδαιμονίου, θα πρέπει να αναφερθεί και το εξής: Μια νύχτα τηλεφώνησα στον Μιχάλη και του διάβασα ένα ποίημα που είχα γράψει για τον Νόουλαν και το οποίο συμπεριέλαβα στην ποιητική μου συλλογή ΛΑΛ Γνωστοποίηση Πένθιμου Γεγονότος:
Χιλιάδες μίλια μακριά Στους Παναγιώτη Νικολαΐδη, Μιχάλη Παπαδόπουλο και Γιώργο Καλοζώη
Ήθελα να κάνω έκπληξη στους φίλους μου
τους πήρα το βιβλίο «Χαίρομαι που είμαι εδώ» του Άλντεν Νόουλαν
είναι μερικά σπουδαία ποιήματα εδώ μέσα λέω στον πρώτο
το έχω μου λέει μου το χάρισε ο άλλος φίλος μας
(αυτός που θα του έδινα το δεύτερο αντίτυπο αλλά δεν ήταν εκεί)
το έδωσα στον τρίτο φίλο μας που το διαβάζει και γιορτάζει
τέσσερις άνθρωποι σαν εμάς σε αυτό τον βολικό τόπο
χιλιάδες μίλια μακριά από εκεί που ο Άλντεν γεννήθηκε και πέθανε
στα πενήντα του δεν θα το φανταζόταν ποτέ
ειδικά τις μέρες που προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα
με τον αλκοολικό του πατέρα
να ξεκολλήσει το καρότσι από τη λάσπη
να τιθασέψει τη γέρικη άλκη
που κατέβηκε απροσδόκητα από τα βουνά
επειδή θέλησε να πεθάνει στις πεδιάδες
Την επομένη, ο Μιχάλης έγραψε ένα δικό του ποίημα για τον Καναδό ποιητή και μου το ανέγνωσε:
Μυστική Συνομιλία
Ενδεχομένως κάπου κάποτε
ένα χέρι να σε κρατά ευλαβικά
σαν τώρα εσύ τον Αλντεν
Και διαβάζοντας σε
μάθει πως κάποτε
υπήρξε κάποιος αστεφής
ατο Στάνλεϊ
κερνώντας με την πένα του
ηδύποτα
Που τώρα μειλίχια σε χαιρετά
μέσα από ένα υποβολείο
τάφου
Κι εσύ τον είδες να βγάζει
Απ’ τη γλώσσα ένα φάρο
ένα φως πιο μακρινό απ’ την αγάπη
π’ αναβοσβήνει σαν μιλά
ή ζυγιάζει το αίμα
Με λένε Άλντεν
Προσωρινά γεννήθηκα
παντοτινά με ονομάζουν
Και χαίρομαι ένας αν βγαίνει
Από το κύμα ναυαγός
να μου μιλάει
(«Η Θαλπωρή των πάγων» - Συνομιλώντας με τον Άλντεν (Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2025)
Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος πέραν από καλός ποιητής είναι και παθιασμένος αναγνώστης, εξάλλου αν δεν είσαι το δεύτερο, δύσκολα είσαι το πρώτο. Αφουγκράστηκε λοιπόν τη χαρά του άρτι αφιχθέντα Άλντεν στα μέρη μας , οι πάγοι της ψυχής του, αυτοί που κρατούν την ποίηση σε κατάψυξη μέχρι να αρχίσει να αναβλύζει, έτριξαν από την θαλπωρή της ανάγνωσης και η ποιητική συλλογή «Η Θαλπωρή των πάγων - Συνομιλώντας με τον Άλντεν», δρομολογήθηκε.
Μέσα σε τρεις μέρες όπως ο ίδιος μας εκμυστηρεύτηκε έγραψε τα ποιήματα για τον Άλντεν Νόουλαν και μου έκανε την τιμή να μου αφιερώσει αυτό το έργο. Τον ευχαριστώ εκ βαθέων και για την αφιέρωση αλλά και για το ότι αποτέλεσε βασικό πρωταγωνιστή αυτής της μικρής ποιητικής σύζευξης, αυτής της ειδικού σκοπού ποιητικής συμπόρευσης.
Σε τοίχους των πόλεων αναρχικοί και αντισυμβατικοί τύποι αναγράφουν συνθήματα ότι την ιστορία τη γράφουν οι παρέες, ίσως κάποτε αυτό να συμβαίνει και με την ποίηση.
Το πως γράφτηκε αυτή η συλλογή πιστεύω ότι επεξηγεί κατά κάποιο τρόπο και το περιεχόμενο της. Η γέννηση της είναι ενδεικτική πολλών άλλων μικρών ή μεγαλύτερων ιστοριών εκπλήρωσης, που αφορούν περιπτώσεις όπου ποιητές ως αναγνώστες ευλογούνται από την τύχη ή τη συγκυρία να ανακαλύπτουν το έργο εκλεκτών ομοτέχνων τους, οι οποίοι έζησαν και δημιούργησαν στις άκρες άλλων κόσμων, στις παρυφές άλλων αιώνων. Μια θεία κοινωνία που κάνει τη ψυχή να ευδαιμονεί. Σας διηγούμαι τα γεγονότα που συνετέλεσαν στη γέννηση του βιβλίου, όπως κανείς ανοίγει και μετροφυλλά ένα άλμπουμ με αναμνήσεις συμπεριληπτικότητας και συγχρωτισμού που κάνουν τη ζωή μας και δη τη ζωή των ποιητών σφύζουσα νόημα και επιθυμία.
Συνάγω λοιπόν στο ότι η Θαλπωρή των πάγων δεν είναι ένα συνηθισμένο ποιητικό βιβλίο, διότι έχει πίσω του ένα παρελθόν να το συνοδεύει, στο οποίο πλέκονται σαγηνευτικά και γόνιμα έννοιες όπως η φιλία, η φιλαναγνωσία, το ευγενές πάθος της αναζήτησης της καλής και ζωογόνας ποίησης. Δεν αρκεί φυσικά η ευνοϊκή συμπτωσιολογία για να γραφτεί μια καλή συλλογή ποιημάτων. Χρειάζεται η ίδια η πράξη της ποιητικής γενεσιουργίας να ενεργοποιηθεί και να διαπνέει τη στόχευση.
Οι λέξεις των ποιημάτων ξέρουν τι θέλουν, συνεννοούνται υπέροχα μεταξύ τους για το πως να γίνουν στίχοι και να υπηρετήσουν την αποστολή τους που συνοψίζεται αφενός στο να συνομιλήσουν με τον Νόουλαν, αφετέρου να μεταφέρουν στον αναγνώστη απαυγάσματα αποκρίσεων και στοχαστικών συλλογισμών . Και λέω απαυγάσματα γιατί το κάθε ποίημα είναι πολύτιμο απόσταγμα μιας αθέατης εσωτερικής τελετουργίας τις πρωταρχικές διαστάσεις της οποίας, κατέχει μόνο ο ποιητής-επεξεργαστής.
Ουσιαστικά, η συλλογή έχει γραφτεί από δυο ποιητές και ως εκ τούτου, για δύο ποιητές μιλώ: Τον Μιχάλη Παπαδόπουλο και τον Άλντεν Νόουλαν. Μια σπονδή, ένα τραγούδι που εξυψώνει την αξία της διακειμενικότητας και εξυψώνεται από αυτή. Ένα σημάδι ότι με τη ποίηση και τις προαιώνιες της καταβολές, έχουν το προνόμιο να συνδιαλέγονται νεκροί και ζωντανοί ποιητές και να μεταλαμπαδεύουν το φως της εκεί όπου κυριαρχούν τα σκοτάδια.
Και η ποίηση του Άλντεν έχει διαπιστευθεί στο φως. Ο Παπαδόπουλος ακολουθεί το φως που εκπέμπουν οι λέξεις, κατά κάποιον τρόπο τις κυνηγά, όμως για να γράψεις αληθινή, συνταρακτική ποίηση πρέπει να κάνεις τις λέξεις να θέλουν να σε ακολουθήσουν. Η συλλογή αυτή φιλοξενεί λέξεις που θέλησαν, ανασυρθούν από ψυχρό ανείπωτο και να ακολουθήσουν το όραμα του ποιητή στις κυπριακές πεδιάδες, όπως η αρσενική άλκη στο ποίημα του Νόουλαν, όχι όμως για να πεθάνουν, αλλά για να αποκτήσουν ποιητική ανασαιμιά.
Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος γράφει τα ποιήματα για τον Άλντεν Νόουλαν με την ενσυναίσθηση της εκπλήρωσης ενός χρέους που δεν υπάρχει αν ο ποιητής δεν το αναλαμβάνει οικειοθελώς επειδή αισθάνεται τμήμα του ποιητικού όλου, επειδή τον συνέχει δέος και αγάπη για τους ομότεχνους που γράφουν και συνεχίζουν να γράφουν από τότε που ο άνθρωπος επινόησε τη γραφή ώστε ο λόγος πέραν από μια ηχητική προσομοίωση εξανθρωπισμού, να αποτελεί διαπεραστικό χάραγμα του ανεξίτηλου στους μνημονικούς πίνακες του χρόνου. Να αποποιείται δηλαδή το εφήμερο γλωσσικό δέρμα του για να αναδείξει την εσωτερική του ουσία.
Όλοι εμείς, όντες συνεπιβάτες της οικουμενικής ποιητικής αμαξοστοιχίας, στην πραγματικότητα ένα πράγμα προσπαθούμε: Να ανασυγκροτήσουμε την ύπαρξη μας απέναντι στο εσωτερικό χάος που μας κατακλύζει και στο εξωτερικό που μας περιβάλλει. Κάθε ποίημα αποτελεί μέρος αυτής της προσπάθειας και όσο πιο μαεστρικά συναιρεί τους δύο αυτούς χαοτικούς κόσμους, τόσο αυθεντικότερο γίνεται.
Η ζωή του Άλντεν Νόουλαν ήταν ένα σύμφυρμα αντιξοοτήτων και οδύνης που κορυφώθηκε ή λυτρώθηκε με την πρόωρη λήξη της. Ωστόσο, ο Άλντεν, δεν παραδόθηκε, αντίθετα, αντιμετώπισε θαρραλέα την κακή του μοίρα, καταφέρνοντας να διανθίσει το σκοτάδι με το φως μιας μνημειώδους δημιουργίας.
Από αυτή την άποψη, το βιβλίο του Μιχάλη αποτελεί μια ανυστερόβουλη κατάθεση αλληλεγγύης σε έναν άνθρωπο που κτυπήθηκε αλλά όχι μόνο δεν λύγισε, αλλά ενέπνευσε χωροχρονικά κοντινούς και μακρινούς του. Μια συναρπαστική χειρονομία αγάπης που πραγματώθηκε χάριν και σε μια αλληλουχία συγκυριών που συνέδραμαν το εγχείρημα.
Στην «Θαλπωρή των πάγων» επανατοποθετούνται σε αφιερωματικές εντάσεις, ο χρόνος, ο τόπος καθώς και η ίδια η ποιητική μορφή του Άλντεν όπως πλέον αυτά διαμορφώνονται μέσα από τη ματιά του Παπαδόπουλου, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, ο ίδιος ο Άλντεν σε πρώτο πρόσωπο απευθύνεται είτε στον Κύπριο ομότεχνο του, είτε στους αναγνώστες του, μονολογώντας ή φιλοσοφώντας:
«Και δεν το κρύβω από τον καιρό που έφυγα από το Στάνλεϊ / αυτά τα όμορφα και παραισθητικά συμβάντα / που υφαίνουν ανυποψίαστα τον κόσμο / δίνουν την απαραίτητη ευστάθεια στη ζωή μου / και τη φορτίζουν με παρρησία σε κάθε τρικλοποδιά»
Η διακειμενικότητα του εγχειρήματος εμπλουτίζεται διαλογικά όταν ο ποιητής συνομιλώντας με τον ομότεχνο του, του συστήσει τον τόπο του:
«Ο τόπος μου Άλντεν είναι μικρός / Οχληρά ασήμαντος / Μια λιλιπούτεια τερατουργία / Όπως κοιτάς στον ουρανό / Λεπτή παρωνυχίδα φεγγαριού ή κονκάρδα καρφιτσωμένη»
Άλλοτε οι αρμοί της επικοινωνίας ξεσφίγγουν, ανοίγουν, για να επιτρέψουν την εμφάνιση και άλλων ποιητών όπως στην περίπτωση του Ρέιμοντ Κάρβερ, ενός από τους πιο σημαντικούς Αμερικανούς λογοτέχνες του 20ου αιώνα ο οποίος επίσης απεβίωσε σε ηλικία 50 ετών:
«Τον βλέπω σε μια πολυθρόνα να διαβάζει / Ύστερα ακριβώς στην ίδια φωτογραφία / Σηκώνεται βάζει λίγο μπέρμπον στο ποτήρι / Έπειτα στέκεται στο παράθυρο / Συλλογιέται το χιόνι…»
Η διακειμενική γεφύρωση επεκτείνεται και σε άλλες μορφές δημιουργώντας έναν πυκνό ιστό αναφορών όπως όταν ο Παπαδόπουλος συναρθρώνει σε ποιήματα του, στίχους του Άλντεν, ενώ εξαντλώντας κατά κάποιο τρόπο το εγχείρημα διακειμενικής διαλογικότητας μεταξύ ποιητικών πνευμάτων, επινοεί συνομιλίες του ιδίου του Άλντεν με τον Μπουκόβσκι:
«Εγώ αρπάζω το σκοινί για να πνιγώ / Αυτός για να πετάξει / Εκείνος ζει στο χείλος / Εγώ περίπου στα μετόπισθεν / Εγώ γράφω για να γλυτώσω κάποια μέτρα / Αυτός για να ξοδεύει χιλιόμετρα»
Συνολικά, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν συνεκδοχικά ως μια μυχιαία συνδιαλογή μέθεξης.
Ο Μιχάλης Παπαδόπουλος μας δείχνει ακόμα μια φορά ότι είναι μια ποιητική οντότητα που ανασαίνει τις λέξεις, τις δικές του και των ποιητικών του προπατόρων, αν του αφαιρέσεις αυτή τη δυνατότητα, θα του πάρεις το οξυγόνο.
Με τη 15η ποιητική του συλλογή, καταφέρνει, παρά το δύσκολο διακύβευμα που είχε ενώπιον του, να θεμελιώσει μια ανεξάλειπτη και διαχρονική σχέση με ένα θρύλο της καναδικής ποίησης, και, τελικά, να μετατρέψει προς τέρψη των αναγνωστών του την χαοτικότητα της παγωμένης απόστασης σε διασυνοριακή ποιητική διαδρομή που αποπνέει τη θαλπωρή της οικουμενικής αγάπης.
*Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι ποιητής και δημοσιογράφος. Το πιο πάνω κείμενο αναγνώστηκε στις 28/1/26 στο Βιβλιοπωλείο-Καφεαναγνωστήριο «Το Έρμα» στην παλιά Λευκωσία
* Ο Φίλιπ Λάρκιν (Philip Larkin, 1922–1985) θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους Άγγλους ποιητές του 20ού αιώνα. Ήταν η ηγετική φυσιογνωμία του λογοτεχνικού ρεύματος "The Movement", το οποίο αντιτάχθηκε στον υπερβολικό ρομαντισμό και τον δύσκολο μοντερνισμό (τύπου Έλιοτ), προκρίνοντας μια ποίηση καθαρή, πειθαρχημένη και άμεση. Ο Λάρκιν στο δοκίμιο του «Η Αρχή της Απόλαυσης- The Pleasure Principle» υποστηρίζει ότι ο μοναδικός λόγος για να γράψει κανείς ένα ποίημα είναι να αθανατίσει μια εμπειρία και ο μοναδικός λόγος για να το διαβάσει κάποιος είναι επειδή του προσφέρει απόλαυση. Αν ένα ποίημα δεν «τέρπει» τον αναγνώστη, τότε έχει αποτύχει στην πρωταρχική του αποστολή. Στρέφεται κατά της ποίησης που είναι τόσο σκοτεινή και δυσνόητη, που απαιτεί έναν κριτικό ή έναν φιλόλογο για να την «εξηγήσει». Κατά τον Λάρκιν, η επικοινωνία μεταξύ ποιητή και αναγνώστη πρέπει να είναι άμεση, όπως μια ηλεκτρική εκκένωση και υπό αυτό το πρίσμα, αν ο ποιητής χάσει την ικανότητα να προσφέρει απόλαυση, ο αναγνώστης θα χάσει την επιθυμία να διαβάσει. Και τότε, η ποίηση θα πεθάνει.
* Ο Τόμας Τράνστρομερ (Tomas Tranströmer, 1931–2015) δεν ήταν απλώς ο σημαντικότερος Σουηδός ποιητής της γενιάς του, αλλά μια οικουμενική μορφή των γραμμάτων, που τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2011.








Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου