Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΕ ΔΙΔΑΣΚΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΟΥ ΧΑΡΙΖΕΙ Η ΑΦΑΙΡΕΣΗ

Ο Αντρέας Πολυκάρπου συνομιλεί

με τον Γιώργο Χριστοδουλίδη

 

" Το μεγαλύτερο βραβείο είναι να συναντήσεις αναπάντεχα ένα ποίημα σου σε κάποια γωνιά του κόσμου"


Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι ένας από τους πιο αξιόλογους ποιητές της Κύπρου και της ευρύτερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ποιητής που το έργο του μεταφράστηκε και δημοσιεύτηκε σε αρκετές ξένες γλώσσες συμβάλλοντας στην προώθηση του ελληνικού ποιητικού λόγου της ιδιαίτερης πατρίδας μου της Κύπρου.
Είναι ο ποιητής που πλάθει το δικό του λογοτεχνικό σύμπαν χωρίς περιττούς βερμπαλισμούς διατηρώντας ένα ζωντανό παλμό μέσα σε κάθε λέξη που κρύβεται πίσω από τα σημαινόμενα της.
Τα δύσκολα για να γίνουν αντιληπτά σημαινόμενα που αλλοιώνουν ποιητικά το σημαίνον στα μάτια του αναγνώστη που αρέσκεται να βρίσκει την ποιητικότητα πίσω από τις καθημερινές λέξεις του ποιητή.
Ο ποιητικός κόσμος του Χριστοδουλίδη δεν διαρρηγνύεται εύκολα ούτε μπορεί να εισχωρήσει σε αυτόν κάποιος επιδερμικά. Διαβάζοντας τον νιώθεις γύρω σου τα πρόσωπα, τους ανθρώπους και τις καταστάσεις των ποιημάτων να στέκονται μπροστά σου σε μια σιωπηλή διαλεκτική ικανή να ανυψώσει την τέχνη της ποίησης σε σημαντικά επίπεδα.
Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης είναι από τους ποιητές που θα παραμείνουν ζωντανοί στην ελληνική μας γλώσσα εδώ στην άκρη της Μεσογείου…

1. Πως αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

 Tα αντιμετωπίζω ωσάν να είναι και τα δυο. Παλιά μπορεί και να ντρεπόταν κανείς να πει ότι γράφει ποιήματα. Κι εγώ ντρεπόμουν να το λέω. Τώρα λόγω της δυνατότητας για άμεση προβολή και δημοσιότητα, λόγω του διαδικτύου, βλέπεις ποιητές παντού, να  κυριαρχούν.  Στην εφήμερη επιφάνεια της ημέρας βέβαια. Οι πραγματικοί ποιητές είναι  συνήθως στο βυθό.
Πρέπει να τους ψάξεις. Ακόμη ντρέπονται κάπου κάπου. Η ποίηση είναι έκθεση ενός εαυτού που ούτε εσύ καλά-  καλά δεν ξέρεις. Κοιτάξτε κύριε Πολυκάρπου, γράφω όχι για να δείξω ποιος είμαι αλλά μάλλον για να επιβεβαιώσω ποιος είμαι. Όσο γράφω, και συνεχίζω να αναγνωρίζω αυτό που είμαι μέσα σε αυτό που γράφω, θα συνεχίσω να γράφω. Αν μια μέρα δω έναν ξένο μέσα στη γραφή μου, τότε θα έχω τελειώσει. Μέσα από αυτή την  ετερότητα, φτάνεις στην ταυτότητα με τον εαυτό σου  και τον κόσμο αργότερα.
Αν είναι κάτι που σου προσφέρει η ποίηση είναι τη δυνατότητα να διασώσεις  τα καλύτερα και τα πιο γόνιμα εδάφη της ψυχής σου. Φυσικά όταν σκέφτομαι πως όλα αυτά τα λέω επειδή πρέπει να δικαιολογήσω το ότι γράφω, διακρίνω και σε μένα μια επιτήδευση. Οπότε προτιμώ να μιλά η ποίηση μου από μόνη της παρά εγώ γι’ αυτήν. Εξου και οι ελάχιστες συνεντεύξεις που έχω δώσει . Αντίθετα περηφανεύομαι να πω ότι ως δημοσιογράφος αλλά και ως λογοτέχνης, έχω πάρει συνεντεύξεις από σπουδαίους ανθρώπους.

2. Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

 Ας μην υπερτιμούμε την αξία των λέξεων. Αν προσπαθήσει κανείς να βάλει σε μια σειρά τις πιο όμορφες λέξεις  της γλώσσας μας δεν σημαίνει ότι θα βγει ποίημα. Σημασία έχει να διαγνώσεις ποιες είναι κάθε φορά που γράφεις οι χημικές ενώσεις των λέξεων οι οποίες εξυπηρετούν την θεμελιώδη σου ιδέα. Και για να το διαγνώσεις θα πρέπει να καταλάβεις ένα βασικό πράγμα, ότι η ποίηση είναι πρώτα μέσα στη ζωή  και μετά μέσα στις λέξεις.
Ο λόγος είναι το οξυγόνο μας αλλά η ζωή είναι η πηγή. Ο τρόπος που επιλέγεις και παραθέτεις τις λέξεις μέσα σε ένα ποίημα, απεικονίζει το τι είσαι, την πρόσληψη σου για τη ζωή, τη στάση σου απέναντι στα πράγματα, την ποίηση. Συνεπώς το ποίημα δεν είναι λέξεις. Το ποίημα είσαι εσύ και η ικανότητα σου να συλλάβεις την ουσία. Τη μεγάλη αλήθεια.
Αλλά και πάλι δεν μπορείς να τα εξηγήσεις όλα. Και δεν χρειάζεται. Όσο περισσότερο ένας ποιητής εξηγεί τι είναι η ποίηση, τόσο απομακρύνεται από την ποίηση.
Μπορώ όμως να πω με κάποια σιγουριά πως όσο κανείς κατακτά τα εκφραστικά του μέσα, τόσο δελεάζεται από την προοπτική κάποιου πειραματισμού, μιλώ για ένα είδος αυτόματης γραφής στην ποίηση σου, που βεβαίως όσον αφορά εμένα, δεν πρόκειται ποτέ να κυριαρχήσει, αλλά μάλλον λειτουργεί ως στοιχείο παράπλευρο. Δεν μπορούν όλα να είναι λογικά δομημένα, το εξωλογικό στοιχείο είναι πάντα σαγηνευτικό.

3.Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

 Η τέχνη είναι οι πληγές των ανθρώπων, δεν είναι νοσοκόμος για να κλείνει πληγές. Είναι τραύματα.  Ενθύμια φρίκης όπως τα είπε όσο πιο καλά γίνεται ο Καρούζος. Αλλά ναι μέσω αυτής της δραματικής διαδικασίας, με έναν τρόπο μυστήριο καθοδηγεί τα χέρια της ψυχής να ακουμπήσουν στις πληγές και να τις πραΰνουν, όχι να τις κλείσουν.
Οι πληγές ποτέ δεν κλείνουν. Ενσωματώνονται στον χρόνο, στις επόμενες πληγές. Δεν είναι φυσικά ο κάθε πληγωμένος και ποιητής. Ο κάθε ποιητής είναι όμως κατά κάποιον τρόπο ένας πληγωμένος, όμως για να μιλήσει ποιητικά πρέπει να έχει επισυμβεί κάτι πέραν αυτού. Μέσα από τις πληγές του να διεισδύσει σε μια θέαση που θα του επιτρέπει να ψηλαφίσει τις πληγές των άλλων.
Πολλές φορές να πάρει πάνω του αυτές τις πληγές. Να τις ενσαρκώσει κυριολεκτικά και μεταφορικά. Και τότε πραγματώνεται μέσα σε μια ιερή αυτογνωσία. Πώς να σας το πω αλλιώς;  Είναι όπως κάποιος ν’ ανοίγει την πόρτα του σε έναν τσακισμένο. Όχι από φιλανθρωπική αγάπη ή περιέργεια. Από ανάγκη. Διότι ο τσακισμένος έξω από την πόρτα, είναι ο ίδιος ο ποιητής. Ο ποιητής ανοίγει την πόρτα  για να μπει ο εαυτός του.

4. Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

 Το να γράφεις ποίηση είναι μια συνήθεια μοναχική. Ο καθένας ακολουθεί τον δρόμο του, έναν δρόμο όμως που άλλοι διάνοιξαν κόβοντας βουνά, περνώντας από συμπληγάδες. Κάποτε αισθάνομαι ότι απλώς προσθέτω μερικούς στίχους σε ένα προαιώνιο ποίημα.  Ας μην γελιόμαστε: Κανείς μας δεν υπάρχει χωρίς τους προηγουμένους.
Η Αναγέννηση ξεκίνησε με την αναβίωση του αρχαίου ρωμαϊκού δράματος το οποίο είχε βασιστεί στο αρχαίο ελληνικό και αυτό συνεχίστηκε για εκατοντάδες χρόνια! Δεν γράφονταν δηλαδή πρωτότυπα έργα μέχρι τα ύστερα χρόνια της Αναγέννησης. Οι προηγούμενοι λοιπόν είναι εδώ, μέσα από την ποίηση τους και μας διδάσκουν, μας εμπνέουν, μας παρακινούν να γράφουμε. Η μεγάλη λογοτεχνία είναι μια μήτρα που γεννοβολά μια άλλη λογοτεχνία.
Το συναρπαστικό όμως είναι η δυνατότητα να συναντάσαι και να διασταυρώνεσαι με τις μοναχικές πορείες των ανθρώπων. Αντιλαμβάνεσαι πως η δική σου μόνωση δεν είναι καθηλωτική του μικρόκοσμου σου αλλά η πραγματική δυνατότητα που έχεις για να επικοινωνήσεις . Ίσως η πιο αυθεντική, αγνή και ουσιαστική δυνατότητα.
Και τότε συμβαίνει. Κάποια ποιήματα σου, τους οδηγούν να σου πουν  «ναι, έτσι είναι, με κάποιον τρόπο το ξέραμε ότι είναι έτσι, και τώρα το βλέπουμε». Δυστυχώς και πρέπει να το πω αυτό, συχνά η ποίηση απαξιώνεται από μια ομάδα ανθρώπων, δεν τολμώ καν να πω ποιητών. Αυτών που αφού τέλειωσαν ή απέτυχαν με τα άλλα, είδαν την ποίηση ως μια ελκυστική προοπτική για αυτοδιακίνηση του ονόματος τους, εξασφάλιση μιας  φήμης. Γράφουν για το σήμερα και περιμένουν ως αντάλλαγμα την άμεση αναγνώριση.
Ταυτόχρονα θεωρούν πως η αναγνώριση μιας άλλης αξιόλογης φωνής αποτελεί δική τους αποαναγνώριση (αυτό δυστυχώς συμβαίνει και με παλαιότερους, κορυφαίους ποιητές). Συνιστούν το εφήμερο και το τυχάρπαστο στην ποίηση. Αν όμως το όποιο έργο τους δεν έχει κάτι να πει, όταν οι μηχανισμοί διαμεσολάβησης και προβολής τελειώσουν, όταν ο ετεροφωτισμός εκλείψει, θα είναι ωσάν να μην υπήρξαν ποιητικά. Ο ποιητής κύριε Πολυκάρπου είναι καταδικασμένος να κριθεί ερήμην του. Δεν γράφει για το σήμερα.
Γράφει επειδή δεν μπορεί αλλιώς, και την ετυμηγορία του χρόνου επί των έργων του  δεν θα την ακούσει, δεν θα τη μάθει ποτέ. Γι’ αυτό και ο Χριστιανόπουλος τάχθηκε εναντίον κάθε βράβευσης, δεν σημαίνει τίποτα. Το μεγαλύτερο βραβείο είναι να συναντήσεις αναπάντεχα ένα ποίημα σου σε κάποια γωνιά του κόσμου.

5. Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

 Πρώτα-  πρώτα την εικόνα των ανύπαρκτων από κυπριακή ποίηση ραφιών των βιβλιοπωλείων, με ορισμένες ελάχιστες εξαιρέσεις. Εξαφανίζουν την ποίηση με την μαεστρία ενός ταχυδακτυλουργού αλλά με παρακινούν να συνεχίσω. Τροφοδοτούμαι επίσης από τις εικόνες της καθημερινότητας.  Ως δημοσιογράφος έχω βιώσει κάποιες ιστορίες, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο τρομαχτικές. Ορισμένες από αυτές αποτέλεσαν αφορμή για κάποια ποιήματα.
Δεν γίνεται αλλιώς, ο ποιητής βράζει στο καζάνι του κόσμου. Ρίξε ένα ποιητή σε κάποιο ερημικό νησί. Αν επιζήσει και συνεχίσει να γράφει το πιο πιθανόν αυτά που θα γράφει δεν θα ενδιαφέρουν κανένα. Κατά την άποψη μου δεν υπάρχει ποίηση χωρίς αλληλεπίδραση. Ο Τούμας Τράντρομερ , ο σπουδαίος αυτός Σουηδός ποιητής και νομπελίστας, εργάστηκε για χρόνια σε φυλακές ανηλίκων. Χωρίς αυτό το βίωμα η ποίηση θα ήταν λιγότερη, φτωχότερη, το παραδέχτηκε κι ο ίδιος. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να αδιαφορούμε για τα όσα τραγικά συμβαίνουν στην κοινωνία, τη γειτονιά μας, στον κόσμο; Ο ποιητής είναι σαν ένας παραμορφωτικός καθρέφτης. Μέσα του διαθλώνται  τα πάντα όχι για να καταγραφούν αλλά για να λυτρωθούν από την πραγματικότητα.
Κοιτάξτε όμως ένα οξύμωρο:
Όταν η πραγματικότητα είναι από μόνη της τρομαχτική, η τέχνη πραΰνει. Και όταν η πραγματικότητα είναι βαρετή, ανούσια, η τέχνη μπορεί  να είναι  και τρομαχτική. Να μας κάνει να συνερχόμαστε από την πραγματικότητα.  Πιστεύω και στην επικοινωνία των τεχνών. Οι τέχνες με τροφοδοτούν. Οι τέχνες είναι σαν μια γεννήτρια που παράγει ακατάπαυστα ηλεκτρικό ρεύμα.
Αυτό το ρεύμα με διαπερνά. Όταν ακούω μουσική, εξευγενίζομαι, όταν διαβάζω άλλους ποιητές, συγκλονίζομαι και κινητοποιούμαι, όταν βλέπω ένα ζωγραφικό πίνακα, όταν παρακολουθώ θέατρο, μια κινηματογραφική ταινία, συμμετέχω στην ενόραση των δημιουργών τους. Ενεργοποιούμαι και βρίσκω ξανά την άκρη του νήματος.  Δεν είναι εύκολο να βρίσκεις κάθε φορά την άκρη του ποιητικού νήματος.

6.Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

 Εκτιμώ περισσότερο στην αξία των ερωτημάτων παρά των απαντήσεων. Οι καλύτερες απαντήσεις που δίνει η ποίηση είναι μάλλον σε ερωτήματα που νόμιζες ότι δεν υπήρχαν.
Όλες οι άλλες  οι συμβατικές απαντήσεις δίνονται στα σχολεία και δυστυχώς στις πλείστες περιπτώσεις είναι εκτός τόπου και χρόνου. Εννοώ την ανάλυση των ποιημάτων που γίνεται και όχι μόνον. Όσο μαθαίνει κανείς, κανονικά τα ερωτήματα πρέπει να αυξάνονται και οι απαντήσεις να μειώνονται. Αυτό δεν μας έμαθαν οι σπουδαίοι αρχαίοι μας πρόγονοι;
Όσο όμως ΜΑΘΑΙΝΕΙΣ κι όχι όσο αποθηκεύεις στερεότυπα και αμφίβολες ερμηνείες που ευνουχίζουν τη δυνατότητα μαθησιακής κρίσης. Τα διαχρονικά θέματα είναι εκείνα που προκαλούν και τις περισσότερες απορίες.
Η τελευταία μου ποιητική συλλογή Πληγείσες Περιοχές/Γυμνές Ιστορίες, είναι χωρισμένη σε πέντε ενότητες:
Το παιδί, συμβάντα της ζωής, τα θανατερά, η γυναίκα και η ίδια η ποίηση. Αυτά είναι τα θέματα μου. Και επειδή όλα περίπου έχουν λεχθεί, αυτό που καλείται να κάνει ένας πραγματικός καλλιτέχνης, όποιαν τέχνη κι αν υπηρετεί, είναι τα πει με έναν διαφορετικό τρόπο. Να τα πει με τον δικό του τρόπο. Αυτό προσπάθησα.

7. Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

 Ξέρετε έχουν γραφτεί σπουδαία ποιήματα με τις πιο απλές λέξεις επειδή τις επιστράτευσε και τακτοποίησε μια αληθινή πνοή. Αντίθετα, έχουν γραφτεί τραβηγμένα, αποκρουστικά πράγματα, ακατανόητοι βερμπαλισμοί με τις πιο εξεζητημένες λέξεις. Αυτός είναι ένας λόγος που πολλοί μένουν μακριά από την ποίηση, δεν την καταλαβαίνουν,  δεν του λέει τίποτα, δεν τους εκφράζει. Κι όταν κάτι είναι ανέλπιδα ακατανόητο, το πετάς.
Ο αληθινός ποιητής δεν υπάρχει περίπτωση να μην επικοινωνήσει. Ακόμα κι αν δεν είναι ο πιο απλός.
Διαβάζω ποιητές με εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από μένα, όπως πχ ο Σαχτούρης,  ο Καλοζώης, ο Λεοντζάκος, ο Τζον Ασμπερι κ.α.  τους οποίους κατατάσσω ίσως αυθαίρετα στον υπερρεαλισμό. Η ποίηση τους με ανατάσσει ψυχικά διότι ενώ παραλύουν τη λογική μου,  αφυπνίζουν άλλες ζωογόνες  αισθήσεις μου. Στο τέλος με οδηγούν σε ένα είδος λατρείας.
Δεν υπάρχει ποίηση χωρίς λατρεία. Με τον καιρό βέβαια έρχεται και η εμπειρική γνώση. Μαθαίνεις την οικονομία των λέξεων και φτάνεις στο σημείο να λες λιγότερα και να περικλείεις περισσότερα. Μαθαίνεις την πρόσθεση που μπορεί να σου χαρίσει η αφαίρεση.

8. Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

 «Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε», έγραψε ο Καρυωτάκης ίσως επειδή σφόδρα επιθυμούσε κάτι άλλο από εκείνο που του έτυχε να είναι. Όπως μου είπε κάποτε σε μια συνέντευξη ο Μαρτίνος Τυρίμος, «ακούω κραδασμούς από το σύμπαν και δημιουργώ, δεν έχω επιλογή». Δεν έχουμε  λοιπόν επιλογή πέραν από αυτό το  πολύ επισφαλές καταφύγιο. Διότι τι είναι η ποίηση πέραν από ένα  καταφύγιο βρεγμένων και καταπονημένων.
Και με πραγματικούς όρους αυτό συμβαίνει σήμερα στον κόσμο. Ποιοι καταφεύγουν σε καταφύγια; Οι πρόσφυγες, οι κακοποιημένοι, οι λεηλατημένοι. Συνεπώς και η αναζήτηση θεματογραφίας στην ποίηση μου περιέχει πολλή  από αυτήν την οδύνη και την αβεβαιότητα.
Αβεβαιότητα που επεκτείνεται και στο ποιητικό αποτέλεσμα. Σταδιακά όμως αποδέχτηκα ότι στην ποιητική γραφή δεν είναι απαραίτητο να συνειδητοποιείς τι γράφεις, την ώρα που το γράφεις. Αρκεί η αίσθηση κάποιας βαθύτερης ανασκαφής, η αίσθηση της σύλληψης του σωστού κραδασμού. Πιο απαραίτητη είναι η βεβαιότητα πως κάποτε εκείνοι που θα το διαβάσουν, θα συνειδητοποιήσουν αυτό που έκανες.

9. Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Θα ήταν μάλλον ανυπόφορα πληκτικό ή ακόμα και καταστροφικό. Ο κόσμος στην καθημερινότητα του είναι μια έκφανση  αντιποιητική γιατί παλεύει να επιβιώσει.  Με όρους ζούγκλας όλο και πιο συχνά. Ας ζήσει τουλάχιστον αξιοπρεπώς ο κόσμος, ας τον αφήσουν να ζήσει, ας τον αφήσουν να απελευθερώσει τις δυνάμεις του, να πραγματώσει τα όνειρα του, να μην τον στραγγαλίζουν τον κόσμο και τότε θα έχουμε όλο και λιγότερα παιδιά να πεθαίνουν από πείνα ή να πνίγονται, λιγότερη δυστυχία και ανέχεια.
Επιλέγω μια δικαιότερη κοινωνία  κι ας μην ανθεί η ποίηση παρά μια κοινωνία καταφρονεμένων όπου η ποίηση θα καταγράφει σπουδαίες ελεγείες.
Η ποίηση είναι για να υπενθυμίζει τη βαθύτερη υπόσταση του ξεχασμένου θαύματος. Του έρωτα με την ευρύτερη έννοια. Του έρωτα για τη ζωή, για έναν άνθρωπο, για μια τέχνη, για μια επανάσταση, για την αλήθεια μιας κουρελιασμένης θύμησης.
Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι οι ευλογημένοι άνθρωποι. Η ποίηση υπενθυμίζει λοιπόν ότι το θαύμα υπάρχει αλλά πρέπει να αναγεννηθεί και να αναρτηθεί στις πιο ψηλές κορυφές της ύπαρξης. Ο ποιητής είναι ο αχθοφόρος αυτού του οράματος. Το μαζεύει από τις στάχτες. Αυτή η αχθοφορία προϋποθέτει  μια αιρετικότητα, μια ανατρεπτικότητα, μια τόλμη, μια απείθεια. Δεν γίνεται να είσαι συστημικός και να μετά να το παίζεις ποιητής.
Να εμπνεύσεις ή να εμπνευστείς με τι; Προϋποθέτει και μια άσκηση στη σιωπή. Αυτά δεν διδάσκονται. Αποκτούνται μέσα από βιώματα γι’ αυτό η ποιητική ωρίμανση πολύ συχνά σηματοδοτείται από μια στροφή προς τη βιωματική ποίηση. Μέσα από διαψεύσεις , επαναδιαψεύσεις, πτώσεις, μέσα από συντρίμματα, βρίσκεις ένα δρόμο. Πέφτεις, μαζεύεις τα συντρίμμια σου, τα επανακολλάς και προχωράς. Ο άνθρωπος είναι εκατό κομμάτια που μοιάζουν ένα και αυτό ο ποιητής το ξέρει καλά.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΣΚΑΚΙ ΜΕ ΕΝΑΝ ΤΥΦΛΟ

Για να γράψει κανείς ένα ποίημα χρειάζονται 5 λεπτά ή 5 μήνες.
Για να φτάσει αυτό το ποίημα στον αναγνώστη χρειάζονται χρόνια. Μπορεί και να μην φτάσει ποτέ. Για να μείνει αυτό το ποίημα, να κληροδοτηθεί, χρειάζονται δεκαετίες. Το πιο πιθανό όμως είναι ότι τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα συμβεί. Κι όμως ποιήματα γράφονται και θα γράφονται.
Αν είστε λογικοί και δεν λαμβάνετε υπόψην το προφανές, σημαίνει επιδιώκετε κάτι εφήμερο. Σημαίνει νομίζετε ότι γράφετε ποίηση αλλά δεν γράφετε ποίηση. Μόνο οι τρελοί δικαιούνται να μην ξέρουν τίποτα.
Η ποίηση δεν γράφεται για τους ανθρώπους, αλλά είναι για τους ανθρώπους και μόνο γι’ αυτούς. Μπορεί να την ανακαλύψουν χρόνια μετά, μπορεί και όχι. Σπάνια ένας ποιητής εισπράττει το αντίτιμο της αναγνώρισης για όσα εν ζωή εποίησε, κι όσους τους τυχαίνει, συνήθως απολιθώνονται στη λησμονιά μετά θάνατον. Διότι η ποίηση αν έχει έναν θανάσιμο και ύπουλο εχθρό, αυτός είναι η εφήμερη δόξα. Οσοι την επιζητούν, είναι ανεπαρκείς και καταδικασμένοι . Το μεγαλύτερο επίτευγμα ενός ποιητή είναι ο ρόγχος της θνησιμότητας του να μετατραπεί σε πνοή αθανασίας μέσω του έργου του. Ενόσω ζει και ποιεί, να σιγοψιθυρίζουν μερικούς στίχους του κάποιοι φίλοι αλλά και άγνωστοι, να τους κελαηδούν τα πουλιά της μοναξιάς του. Να νομίζει ότι δεν έδωσε τίποτα, ενώ έχει ανοίξει ένα δρόμο και έχει σκορπίσει φύλλα ελπίδας. Ο ποιητής είναι ένα δέντρο που μοιράζει τα φύλλα του.
Τι χρειάζεται κανείς για να ποιήσει; Ποιός ξέρει. Δεν υπάρχει σύμβαση. Λένε μια αρκετά αιμάσσουσα παιδική πληγή. Ομως πολλοί εγκληματίες ή επιχειρηματίες, έχουν πιο βαθιές πληγές από τους ποιητές.
Κάποτε κάποιος σπουδαίος Κύπριος Τενόρος στην ερώτηση “πώς έγινες τενόρος’ που του υπέβαλα, σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και έδειξε με το δάκτυλο. “Υπάρχουν κάποιοι κραδασμοί εκεί πάνω που κάποτε τους ακούω’, μου είπε. Ο φίλος μου Ιρλανδός ποιητής Desmont Egan στο ερώτημα “πώς έγινες ποιητής;’ ενδεχομένως να απαντούσε “μερικά ποτήρια γκίνες τη μέρα’. Ο Σεργκέϊ Γεσένιν, σίγουρα θα έλεγε “καμιά δεκαριά γάμοι’.
Αν υπήρχε ένας σαφής προσδιορισμός, μια εφαρμοσμένη και κοινά αποδεκτή διαδικασία για το πώς μπορεί κανείς να γίνει κανείς ποιητής, τότε η φράση “θα προσπαθήσω να γίνω ποιητής’ θα ήταν του συρμού. Δεν υπάρχει όμως τέτοια φράση στο λεξικό της ζωής.
Ισως τελικά όλα να είναι υπόθεση ενός φίλτρου και μιας μονίμως γρηγορούσας ενσυναίσθησης. Ολοι εισπράττουμε την ίδια πραγματικότητα, τις δυσκολίες της, όλοι, λίγο-πολύ, έχουμε βιώματα, τραγικά, μοναδικά, ανεξίτηλα. Κι όλοι πριν το τέλος θα τα δούμε-όπως μάθαμε από τους ανετοιμοθάνατους ή τους συγγενείς τους- στην ίδια ταινία. Αυτό που καθιστά τον “πληγωμένο’, ποιητή, και όχι εγκληματία ή επιχειρηματία, ίσως να είναι αυτό το φίλτρο που έχει μέσα του και η ενσυναίσθηση που τον αναγκάζει να μην είναι απαθής. Να είναι αργός και να βαριέται, αλλά όχι απαθής. Οι βιαστικοί και οι πολυπράγμονες δεν νομίζω να κάνουν γι αυτήν τη δουλειά.
Ας μην μιλούμε λοιπόν για ερωτικές συντριβές, ιδεολογικές απογυμνώσεις και άλλα κοινότυπα που στους περισσότερους συνέβησαν αλλά δεν τους οδήγησαν στην ποίηση.
Από εκεί και πέρα, πρέπει να έχεις διαβάσει και κάποια βιβλία, όχι πολλά βιβλία, μόνο εκείνα, που αφού διεξήλθες ένα σωρό από σκουπίδια, έμαθες να επιλέγεις. Επίσης τα σωστά ποιήματα, ξανά και ξανά, που δεν είναι δα και αναρίθμητα όπως διατείνονται οι ειδήμονες, να έχεις ρουφήξει τις κατάλληλες μουσικές, να έχεις δει το είδος του κινηματογράφου που συγκλονίζει (γενικά πρέπει να συγκλονίζεσαι πολύ), να έχεις μαζέψει λογιών λογιών αποκαΐδια και να έχουν καεί κάπως οι χούφτες σου.
Να έχεις παίξει σκάκι με έναν τυφλό χάνοντας εύκολα και συντριπτικά. Είναι μεγάλη υπόθεση αυτή, σας διαβεβαιώ, να σε κερδίζει ένας τυφλός στο σκάκι, στο τέλος μπορεί να θελήσεις να εξαγοράσεις την τυφλότητα του ή να υποψιαστείς ότι εσύ είσαι ο τυφλός.
Να έχεις καταγράψει στο δεφτέρι της μνήμης σου έναν άνθρωπο που δεν συνθηκολόγησε ποτέ και δεν δίστασε, αν και φοβισμένος, να μπει στη φωτιά. Εναν που την πλήρωσε επειδή αρνήθηκε να γίνει μαλάκας. Αυτήν τη φιγούρα θα τη θυμάσαι κάθε φορά που θα μπαίνεις στο δίλημμα να εξαγοραστείς ή όχι.
Είναι αρκετό να έχεις δει παιδιά εγκαταλειμμένα, παιδιά που λιμοκτονούν ή πνίγονται-δεν είναι δύσκολο-, να νιώσεις πιο αβοήθητος από εκείνα, και να κατανοήσεις ότι αυτό συνέβαινε πάντα και ότι αυτό θα συμβαίνει και μελλοντικά όσο το παγκόσμιο και εγχώριο 1% θα λυμαίνεται πλούτο που αναλογεί στο 99% , όσο ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ικανός για το απεχθές για χάριν της κυριαρχίας και του κέρδους.
Να πιστέψεις ότι αυτός ο κόσμος θα μπορούσε να αλλάξει και ακολούθως να ζήσεις τη μέρα που θα σου πουν να σκίσεις τη σημαία της επανάστασης. Δεν θα σου κακοφανεί και πολύ διότι στο μεταξύ θα έχεις διατελέσει σκατοφύλακας στο στρατό.
Αν λίγο πολύ τα ζήσεις αυτά ή κάποια παρόμοια, τότε θα είσαι έτοιμος να παίξεις πολλές παρτίδες σκάκι με τον τυφλό σου φίλο και να χάσεις τις περισσότερες . Και οι ήττες σου θα είναι οι μεγαλύτερες νίκες. Θα είσαι έτοιμος συναντήσεις και άλλους τυφλούς ή αιρετικούς τύπους, επειδή η τύχη πια θα σε φροντίζει και τότε θα’ ναι σαν να έχεις βγάλει διδακτορικό ή πολλά διδακτορικά μαζί. Εναν τηλεπαθητικό συγγραφέα ας πούμε από τη Βουλγαρία ο οποίος στο Πράδο της Μαδρίτης έπιασε από το λαιμό έναν Σκοπιανό ποιητή και του έστρεψε την κυκλοφορία του αίματος προς τη μύτη, διότι διαισθάνθηκε πως ο Σκοπιανός θα πάθαινε εγκεφαλικό.
Και έτσι το φίλτρο σου θα δουλεύει τέλεια, και η ενσυναίσθηση σου θα ρολάρει θαυμάσια.
Θα μυηθείς σε έναν τρόπο να ζεις και σε δέκα να μην ζεις. Και το πιο παράξενο, όσο πιο πολύ θα αμφισβητείς αν έχεις μάθει κάτι, τόσο θα μαθαίνεις, διαβάζοντας όλο και λιγότερο και παρατηρώντας αδιάκοπα την περιοδικότητα του αναπάντεχου να θριαμβεύει -μια γνώση βαθιά που θα ενσταλάζεται πρώτα στις αισθήσεις σου.
Στο επόμενο στάδιο ίσως αποκτήσεις και κάποιου είδους χιούμορ - πρώτα θα διακωμωδείς τον εαυτό σου, μετά τους άλλους.
Αν είναι έτοιμος για κάτι τέτοια και μερικά άλλα που τώρα ξεχνώ, είναι πιθανόν να αγαπηθείς παράφορα καμιά δυο φορές και να αγαπήσεις βεβαίως.
Τότε θα μπορείς με όση ασφάλεια σου προσφέρει ένα άλμα στο κενό από τον ενδέκατο όροφο ή η προσμονή για ένα χάδι από το άγαλμα της πλατείας, να γράψεις μερικά αληθινά ποιήματα που θα αγαπηθούν κι αυτά, διότι πρώτα εκείνα θα έχουν την ικανότητα να αγαπήσουν. Διότι εκείνα θα είναι εσύ. Και αυτό έχει μόνο σημασία.