Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

"Η ΠΟΙΗΣΗ ΘΕΛΕΙ ΤΡΕΛΑ"

Ο Σωτήρης Παστάκας, εξ Ελλάδος βραβευμένος ποιητής, μεταφραστής, εκδότης, μπλόγκερ, βρίσκεται στην Κύπρο με αφορμή δυο εκδηλώσεις του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, αφιερωμένες στον ίδιο και στο έργο του. Η πρώτη πραγματοποιήθηκε στις 11 του μηνός και η δεύτερη έπεται στις 17 Οκτωβρίου, στο Θέατρο Ένα στη Λευκωσία. Άδραξα την ευκαιρία μιας συνομιλίας μαζί του, η οποία περιστράφηκε κυρίως, γύρω από τη μεγάλη του αγάπη, την ποίηση, γενεσιουργό στοιχείο γραφής της οποίας θεωρεί μια ιδιότυπη τρέλα, παρά την προσκόλληση σε κανόνες. Δεν μείναμε όμως μόνο σε αυτό. Ο Παστάκας, αναφέρεται στην ανάγκη αναστήλωσης μιας ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ειδών της Τέχνης ως απαραίτητη προϋπόθεση για την άνθιση τους. Μιλά για τις παλαιότερες και νεότερες ποιητικές γενιές και εκφράζει απόψεις που θα συζητηθούν. Ανεβάζει υψηλά το επίπεδο της καλής κυπριακής ποίησης, και μιλά με ελπίδα για φωνές της νέας γενιάς Ελλήνων λογοτεχνών που ήρθαν, έρχονται ή ακολουθούν. Οντας ψυχίατρος στο επάγγελμα, αναλύει τη διαδραστικότητα ψυχιατρικής-ποίησης, εξηγεί πώς τον βοήθησε στην καλύτερη πρόσληψη του ποιητικού αντικειμένου.
Τέλος, εκμυστηρεύεται ότι καλή ποίηση μπορεί να γραφτεί και χωρίς κατανάλωση...αλκοόλ, κάτι που επιτυχημένα άρχισε να εφαρμόζει και ίδιος.

 
UPPER PΑΤΗ
Στον Νίκο Λέκκα

Γυρεύω το μνήμα μου και δεν το βρίσκω,
Θεέ μου,
πενήντα χρόνια σε προσκαλώ να με πάρεις
κι εσύ δεν απαντάς στις προσευχές μου.
Έλα, οδήγησέ με στα υψηλά
και τα πρόσχαρα.
δεν έχω πού να γείρω το κεφάλι μου
να κλάψω.
Έλα οδήγησέ με στο υψηλότερο μονοπάτι,
στον ώμο σου να γείρω και να κλάψω.
Επειδή πολλοί ευχήθηκαν να πεθάνω,
κι εγώ απ’ την πλευρά μου
επιθύμησα τον θάνατο αναρίθμητων άλλων.
Το μνήμα μου γυρεύω και δεν το βρίσκω.

Κύριε,
είναι νόμος αφού εγώ δεν σκότωσα,
κάποιος να με σκοτώσει.
Να με προλάβει
κάπου εκεί στην Ελευθερίου Βενιζέλου,
υπό τους ήχους των ελληνάδικων
χιπ χοπ, εδώ σκότωσαν ολόκληρο ροκ
– τι τους είναι να φάνε τον Παστάκα;

Τον τάφο μου
δείξε με Κύριε, εν τη ευσπλαχνία σου,
να αποθέσω πρώτος εγώ
το ακάνθινο στεφάνι,
από όλους τους ομότεχνους
τους τεθλιμμένους συγγενείς
τους απαρηγόρητους φίλους,
πριν λάχει και τους πω
πόσο ωραίος είναι ο θάνατος
και ο νεκρός ευγνώμων.

Ψάχνω τον τάφο μου
και δεν τον βρίσκω,
στο τριάρι μου στη Νέα Σμύρνη,
στις ράγες του Τραμ,
στα υπερυψωμένα σίδερα
της Λεωφόρου Συγγρού,
στις διαβάσεις πεζών της παραλιακής,
στις αφύλακτες του ΟΣΕ,
στο μονόζυγο του αλκοόλ,
στα ακροβατικά της καύσης
του τσιγάρου,
σαν άλλος αναστενάρης πάνω στην καύτρα του
κάνε με φως
Κύριε.
Λαμπάδιασέ με.
 

Eρ. Σωτήρη Παστάκα, πόσα χρόνια διαρκεί η διαδρομή σου στα λογοτεχνικά πράγματα;

Απ. Κλείνω σχεδόν 40 χρόνια. Ξεκίνησα να δημοσιεύω το 1980 στο λογοτεχνικό περιοδικό “Το Δέντρο” του ποιητή Κώστα Μαυρουδή. Ήταν πολύ αυστηρός, αλλά αυτό με βοήθησε διότι η πρώτη μου συλλογή, που βγήκε το 1986, είχε μόνο είκοσι ποιήματα και επέμενε ο Κώστας σε αυτό. Ήθελα να βγάλω σαράντα-πενήντα, αλλά με σταμάτησε.

Ερ. Στη λογική του ότι στην ποίηση είναι πιο σημαντικό να ξέρεις να αφαιρείς παρά να προσθέτεις;

Απ. Ναι, αυτό σε κάνει ποιητή...


Ερ. Κι αυτό δεν μαθαίνεται εύκολα...

Απ. Το να πετάξεις είναι το δύσκολο, το να γράψεις είναι πολύ πιο εύκολο. Είναι κάτι που πρέπει να το παλέψεις για να το πετύχεις.

Ερ. Ποιους θεωρείς πυλώνες έμπνευσης για σένα, τουλάχιστον, στα πρώτα σου βήματα;

Απ. Πρώτος απ’ όλους ο Καβάφης. Τον διάβασα όταν ακόμα απαγορευόταν. Ήταν σκάνδαλο να σε δούνε να διαβάζεις Καβάφη τότε. Ο Μπόρχες είναι επίσης μια μεγάλη αγάπη. Τα δοκίμια και τα ποιήματα του με έχουν καθορίσει σε σημαντικό βαθμό. Από τους πιο σύγχρονους, ο νομπελίστας, ο Ιωσήφ Μπρόντσκι. Τον άκουσα το 1980 στη Ρώμη σε ένα φεστιβάλ ποίησης. Όταν άρχισε να απαγγέλλει, του βγήκε ένα πηγαίο κλάμα. Μεγάλη τιμή ήταν για μένα και η αλληλογραφία με τον Θεσσαλονικιό μας ποιητή τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Είχαμε τακτική αλληλογραφία και πολλές φορές με κατηύθυνε, με συμβούλευε. Η ποίηση του αποτέλεσε για μένα ένα ακόμη φάρο.

Ερ. Σου συμβαίνει όταν διαβάζεις κάτι που σε διαπερνά, μπορεί να είναι ένας στίχος, ένα ποίημα, να σου προκαλεί τέτοια διεργασία, ώστε να θέλεις αμέσως να γράψεις;

Απ. Πολύ συχνά. Η λογοτεχνία είναι πηγή έμπνευσης, ιδεών, συναισθημάτων. Γι’ αυτό πρέπει να διαβάζουμε. Όταν μπαίνω σε κατάσταση απραξίας, ανοίγω ένα βιβλίο, και τότε όλα έρχονται.

Ερ. Ο Σεφέρης είχε πει ότι στη λογοτεχνία δεν υπάρχει παρθενογένεση...

Απ. Αυτό ακριβώς. Το αντίθετο είναι ένας μύθος της αναγεννησιακής περιόδου. Έλεγαν για έναν μεγάλο καλλιτέχνη πως όταν γεννήθηκε, κατέβηκε ένας αητός από τον ουρανό και κάθισε πάνω στην κούνια του. Ότι δηλαδή η γέννηση του ήταν θεόσταλτη και θεόπνευστη. Αυτή η αντίληψη πέρασε και στο Ρομαντισμό. Δεν ισχύουν αυτά βέβαια, εμείς το ξέρουμε καλά.

Ερ. Η ιδιότητα σου ως ψυχίατρος, σε βοήθησε ή σου έβαλε εμπόδια στον ποιητικό σου δρόμο; Ο Φρόιντ πίστευε πως οι ποιητές αντιλαμβάνονται την ανθρώπινη ψυχή καλύτερα από τους ψυχιάτρους.

Απ. Η ψυχιατρική με βοήθησε στην οργάνωση της σκέψης μου. Είναι υπεράνω του καλού και του κακού, οπότε σου δίνει μια ελευθερία στη σκέψη και στη δράση. Αυτό στην ποίηση μετατρέπεται σε ελευθερία στην έκφραση. Κάποιοι αργούν να την αποκτήσουν, κάποιοι την αποκτούν γρήγορα. Μέσα στον ποιητή υπάρχει φόβος να δοκιμάσει τα όρια του. Μην ξεχνάς, Γιώργο, ότι στα πρώτα μας βιβλία όλοι μας προσπαθούμε να αποδείξουμε ότι ξέρουμε να γράψουμε. Οι πιο τυχεροί από μας, μετά από αυτό το στάδιο, αν τα καταφέρουν, απελευθερώνονται.

Ερ. Χρειάζεται μια συσσώρευση γνώσης, εμπειριών, άσκησης για να “πατήσεις” πάνω τους και να προχωρήσεις, να φτάσεις στην εκδίωξη του φόβου, δεν νομίζεις;

Απ. Έτσι είναι και υπό αυτό το πρίσμα η ψυχιατρική με βοήθησε. Πριν τριάντα χρόνια στην Αθήνα έλεγαν ότι ο ψυχίατρος είναι το μαξιλαράκι της κοινωνίας. Έρχεται σε επαφή με όλες τις κοινωνικές τάξεις. Αυτός ήταν ο πλούτος που κέρδισα. Είχα πελάτες πάμπλουτους, αλλά και πάμφτωχους. Γι’ αυτό, όταν με ρωτούσαν πόσο κοστίζει η επίσκεψη, τους έλεγα από μηδέν μέχρι...

Ερ. Πότε ένιωσες ότι έχεις κατακτήσει τα εκφραστικά σου μέσα, ότι έχεις διαμορφώσει μια προσωπική φωνή;

Απ. Μετά τα πρώτα τρία μου βιβλία, ένιωσα αυτό το πράγμα. Το 1994 έγινα μέλος στην Εταιρεία Συγγραφέων. Ήδη είχα πιστεύω την αγάπη και την εκτίμηση των ομότεχνων, όμως το να μπεις στην Εταιρεία ήταν κάτι σημαντικό εκείνη την εποχή. Στο τρίτο μου βιβλίο, εκεί αισθάνθηκα πιο ελεύθερος. Αφέθηκα. Το πιο σημαντικό στην ποίηση, πέραν από τη δομή, την αυστηρή τήρηση κάποιων, κανόνων, είναι η “τρέλα”. Το διατύπωσε όσο καλύτερα γίνεται ο Γιώργος Λαζόγκας, ο Λαρισαίος ζωγράφος, ο οποίος είπε πως όταν στέκεται μπροστά στο καβαλέτο και αρχίζει να ζωγραφίζει, “περιμένω το πρώτο δημιουργικό μου λάθος”. Οι καλύτεροι μου πίνακες, είχε πει, είναι αυτοί που άρχισαν με μια λάθος πινελιά.

Ερ. Έχεις στη σκέψη σου κάποιους στίχους, ίσως κι ένα μικρό ποίημα. Λες τι εύκολα που το συνέλαβα. Κι όμως όταν μετά καθίσεις να το γράψεις, ενώ θυμάσαι τις λέξεις, το ποίημα έχει φύγει. Είναι η ποίηση μια ειδική κατάσταση;

Απ. Το είπε παραστατικά ο Μίκης Θεοδωράκης. Η ποίηση είναι όπως η λάβα. Άμα την αγγίζεις νωρίς καίγεσαι, αν την αφήσεις για μετά τη βρίσκεις πέτρα. Θεωρώ όμως τον εαυτό μου ποιητή του βλέμματος, υπό την έννοια ότι με συγκινούν οι εικόνες που βλέπω, οπότε αν μια εικόνα μου “καρφωθεί” μπορεί να περάσουν και χρόνια για να τη γράψω ως ποίημα. Μου συνέβη με τις “Προσευχές για φίλους” που τις έγραφα δώδεκα χρόνια. Ήμουνα βέβαια και εγκλωβισμένος, μπλοκαρισμένος, προσωπικά γεγονότα, ένας δυστυχισμένος γάμος κ.λπ.

Ερ. Χρειάζεται δηλαδή μια αποστασιοποίηση από τα γεγονότα πολλές φορές...

Απ. Λένε πως αν είσαι ερωτευμένος με μια γυναίκα και της γράψεις ποίημα, τότε έχει τελειώσει η ιστορία. Άρα, όσο το ζεις, δεν έχεις ανάγκη να το γράψεις.

Ερ. Η κατάσταση στην Ελλάδα αποτελεί πηγή έμπνευσης για σένα ή αιτία απομάκρυνσης από την πραγματικότητα;

Απ. Για μένα αποτέλεσε πηγή έμπνευσης. Και πολύ νωρίς μάλιστα. Επανέρχομαι στο θέμα “ψυχιατρική” και πώς με βοήθησε. Πέραν των ακαδημαϊκών γνώσεων, αποκτάς μια “όσφρηση”, μαθαίνεις να μυρίζεσαι το περιστατικό. Το 2009 βρέθηκα άνεργος από την κλινική στην οποία δούλευα, οπότε έζησα στο πετσί μου την κρίση ακριβώς στην αρχή της, οπότε το 2010 έβγαλα την ποιητική συλλογή “Το χαμένο κορμί”, η οποία έχει μεταφραστεί είτε ολόκληρη είτε τμηματικά σε 12 γλώσσες. Αυτοί οι στίχοι, ας πούμε, πρόβλεψαν αυτό που ερχόταν, χωρίς φωνές διαμαρτυρίας, χωρίς να έχουν εξεγερτικό χαρακτήρα, απλώς το είπαν. Δεν μ’ αρέσουν οι ψεύτικες ποιητικές εξεγέρσεις. Μετά από τόσα χρόνια μνημόνιο στην Ελλάδα δεν υπάρχει εξέγερση, ούτε καν αμφισβήτηση θα έλεγα… (γέλια)

Ερ. Η ποίηση μπορεί να δώσει ελπίδα, να εκδιώξει έστω για λίγο το σκοτάδι της πραγματικότητας που μας περιβάλλει;

Απ. Υπάρχουν τέτοιες φωνές, τσακισμένες φωνές, αλλά που ασκούν μια γοητεία.

Ερ. Μαζί με άλλους ομότεχνους, ιδρύσατε πριν 12 χρόνια το ΠΟΙΕΙΝ, μια ιστοσελίδα, βασικά ποίησης με ίσως τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στην Ελλάδα, το οποίο, αφενός, εξελίχθηκε σε μια βάση λογοτεχνικών δεδομένων. Αφετέρου δίνει την ευκαιρία σε νέους λογοτέχνες να δημοσιοποιήσουν τις απόπειρες τους, το έργο τους, ενώ φιλοξενούνται και μεταφράσεις σπουδαίων αλλόγλωσσων ποιητών. Είναι αυτό προϊόν μια στάσης ζωής;

Απ. Ναι είναι μια στάση ζωής. Αυτή η ιστορία ξεκίνησε ως ένα προσωπικό μπλοκ. Σιγά σιγά εξελίχθηκε σε αυτό που είναι σήμερα με πάνω από τρεισήμισι χιλιάδες αναρτήσεις ως τώρα. Ο πρώτος που δημοσίευσα ήταν ο δεκαενιάχρονος τότε ποιητής Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Με ρωτάνε συχνά, λεφτά δεν παίρνεις, διαφήμιση δεν έχεις, γιατί το κάνεις; Το κάνω γιατί μ’ αρέσει! Εγώ «ήμουν των περιοδικών». Όπως ανέφερα, συνεργάστηκα με Το Δέντρο, μετά με το Πλανόδιο όμως κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι τα περιοδικά οδηγούνται σε αδιέξοδο. Ανακύκλωναν συνεχώς τους ίδιους ανθρώπους. Τα ίδια ονόματα. Σκέφτηκα λοιπόν ότι πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο. Με το ΠΟΙΕΙΝ πετύχαμε και στο συγχρονισμό, εμφανίστηκε την περίοδο όπου τα ιστολόγια απογειώνονταν. Στο Πανεπιστήμιο Κύπρου πριν λίγες μέρες μου έλεγαν οι καθηγητές ότι το ΠΟΙΕΙΝ στις διαδικασίες αναζήτησης από τους φοιτητές τους στο διαδίκτυο, βγαίνει συνήθως πρώτο. Όσον αφορά τις μεταφράσεις , πιστεύω φανατικά στη χρησιμότητα τους, είμαι και ο ίδιος μεταφραστής. Δεν αρκεί να έχεις μόνο πρωτογενή παραγωγή λογοτεχνίας, χρειάζονται και μεταφράσεις δικών σου και ξένων. Είναι ένα απόκτημα, ένας απίστευτος πλούτος.

Ερ, Καθιέρωσες τη στήλη Savoir Vivre για νέους λογοτέχνες, όπου δημοσιεύσεις συμπυκνωμένα κείμενα σου, άλλοτε καυστικά, άλλοτε παραινετικά. Τι θες να πετύχεις με αυτό;

Απ. Δεν ξέρω αν πετυχαίνω αυτό που θέλω. Στο χώρο της λογοτεχνίας δεν έχεις τη δυνατότητα να κάνεις πολλά λάθη. Κοιτάζω να υποδεικνύω τις κακοτοπιές στους νέους λογοτέχνες. Βάζω διάφορους ψυχαναγκασμούς στη γραφή μου, τοποθετώ εμπόδια στον εαυτό μου, αυτοπεριορίζομαι για να είμαι πιο ουσιαστικός.

Ερ. Πώς αξιολογείς τη λογοτεχνική παραγωγή στην Ελλάδα; Τους νέους που έρχονται, τους παλιούς που προσπαθούν, ίσως, να κρατήσουν τις θέσεις τους.

Απ. Οι περισσότεροι από τους παλιούς θα ήταν καλό να κάνουν λίγο στην άκρη. Ό,τι είχαν να πουν το είπαν, η γενιά του `70 έχει “πεθάνει” εδώ και πολλά χρόνια. Οι περισσότεροι μάλιστα έχουν σταματήσει να γράφουν και αυτό ήταν σωστό. Δεν μιλώ για όλους βεβαίως. Κάποιοι έβγαλαν και τα άπαντα τους, και όπως είπε και ο ποιητής μας Θανάσης Κωσταβάρας, για να βγάλεις τα άπαντα σου σημαίνει ότι αισθάνεσαι πως έχει τελειώσει. Είναι μια πράξη παραδοχής και ήττας. Υπάρχει μια άλλη αξιόλογη γενιά στην οποία ανήκουν ο Δάγλας, ο Λαλιώτης, ο Βλαβιανός, ο Μπλάνας, ο Ζέρβας κ.ά. Αλλά θέλω ειδικά να αναφερθώ στη γενιά των σαραντάρηδων-πενηντάρηδων, η οποία βρίσκεται στο ενδιάμεσο, είναι συμπιεσμένη και δεν έχει βρει τη στέγη της, είναι κάπου παραμερισμένη, διότι από πίσω έρχονται με φόρα οι νεότεροι και από μπροστά οι παλαιότεροι με γνωστό έργο. Η αναζήτησή μου για νέες φωνές, άρχισε με το ΠΟΙΕΙΝ, συνεχίστηκε με το βραχύβιο Αψέντι του μακαρίτη Γιώργου Δρανδάκη, και μετά την αποχώρησή μου από το Πλανόδιο το 2007 με τη Θράκα κι από το 2015 με τα Φτερά χήνας.
 
Η ΝΗΣΟΣ Χίος ως
παρωνυχίδα εισφρύει
κι επανέρχεται.
Με απομακρύνει ο κνησμός,
αρχαίος χρησμός
και παροξύνομαι.
Πρέπει ν’ απομακρύνθηκα πολύ.
Να φανταστείς,
πως εδώ που βρίσκομαι,
τη θάλασσα τη λένε Ιόνιο.
 


Ερ. Έχεις στραμμένο το βλέμμα στην κυπριακή λογοτεχνική παραγωγή. Τι βλέπεις;

Απ. Από το 2007 με έμπασε στο νόημα ο φιλόλογος Γιώργος Μύαρης. Ανάπτυξα φιλία με τον ποιητή Λεύκιο Ζαφειρίου, ο οποίος είναι και πολύ καλός γνώστης της κυπριακής λογοτεχνίας, ενώ συνείσφερε ο παλιός μου φίλος Μιχάλης Πιερής και ο πάντα έφηβος Γιώργος Χαριτωνίδης. Στην Κύπρο υπάρχουν πάρα πολύ καλοί ποιητές. Πολλοί από τη δική σου γενιά βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο. Δεν μιλώ μόνο για την ανθολογία που έκανε ο Βάκης Λοϊζίδης, όπου αποτυπώνεται το στίγμα τους/σας. Η γενιά σου, αγαπητέ κ. Χριστοδουλίδη, έχει ξεφύγει από τα συμπλέγματα που κατάτρυχαν την προηγούμενη γενιά, απελευθερωθήκατε, αποενοχοποιηθήκατε, εσύ, ο Καλοζώης, ο Μιχάλης Παπαδόπουλος, ο Βάκης Λοϊζίδης, ο Γαλάζης, ο Ρεούσης, η Νικήτα, ο Παναγιώτης Νικολαΐδης, η Ελένη Κεφάλα και άλλοι που ξεχνώ τώρα, έχετε κατακτήσει την τέχνη σας και προχωράτε, τραβάτε μπροστά την τέχνη σας.

Ερ. Ποίηση και ζωή. Ποια η επίδραση της στον ελληνικό χώρο του σήμερα;


Απ. Χάσαμε τη συνομιλία των τεχνών μεταξύ τους. Για να ανθίζει ο πολιτισμός, θα πρέπει να ακμάζουν όλες οι τέχνες. Δυστυχώς, επικράτησε η λανθασμένη αντίληψη ότι η ποίηση είναι μόνο για τους ποιητές, η ζωγραφική μόνο για τους ζωγράφους, η μουσική μόνο για τους μουσικούς κ.λπ. Σταμάτησε ο γόνιμος διάλογος μεταξύ καλλιτεχνών και αυτό γιατί η κάθε τέχνη πήρε ένα δικό της δρόμο, κλειστό, απομονωμένο, με κώδικες απροσπέλαστους. Αυτό είναι κατανοητό για την κάθε τέχνη ξεχωριστά, αλλά όχι για την αλληλεπίδραση. Για να υπάρξει μια χρυσή εποχή, αυτοί οι κώδικες πρέπει να ανοίξουν. Είμαι όμως αισιόδοξος διότι βλέπω ότι κατά κει πάει το πράγμα, προς μια συλλογική διεργασία των τεχνών μεταξύ τους. Κι εκεί, αφού μιλάμε κυρίως γι’ αυτήν, πιστεύω ότι η ποίηση έχει πάρα πολλά να δώσει.


Ερ. Έχεις συμπληρώσει μια πλούσια πορεία. Μεταφράστηκες, βραβεύτηκες. Σε τι άλλο προσδοκείς;

Απ. Στην επόμενη συλλογή. Δεν έχω στερέψει. Αφού κατάφερα και έφθασα στα 62...Προπονούμαι καλά όμως. Κάνω δίαιτα, είμαι νηφάλιος, προχθές στο πανεπιστήμιο δε, ήμουν εντελώς. Από παλιά πίστευα πως, αν δεν πιω δεν μπορώ να γράψω ή να δώσω διάλεξη. Είναι ένας μύθος τελικά.

Ερ. Ο Μπουκόφσκι θα διαφωνούσε μαζί σου...


Απ. Χα χα χα. Σίγουρα, αλλά δεν θα το μάθει, χα χα χα.


Ερ. Πώς προέκυψαν οι δυο εκδηλώσεις του Πανεπιστημίου Κύπρου για την ποίηση σου;

Απ. Η πρόσκληση αρχικά ήταν για το Colloquium, η δεύτερη εκδήλωση στις 17 του μηνός προέκυψε εντελώς τυχαία, αυθόρμητα εκ μέρους του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου. Τους ευχαριστώ. Στο Colloquium το απόλαυσα, ήταν κατά κύριο λόγο μεταπτυχιακές φοιτήτριες και φοιτητές, πρέπει να βλέπεις τον άλλο και ειδικά τους νέους στα μάτια όταν τους μιλάς, έτσι δεν ετοίμασα καμία ομιλία. Και ανέγνωσα τα ποιήματα μου όρθιος, όχι σκυμμένος στις σελίδες. Θυμάμαι τώρα τον Ρίτσο στον ιταλικό ινστιτούτο στην Αθήνα πως απάγγειλε από μνήμης.


Ερ. Είσαι  στην Κύπρο σε μια περίοδο όπου έχει αποφασιστεί να διδάσκεται και η τουρκοκυπριακή λογοτεχνία στα σχολεία. Γνωρίζω Τουρκοκύπριους λογοτέχνες που έχουν γράψει φοβερά ποιήματα κατά της κατοχής και υπέρ της κοινής συμβίωσης. Υπάρχουν όμως αντιδράσεις και ζητώ τη γνώμη σου.

Απ. Συνάντησα τον Τουρκοκύπριο ποιητή Μεχμέτ Γιασίν το 2006 στο Σεράγεβο. Εξαιρετικός ποιητής. Η λογοτεχνία είναι ένας τρόπος να γνωρίσουμε ο ένας τον άλλον και είναι τεράστιο λάθος να το αρνούμαστε. Τα χαϊκού ξέρεις πώς έγιναν της μόδας στη Δύση; Όταν έγινε η ιαπωνική επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, το αμερικανικό πεντάγωνο ανέθεσε σε έναν Ιαπωνιστή να μελετήσει την ιαπωνική λογοτεχνία. Αυτός τους παρέδωσε ένα τόμο 1100 σελίδων με χαϊκού. Έτσι έμαθαν με ποιόν είχαν να κάνουν. Αν θες να μάθεις κάποιον λαό, κοινότητα, μελέτα τη λογοτεχνία του.

Ερ. Μόλις μαθαίνω αυτή τη στιγμή πως το Νόμπελ Λογοτεχνίας δόθηκε στον Μπομπ Ντύλαν. Πως το σχολιάζεις;

Απ. Εδώ και χρόνια υποστηρίζω πως το επόμενο ελληνικό Νόμπελ πρέπει να δοθεί στον Διονύση Σαββόπουλο…Χαίρομαι ιδιαίτερα για το Νόμπελ στον τροβαδούρο που σημάδεψε όλη τη ζωή μου

Ερ. Η Κύπρος τι γεύση σου αφήνει κάθε φορά που έρχεσαι;

Απ. Συγκίνηση. Έχω πολλούς φίλους εδώ, έχω παντρέψει ανθρώπους. Συγκίνηση. Μόνο αυτό. Πήγα στην κατεχόμενη Λάπηθο με τον Γιώργο Χαριτωνίδη, έχω γράψει ποιήματα. Ανεξήγητη και βαθιά συγκίνηση, πιο έντονη κάθε φορά, γιατί το «θαύμα» έγινε τραύμα…

ΟΣΟ ΛΙΓΟΣΤΕΥΕΙ η ποίηση, άλλο τόσο
πληθαίνουν οι ποιητές της.
Όσο πιο δύσκολη γίνεται η αγάπη
τόσο περισσότερο εύκολα αναδεικνύονται
οι αγαπητικοί,
οι κατ’ επαγγελμα εραστές
κι ερωτευμένοι.

Βιογραφικό
-------------
Ο Σωτήρης Παστάκας γεννήθηκε το 1954 στη Λάρισα, όπου κι επέστρεψε το 2012. Σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη και Ψυχιατρική στο Δαφνί. Για τριάντα χρόνια εργάστηκε ως Ψυχίατρος στην Αθήνα. Έχει εκδώσει δεκατέσσερις ποιητικές συλλογές, ένα θεατρικό μονόλογο, ένα βιβλίο με δοκίμια και μεταφράσεις Ιταλών ποιητών. Το 2001 συμμετείχε στην ίδρυση της World Poetry Academy στην πόλη της Βερόνας, και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους έτυχε υποτροφίας από το Hawthodern Castle, International Retreat for writers, κοντά στο Εδιμβούργο. Έχει διαβάσει ποιήματα σε διάφορα Διεθνή Ποιητικά Φεστιβάλ (Σαράγεβο 2006 και 2011, Σαν Φρανσίσκο 2007, Ρώμη 2010, Σμύρνη 2012, Κάιρο 2013, Κωνσταντινούπολη 2014 κ.λπ.) Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων από το 1994 και έχει ιδρύσει διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Πέρα από εκδότης όμως είναι και ραδιοφωνικός παραγωγός και δάσκαλος βιωματικής γραφής. Έχει μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες και το βιβλίο του «Τριλογία» (εκδ. Παρουσία, 2012) κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 2015, με τον τίτλο «Food Line», σε μετάφραση Τζακ Χίρσμαν και Άγγελου Σακκή. Το πρώτο του βιβλίο με διηγήματα «Ο δόκτωρ Ψ και οι ασθενείς του» κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις Μελάνι. Τον Δεκέμβριο 2015 τιμήθηκε με το βραβείο Annibale Ruccello για την Ποίηση στο Τρίτο Φεστιβάλ του Teatro Stabia. Στις 5 Φεβρουαρίου 2016 ανακηρύχθηκε νικητής στο διαγωνισμό Ritratti di Poesia από τη Fondazione Roma. Την άνοιξη του 2016 κυκλοφόρησε μια προσωπική του ανθολογία ποιημάτων (1986-2016) στα Ιταλικά με τίτλο "corpo a corpo" από τις εκδόσεις Multimedia της Casa della Poesia.