Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

ΣΚΟΤΑΔΙΑ ΚΑΙ ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ

Πριν κάμποσα χρόνια, ένας καλός φίλος, μου είχε ζητήσει να δω τα ποιήματα του. Ετοιμαζόταν να εκδώσει την πρώτη του συλλογή. Τα διάβασα. Του είπα όσο πιο ευγενικά μπορούσα “θέλουν δουλειά'. Ο φίλος, ξέγινε από φίλος μου, δεν μου ξαναμίλησε, όμως δεν εξέδωσε ποτέ καμιά συλλογή.
Δεν μου λείπει, αλλά συχνά θυμάμαι το αιχμηρό του χιούμορ για τα πράγματα.
Ποιός ήμουν όμως εγώ για να τον κρίνω; Γιατί να μην τον ενθαρρύνω με ένα ψέμα που δεν θα μάθαινε κανείς ότι ειπώθηκε; Μήπως απέτρεψα τη γέννηση ενός μελλοντικά αξιόλογου ποιητή ή έπραξα σωστά “προστατεύοντας' την ποίηση από -μια ακόμη- εστία ρύπανσης;
Αυτά με ταλάνιζαν για λίγο καιρό, ώσπου και κατάλαβα: από τέτοιες ιστορίες μπορεί κανείς κάτι να μάθει, όπως το ότι, αν διαθέτεις, ή, αν οι άλλοι πιστεύουν ότι διαθέτεις μια υποτυπώδη δυνατότητα κρίσης, είναι κρίμα να μην την ασκείς ενίοτε δημοσίως ή ιδιωτικώς.
Ας είναι λάθος κάποτε η κρίση σου, το να λουφάζεις ή το χειρότερο, μονίμως να εξωραΐζεις την ασχήμια για να μην ταράξεις κάποιον κύκλο, να μην χαλάσεις κάποια σχέση, δεν είναι πρέπον και μάλλον παραπέμπει σε μια εθελούσια πνευματική λοβοτομή, σε ένα κοινωνικό ευνουχισμό ή ακόμη, σε μια ωμή συνενοχή στην υπόθεση διαιώνισης της μετριοκρατίας αλλά και της ημετεροκρατίας που κυριαρχεί στα λογοτεχνικά και δη στα ποιητικά πράγματα.
Παραπλεύρως και ολόγυρα λοιπόν της ποίησης, αυτής της εκρηκτικής -στις καλύτερες τις εκφάνσεις- χημικής ένωσης ανθρώπου και λόγου, είναι η αλήθεια η δική μας για την ποίηση και τι τη συνιστά τέτοια.
Η ευθύνη μας απέναντι στο ψέμα που βλέπουμε να οχληρεί και εν τέλει να επιτυγχάνει καθημερινούς θριάμβους-πρόσκαιρους έστω-, η ευθύνη μας να μην μένουμε σιωπηλοί.
Οχι σιωπηλοί- στη, δίκην πνευματικής θανατικής καταδίκης, αποσιώπηση και εν τέλει κατασίγαση σημαντικών ανανεωτικών φωνών και της σαγηνευτικής πρωτοτυπίας που εκπέμπει ο λόγος τους. Οχι σιωπηλοί- στην χυδαία αυτοδιακίνηση/ετεροδιακίνηση κατασκευασμένων εκδοτικά/μιντιακά ποιητικών “αυθεντιών' που διαιωνίζουν το εγωκεντρικό τους τίποτα και μαζί, μια επικίνδυνη διασάλευση του αυθεντικού αισθητικού κριτηρίου.
Οχι σιωπηλοί- μπροστά σε εκείνους που αφού ξεμπέρδεψαν με τα υπόλοιπα, μια μέρα καλοείδαν την ποίηση ως ευπρόσιτο μεταφορικό μέσο ανάδειξης και κοινωνικής καταξίωσης της χωρίς ιδιαίτερα χαρίσματα ύπαρξης τους, διότι ποτέ δεν είχαν την πολιτισμική επάρκεια/παιδεία να αντιληφθούν πως πραγματική διάκριση είναι ό,τι επιτυγχάνεται άνευ της συνδρομής κάποιου καλοστημένου σχεδίου. Που χρειάζονται πολλούς να “εκφραστούν' για το “έργο' τους επειδή αυτό δεν δύναται να μιλήσει αφ’ εαυτού, να δώσει αποτύπωμα. Αλλά και επειδή δεν μπορούν να βρουν κάποιον δεσμευμένο στην αλήθεια της ανιδιοτέλειας του για να τους εκθειάσει.
Οχι σιωπηλοί- στο πως σε κατακαίει η ποίηση, μια πορεία μέσα από ασίγαστες και αδάμαστες πυρκαγιές του χρόνου, πορεία όχι αλεξίπυρη, αλλά πυρπολημένη και μια και δυο και τρεις φορές.
Που δεν περατώνεται από τη φυσική ολοκλήρωση του γήινου βίου του ποιητή, τουναντίον, γιγαντώνεται.
Ας στηρίξουμε λοιπόν εκείνους που οι ιδέες τους, οι στίχοι τους, φυτρώνουν σε αυτό το άγονο έδαφος. Ας γίνουμε όχι οι κηπουροί των σπόρων τους, αλλά το εύφορο χώμα της άνθησης τους. Ας μιλήσουμε για εκείνους που χαϊδεύουν άφοβα ή φοβισμένα το σκοτάδι όχι για εκείνους που το αποτελούν.
*Ο ποιητής έχει παντού φίλους. Υπάρχει στις καρδιές των άλλων. Είναι μόνος του και δεν είναι. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχει συναντήσει ποτέ και εν τούτοις είναι μαζί τους. Είναι αθώος, εν τέλει. Πως να το πω πιο απλά… Είναι ένας αδέκαρος που πληρώνει τα χρέη των άλλων…'
Γιώργος Δάγλας, συνέντευξη στα Φτερά Χήνας

*Πανταχόθεν γύρω μας νεκροί κι εμείς γράφουμε για ποίηση. Μήπως είμαστε αναίσθητοι;

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΘΕΥΦ - ΕΞΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εξι ανέκδοτα ποιήματα μου που ανάγονται σε παλιές και νεότερες εποχές, δημοσιευμένα στην τελευταία έκδοση του έγκριτου λογοτεχνικού και κυρίως, θεσσαλονικιού, περιοδικού ΘΕΥΘ. Τους ευχαριστώ (ιδιαιτέρως την ομότεχνη Ζωή Σαμαρά)

ΑΠΡΙΛΗΣ

Τα ξεχασμένα παιδιά
κλωτσάνε μια μπάλα
στην αυλή του σχολείου.
Είναι 3 και 30 ακριβώς
ο ήλιος τέτοιο μήνα είναι συμπονετικός
καψώνει όμως σιγά σιγά
ένα μετά το άλλο
τα ηλιοστάσια του.
Το ξανθό κορίτσι
η μικρή κλειδούχος
ανοίγει παραφυλώντας το κάγκελο
και τρέχει προς τα έξω
για να φέρει κάτι ασήμαντο.
Η πόρτα μένει μισάνοιχτη
ένα παιδί την βλέπει και προλαβαίνει
βγαίνει από τα όρια
και γίνεται σύννεφο
ένα άλλο παιδί κάνει το ίδιο
και γίνεται αστραπή
τα άλλα παιδιά γίνονται σταγόνες και άνεμοι
τα παιδιά πολλαπλασιάζονται
τα παιδιά εξαϋλώνονται.
Κάπως έτσι
εκείνη την ηλιόχαρη μέρα
ξέσπασε
πάνω από την αυλή του σχολείου
μια αλλόκοτη καταιγίδα.
-------
ΤΟΛΜΗΡΟΣ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ
Κάθομαι γυμνός στο παγκάκι της κόλασης
και είναι νύχτα
όμως το σκοτάδι δεν μ αγγίζει.
Κάθομαι διάφωτος
στο παγκάκι της κόλασης
και καταυγάζω την αποτρόπαια νύχτα
επειδή
οι σκέψεις μου
τα πάθη μου
η οδύνη μου
μπορούν πια
να παίξουν
με τους δαίμονες
να τους στριμώξουν
για κανένα-δυο γύρους.
Είμαι γυμνός
αλλά στολισμένος ταυτόχρονα
-σαν επιτάφιος
και σχεδόν θαρραλέος
για κάποια λεπτά.
-------
ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Πήγαμε και χθες σε κηδεία
και ήταν υπέροχα.
Οι μαυροφορεμένοι
μαυροφορεμένοι
οι περισσότερο πενθούντες
οι ελαφρώς θλιμμένοι
οι σοβαροί με τα μαύρα γυαλιά
οι καθηκόντως παρευρισκόμενοι
ο παπάς με τα γυναικεία εσώρουχα
ο στρωτός δήμαρχος
ο στρογγυλός κοινοτάρχης
ο αξιότιμος βουλευτής
με τον τραπεζικό του λογαριασμό
τα μαύρα πουλιά
οι νυχτερίδες- αυτά τα θαυμάσια κατοικίδια
και ο πεθαμένος στη θέση του
ξαπλωτός με ραμμένα βλέφαρα
φορούσε το καλό του κοστούμι
γαλήνιος, μέχρι την ώρα
που το άρωμα μιας άγνωστης γυναίκας
πλημμύρισε αιφνιδιαστικά το ναό
μιας γυναίκας όλο ψυχή και σάρκα
μιας αχαλίνωτης γυναίκας
κατά λάθος ζωντανής μεσ' στους νεκρούς
έκανε να σηκωθεί ο πεθαμένος
αλλά κανείς δεν του άνοιγε το φέρετρο
κανείς περίλυπος
δεν άνοιγε το φέρετρο στον πεθαμένο.
-------
ΜΟΝΟ ΤΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Απόψε δεν θα γράψω κανένα ποίημα
διότι το έχεις γράψει εσύ.
Ετσι όπως άστραφταν και ανοιγόκλειναν τα μάτια σου
γράφτηκε το ποίημα
και δεν χρειάστηκε πολλή μαεστρία
μόνο του ράγισε το τσόφλι
και ξεμύτισαν οι στίχοι.
Και ήταν το πιο ωραίο ποίημα
γιατί άρχισε να ιστορεί με λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ
τα 100 χρόνια σιωπής
που θα περάσουν
μέχρι να ξανασυναντηθούμε.
-------
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΧΤΥΠΙΕΤΑΙ ΣΤΑ ΤΟΙΧΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΜΟΥ
Πρέπει κάτι να της έχει συμβεί
διότι οι τοίχοι του σπιτιού της είναι γυμνοί.
Μια φωτογραφία στο πάτωμα
την δείχνει νέα
να χαϊδεύει κάποιον.
Φορούσε μαύρο σκουφάκι
και είχε φυτεμένα
-από χέρι θεού-
ίσια καστανά μαλλιά.
Όμως ως εκεί
καμιά άλλη απτή απόδειξη ότι υπήρξε.
Από το διαβατήριο του χρόνου
λείπει το όνομα της
από τη μυστική γεωμετρία του κήπου
τα δάκτυλα της
με τα παράξενα ρόδα στις απολήξεις
και τα κρίνα που ξεπετάγονταν
από τα στήθη της όταν τα γαργαλούσε
ο κισσός.
Η απουσία της-
κουκούλι
που μεταξώθηκε
από άδειο.
Ανατρέχω σε παλαιότερη Άνοιξη
σε κακογερασμένο Μάη
και με χαρακώνει
μια λεπιδοφόρος κραυγή.
Η φωνή της
-συρματωμένη
στην ενδότερη μνήμη μου
χτυπά σαν χαλασμένο παραθυρόφυλλο
τα αραχνένια της τοιχώματα
πληγιάζεται
θέλει να τα σπάσει
να εισέλθει
στο σφραγισμένο δωμάτιο
της λήθης.
------
ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ
Κάθομαι στην άκρη μιας λίμνης
και ήρεμα κύματα βρέχουν τα πόδια μου
Τα κύματα της λίμνης είναι πάντα ήρεμα
δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν
οι νεκροί τους είναι λίγοι
τυφλοί δύτες τους ανασύρουν προσεκτικά
στα κρεβάτια του ουρανού.
Κάθομαι στην άκρη της λίμνης
και είμαι πια βέβαιος
ότι κάποιος τα ‘χει κάνει όλα καλύτερα
πιο ψυχρά, με δάκρυα κρυστάλλινα σαν σταλακτίτες
και τη αποφασιστικότητα του ρωμαλέου:
ο ξυλοκόπος που χτυπάει το δέντρο στην καρδιά
ο ψαράς χαϊδεύοντας το βγάζει τα μάτια του ψαριού
η ηχώ που μου επιστρέφει
ουρλιαχτά καλύτερά απ εκείνα που τις έδωσα
τα αόρατα χέρια του θεού
-το ένα βάφει κόκκινα τα αυγά του Πάσχα
και τα’ άλλο χτυπάει με λύσσα Το καρφί
να σπάσει
τον αστράγαλο του γιου του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΔΗΣ