Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

DENIS MONTEBELLO: ΣΕ ΠΟΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ ΠΡΟΣΚΑΛΕΙ ΤΟΥΤΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ;


Γιώργου Χριστοδουλίδη, Πληγείσες Περιοχές (2016) , Zones sinistrées (20 septembre 2016 )
Αν το παιδί κατέχει σημαντική θέση σε αυτό το βιβλίο, ουσιαστικά την πρώτη, και όχι μόνο σε χρονολογική σειρά, είναι επειδή πάνω του, πάνω στους εύθραυστους ώμους του, εναποτίθενται όλα: το βάρος της ιστορίας και η ευθύνη να την καταγράψεις, να γράψεις μια καινούρια ιστορία με τα χέρια του, που «μαυρίζουν πίκρα», δίχως να φοβάσαι πως θ’ αποτύχεις. Επτά ποιήματα είναι αφιερωμένα στο παιδί, απ’ τα οποία το εξής:

Δουλειές του ποδαριού
στον Θεόδωρο
Ο γιος μου
δουλεύει στα σίδερα
έρχεται κατακομμένος
δουλεύει γκαρσόνι
για τα φιλοδωρήματα
τον λιώνουν τα βλέμματα
ο γιος μου κάνει θελήματα
πεθαίνει ο ήλιος μέσα του.
Ο γιος μου μαζεύει ελιές
μαυρίζουν πίκρα τα χέρια του.
Είναι καλός ο γιος μου
ομορφόπαιδο
όλοι τον αγαπούν.
Κάποτε τον φωνάζουν
και σε άλλες δουλειές
κάποτε
τον φωνάζουν
από τους ουρανούς
να κάνει τον άγγελο
να ανεβάσει τους πληγωμένους.


Το παιδί αυτό κάνει τον άγγελο, τον αγγελιαφόρο. Μεταφράζει ένα κείμενο, που το πρωτότυπό του έχει χαθεί, το πρωτότυπό του δεν υπάρχει. Είναι ποιητής.

Ο άγγελος διεκπεραιώνει μεταφορές ανάμεσα σε ουρανό και γη. Κι αν έχει πέσει, όπως ο Σωτήρης απ’ το δέντρο του...

Φτηνά τη γλίτωσε ο Σωτήρης

Όταν ο Σωτήρης έπεσε από το δέντρο
νομίσαμε πως την έπαθε άσχημα.
Δεν ξέραμε τότε τι θα πει θάνατος, είχαμε μόλις
γεννηθεί.
Υποψιαζόμασταν πως κάτι κακό συνέβη
αρκούσε να δει κανείς πως θόλωσαν τα μάτια του
κι έμεινε ακίνητος στο σημείο της πτώσης.
Μετά η μνήμη δεν βοηθά ρίχνει μαύρο ως συνήθως,
σαν να μου λέει “πέρασε πολύς καιρός από τότε
να εστιάζεις στα κοντινά”.
Μετακομίσαμε, δεν τον ξανάδα τον Σωτήρη
πάντως πρέπει να τη γλύτωσε φτηνά από εκείνη
την πτώση
να επέζησε
γιατί όπως έμαθα αργότερα
τον σκόρπισε μια οβίδα στον πόλεμο) είναι για να βοηθήσει εκείνους που δεν είχαν την τύχη του. Εκείνους «που φτηνά την γλίτωσαν», που ξανασηκώθηκαν μετά την πτώση. Τους «όχι πραγματικά σκοτωμένους». Τους επιζώντες. Διότι δεν είναι θύμα, ένας άγγελος είναι που αποκοιμήθηκε. Αυτός προσηλώνεται. Κοιτάζει προς τα πίσω. Έτσι γίνεται κανείς προφήτης στη χώρα του. Σ’ αυτή την πόλη όπου βασιλεύουν οι νεκροί «κανείς πια δεν ξέρει καλύτερα το μέλλον/από τους νεκρούς». Τούτος ο «προφήτης που κοιτάζει προς τα πίσω», είναι ο ιστορικός κατά τον Βάλτερ Μπένιαμιν. Στον Άγγελο της Ιστορίας – Angelus Novus –τον πίνακα του Πάουλ Κλέε – το πρόσωπό του είναι στραμμένο στο παρελθόν, μα μια καταιγίδα μαίνεται μέσα απ’ τον παράδεισο και τον μεταφέρει προς το μέλλον.

Σε ποια μυστηριώδη συνάντηση μας προσκαλεί τούτο το βιβλίο; Ανάμεσα στις γενιές που πέρασαν και τη δική μας. Τι διεκδικούν αυτά τα ονόματα που αναδύονται απροσδόκητα, τι απαιτούν από μας; Κι εμείς τι παίρνουμε απ’ αυτούς; Ποιο μυστικό σινιάλο; Ποιαν αχνή ανάσα; Θα μεταμορφωθεί άραγε σε πρόσταγμα, εντολή, και για ποιο λόγο; Για ν’ αντιδράσουμε; Να μεταδώσουμε; Να διαβάσουμε; Αυτό ακριβώς κάνουμε όταν σταματάμε μπροστά σε μια εικόνα. Καρφώνουμε με το βλέμμα. Προσπαθούμε να εμποδίσουμε την «εξαφάνιση των αμυδρών προσώπων», να την αναβάλουμε. Πασκίζουμε να ανακαλέσουμε τα πρόσωπα εκείνων που είδαμε μόνο μία φορά για να φτιάξουμε «μιαν υποφερτή απώλεια».

Το παιδί έχει μεγαλώσει, έχει τώρα γίνει μια όμορφη φοινικιά...
Η φοινικιά

Τυχαία πριν από χρόνια
βρήκα μια φοινικιά πεταγμένη
στο περβόλι του πατέρα
ήταν δεν ήταν όσο το χεράκι ενός παιδιού
μην τη φυτέψεις χαμένος κόπος
μου είχε πει
δεν τη βλέπεις;
Την πήρα και τη φύτεψα.
Αν έρθει κανείς τώρα στον κήπο μου
θα δει μια θεόρατη φοινικιά
να ρίχνει κλαδιά στην αυλή του γείτονα
και να τραγουδά
κι όταν με ρωτούν πόσα παιδιά έχω
λέω πέντε και το ένα παραλίγο να πεθάνει.


...μια ωραία περιπέτεια, ένα καράβι που φεύγει.



Όμως
το καράβι που φεύγει
το καράβι που απομακρύνεται
είναι φορτωμένο τη μνήμη μου.”
Ούτε η αγάπη απουσιάζει απ’ τις «Πληγείσες Περιοχές». Η γυναίκα, «τόσο αστραπιαία». Η ποίηση, ακόμη κι «μπορούσαμε να δώσουμε κάτι περισσότερο», «να μην τα παρατούσαμε τόσο εύκολα». Την αγάπη την μαζεύουμε σαν τους καρπούς της μουσμουλιάς. Όπου επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια. Και δεν αισθανόμαστε λιγότερο θνητοί.


Η δική μου φοινικιά είναι συνομήλικη της κόρης μου – της δεύτερης – κι είναι λίγο να πω πώς μ’ έχει ξεπεράσει σε ύψος. Δίνει καρπούς που δεν θα κόψω, ακόμη κι αν μπορούσα να τους φτάσω. Δεν θα γίνουν ποτέ χουρμάδες. Δεν θα έχουν ποτέ τη γλυκάδα των μούσμουλων της Νάπολης, των «μέσπιλων» της Κύπρου. Τα κλαδιά της θα δώσουν βάγια, κι άλλα τόσα παρακλάδια, μα μη βασιστείτε πάνω μου πως θα τα ευλογήσω. Ούτε πάνω στην ψαλίδα μου να βασιστείτε, παρά το τηλεσκοπικό της κοντάρι, μήκους 4.10 μέτρων. ούτε στη σκάλα που αβρά μού δανείζει ο γείτονας. Ούτε στον κλαδευτή που θα μου χτυπήσει την πόρτα. όσο κι αν επιμένει, δεν πρόκειται να πληρώσω για να πάθει ηλεκτροπληξία. Τι κι αν το δέντρο μου δεν θα είναι ευπαρουσίαστο όταν θα προσγειώνεται στον ουρανό; Τι κι αν εμφανιστεί ατημέλητο; Θα πουν για τον κήπο μου πως δεν είναι άψογος, και θα’ χουν δίκιο. Ότι έρχομαι με άδεια χέρια. Μα ξέρω τι να απαντήσω, ποιαν δικαιολογία να βρω, μ’ αυτό το ξύλο που αναγκάστηκα να κόψω προτού του επιτεθεί το τρυπάνι.

* Ο Denis Montebbello είναι Γάλλος συγγραφέας, μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και ποιητής, με πλειάδα βιβλίων στο ενεργητικό του και χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης στη χώρα του. Συχνά, πηγή έμπνευσης του για να γράψει αποτελούν συνήθη διατροφικά είδη στα οποία με τρόπο μοναδικό προσδίδει λογοτεχνική μορφή. Διαμένει στη πόλη La Rochelle

Μετάφραση από τα γαλλικά: Δ. Πυρκεττή


 FRENCH TEXT 



Si l'enfant occupe une grande place dans ce livre, la première et pas seulement dans l'ordre chronologique, c'est que sur lui tout repose, sur ses frêles épaules, le poids de l'histoire et la charge de l'écrire, d'en écrire une nouvelle, « avec ses mains noires d'amertume » et en ne craignant pas d'échouer. Sept poèmes lui sont consacrés, dont celui-ci.
Petits boulots

À Theodoros


Mon fils 

travaille chez un ferrailleur

il rentre brisé

il travaille comme garçon de café

pour les pourboires

les regards le détruisent

mon fils rend des services

le soleil meurt en lui.

Mon fils récolte les olives

ses mains noires d'amertume.

Mon fils est bon

et beau

tout le monde l'aime.

On l'appelle parfois

pour d'autres travaux

et parfois

on l'appelle du ciel

pour faire l'ange

et monter les blessés.
Cet enfant fait l'ange. Le messager. Il traduit un texte dont il a perdu l'original, dont l'original n'existe pas. C'est un poète.
L'ange fait la navette. Entre le ciel et la terre. S'il est tombé, comme Sotiris de son arbre, c'est pour aider ceux qui n'ont pas eu sa chance. Ceux qui l'ont échappé belle, qui se sont remis de leur chute. Les pas tués pour de bon. Les survivants. Car il n'est pas une victime. Un ange endormi. Lui, il a les yeux écarquillés et il regarde. Il regarde en arrière. C'est ainsi qu'on est prophète en son pays. Dans cette ville dont les morts sont les rois, « nul désormais ne connaît mieux l'avenir que les morts ».
Ce « prophète qui regarde en arrière », c'est l'historien. Selon Walter Benjamin. L'Ange de l'Histoire -l’Angelus Novus, le tableau de Paul Klee-, son visage est tourné vers le passé, mais une tempête s’est levée, venant du Paradis, elle l’emporte vers l’avenir.
À quel rendez-vous mystérieux nous convie ce livre? Entre les générations passées et la nôtre. Que réclament-ils, ces noms surgissant à l'improviste, qu'exigent-ils de nous? Et qu'en recevons-nous? Quel indice secret? Quel faible souffle? Et se transformera-t-il en impératif, en injonction, et à quoi? Agir? Transmettre? Lire? C'est ce que nous faisons, avec les images devant lesquelles nous nous arrêtons. Nous les fixons. Nous essayons. D'empêcher la « disparition des visages flous ». De la retarder. Ceux qu'on n'a vus qu'une fois, nous tâchons d'évoquer leur visage: « pour bricoler une perte tolérable. »
L'enfant a grandi, c'est maintenant un beau palmier. Une belle aventure. Un bateau, et il s'en va.
« Oui mais

le bateau qui s'en va

le bateau qui s'éloigne

porte ma mémoire. »
L'amour n'est pas absent de ces Zones sinistrées. La femme, le temps d'un éclair. La poésie, même si nous pouvions donner un peu plus, ne pas laisser tomber si vite. L'amour, on le cueille comme les fruits du néflier. Ou il vient après bien des années. On ne se sent pas moins mortel.
Le palmier


Il y a des années par hasard

dans le jardin de mon père

j'ai trouvé par terre un palmier 

pas plus grand qu'une main d'enfant

à quoi bon le planter

m'a-t-il dit

tu ne le vois pas?

Je l'ai pris et l'ai planté.

Si aujourd'hui l'on vient dans mon jardin

on verra un palmier immense

jusqu'à la cour du voisin lançant ses branches

et il chante

et lorsqu'on me demande combien j'ai d'enfants

je dis cinq dont l'un a failli mourir.
Mon palmier a l'âge de ma fille -la seconde-, et c'est peu dire qu'il me dépasse. Il porte des fruits que je ne cueillerais pas, si je pouvais les atteindre, ils ne seront jamais des dattes. Ils n'auront jamais le goût des nèfles. De celles qu'on cueille à Naples ou à Chypre. Ses branches, elles feront les Rameaux, et d'autres encore, et il ne faudra pas compter sur moi pour les bénir. Ni sur ma cisaille, malgré son manche télescopique étirable jusqu'à 4.10 mètres, ni sur l'échelle que me prête gentiment un voisin. Ni sur l'élagueur qui sonnera à ma porte, il aura beau insister, je ne paierai pas pour qu'il s'électrocute. Tant pis si mon arbre n'est pas présentable au moment d'aborder le ciel. Tant pis s'il paraît échevelé. On dira de mon jardin qu'il n'est pas impeccable, et on aura raison. Que j'arrive les mains vides, mais je sais quoi répondre, quelle excuse trouver, avec ce buis que j'ai dû couper, avant que la pyrale ne l'attaque.
Zones sinistrées

Yorgos Christodoulidis

Traduit du grec par Michel Volkovitch

Le miel des anges

Septembre 2016