Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

KOYBENTA ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΣΟ ΓΑΛΑΤΗ



Πόσοι μας ξέρουν πραγματικά; H μάνα μας. Αυτοί/-ες που μας ερωτεύτηκαν. Και όσοι μας διάβασαν. Η μάνα μας, επειδή μας γέννησε. Όσοι/-ες μας ερωτεύτηκαν, επειδή μας ξαναγέννησαν. Και εκείνοι που μας διάβασαν, επειδή, γεννηθήκαμε ακόμα μια φορά, μέσα τους. Τολμώ να πω, λοιπόν, ότι ξέρω τον Τάσο Γαλάτη, τον ποιητή, για τον τρίτο λόγο. Τον διάβασα και τον ένιωσα να ξαναγεννιέται μέσα μου.

Ὁ σημειωμένος

Πάει καιρός πού ἡ Μερόπη
μέ κοιτάζει ἐξεταστική καί ἀνήσυχη
καρφώνοντας συχνά πυκνά τό βλέμμα στά πόδια μου
κι ὕστερα θυμιατίζει
καί μέ ραντίζει μ’ ἅγιο μύρο ἀπό τήν Πειρήνη
μά πιό πολύ αὐτός πού μέ παιδεύει
μέ τήν καχυποψία τού καί τούς ὑπαινιγμούς του
εἶναι ὁ Πόλυβος.
Καί ποῦ γυρνᾶς, ποῦ γύριζες ὁλημερίς
ἀπό τή μιά θάλασσα στήν ἄλλη
πεζοπορώντας ὡς τό Λέχαιο καί τίς Κεχριές
τί γυρεύεις, τί ζητᾶς
στίς ἐρημιές καί στά λιμάνια.
Μά ἐγώ μιλιά δέ βγάζω
τί νὰ πῶ, πῶς νά τό πῶ
τί ἐξηγήσεις νά ἀπαιτήσω
γιατί ὄχι πιά ψιθυριστά πίσω ἀπό τήν πλάτη μου
ἀλλά κατάμουτρά μοῦ τό πετᾶν
ὁ μπάσταρδος, ὁ μοῦλος, ὁ σημειωμένος.

Τον συνάντησα πρώτη φορά, καταϊδρωμένο από την αφόρητη ζέστη, το 2013 στη Sete της Νοτίου Γαλλίας, όπου συνυπήρξαμε για μια εβδομάδα στο πλαίσιο του Voix Vives de Méditerranée en Méditerranée, ενός σημαντικού διεθνούς ποιητικού φεστιβάλ.
Βρεθήκαμε δεύτερη φορά πριν από μερικές εβδομάδες στο Σύνταγμα. Μου φάνηκε δακρυσμένος, δεν ήταν όμως, αν και στα μάγουλα του είχαν σκάσει δυο αχνές γραμμές. Μάλλον η βιασύνη να μην αργήσει στο ραντεβού μας, του είχε προκαλέσει ασυναίσθητη ενδακρύωση! Η οποιουδήποτε είδους αργοπορία, για την ιδιοσυγκρασία ενός συνεπέστατου, σαν ο Γαλάτης, ανθρώπου, ήταν αδιανόητη! Διέκρινα όμως και μια άλλης μορφής συγκίνησης, απροσδιορίστου τροφοδότησης. Συγκινημένος από το ότι θα συναντούσε αυτόν τον απρόσκλητο, στην Αθήνα, επισκέπτη (εμένα); Από την αμφιλεγόμενη υπόθεση, ότι η διαδρομή από τη μέρα που συναντούμε για δεύτερη φορά, τον ίδιο προσφιλή άνθρωπο, είναι ο χρόνος που έχει διανυθεί από την πρώτη; Κι έτσι, θα μπορούσα εξωφρενικά να ισχυριστώ, σε μια τέτοιαν περίπτωση, «έκανε τρία χρόνια ο Γαλάτης για να διανύσει την απόσταση Υπουργείο Αμυνας-Σύνταγμα, κι εγώ άλλα τρία τη διαδρομή Λάρνακα-Αθήνα»…
Με οδηγεί παραδίπλα, «εδώ ήταν του Καραγάτση» μου λέει, ένα εντυπωσιακό νεοκλασικό κτίριο. Καθόμαστε για καφέ. Γράφει ποιήματα από τα γυμνασιακά του χρόνια, αρχίζει να θυμάται, σε μια μη-συνέντευξη-, κουβέντα ήταν, μην νομίσετε, ανάγκη να μιλήσω με κάποιον που θα με πραγμάτωνε ξανά για λίγη ώρα. Έγραφε, λοιπόν, ποιήματα από τότε, επηρεασμένος από τα παιδικά περιοδικά , Ο θησαυρός των παιδιών, Το Ελληνόπουλο που δημοσίευαν και εργασίες των αναγνωστών τους. Φιλοδοξούσε να γράψει κάτι ανάλογο χωρίς να διαθέτει, όπως ομολογεί, τη γνώση του τι εστί ποίηση. «Νόμιζα ότι ποίηση είναι τα ωραία λόγια και οι ωραίοι στίχοι. Πολύ αργότερα συνειδητοποίησα την ιδιαίτερη βαρύτητα που έχει ο ποιητικός λόγος».
Τον ρωτώ αν έχει αποκηρύξει πρώτα ποιήματα και μου απαντά ότι δεν υφίσταται λόγος, από μόνα τους εκλείπουν αφού έχουν συνεισφέρει αυτά που έπρεπε. Αρχισε με πρωτόλεια μάλλον λυρικά, όπως οι περισσότεροι, αλλά γρήγορα πέρασε σε αυτό που τον καθόρισε ως ποιητή. «Από το τρίτο μου βιβλίο και ύστερα, «Τα Παροράματα», η ποίηση μου γίνεται απόλυτα βιωματική. Άλλο να γράφεις ποιήματα και άλλο ΠΟΙΗΣΗ, σκέφτομαι… «Εκεί στο τρίτο μου βιβλίο, υπάρχουν μερικά από τα καλύτερα μου ποιήματα. Όμως η στροφή μου προς τη βιωματικότητα μπορεί να ανιχνευθεί και μέσα από μερικά ποιήματα των πρώτων δυο μου βιβλίων Ἡ μυθολογία τοῦ δάσους, Κοινόβιο.
Αλλάζω λίγο την υφή της κουβέντας. Ξετυλίγω το κουβάρι των αναπάντητων ερωτημάτων. Υπάρχει νομοτέλεια στην ποίηση; Υπάρχουν ίχνη που δείχνουν το δρόμο που σου έχει ανατεθεί να διανύσεις, μου απαντά, όχι έτσι ακριβώς, αλλά κάπως έτσι και αρχίζει να απαγγέλλει ένα τέτοιο ποίημα-αποτύπωμα των μελλοντικών βημάτων:

Egretta alba

Τώρα ὁ καιρός μέ τή χρυσαλλίδα παίζει
καί τόν ἐρωδιό ἐρωτεύεται.
Στήν πλαγιά μέ τά κούμαρα
θά σᾶς συναντήσω πάλι,
ὦ φίλοι,
πού σᾶς παραπλάνησαν οἱ ἀετοί,
μή μ’ ἀποπαίρνετε
ἀπό κεῖ ψηλά,
ξέρω γιά νά σᾶς πῶ
τίς περιπέτειες ἑνός ἐντόμου∙
τάχα, δὲν εἶναι ἀρκετό,
τήν εἴσοδό μου στό δάσος
νά προετοιμάσω…

Επιχειρώ μέσα από μια αδέξια όσον αφορά την μακρυγορία της ερώτηση να ψαχουλέψω την τραυματικότητα της ποίησης του, και καταλήγω μέσα από πολλή προσπάθεια, πως βλέπω πολλή τέφρα να αναδεύεται και πολλά ανεπούλωτα να αιμορραγούν ακόμα. Η ποίηση επουλώνει ή δεν επουλώνει τελικά, καταλήγω πριν μου κοπεί η ανάσα.
«Δεν επουλώνει τίποτα, απλώς κάνει βιώματα και τραύματα πιο υποφερτά» μου απαντά και θυμάται στίχους του Καβάφη από την «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου∙ ποιητού εν Kομμαγηνή∙ 595 μ.X.»
…Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα∙
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.
Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι. –
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε -για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή».
Τον Τάσο Γαλάτη τον χάραξε η ταραγμένη δεκαετία του ’40. Από Τα παροράματα και εντεύθεν, η ποίηση του εκκινά μεν από το παρόν αλλά στρέφει τους οδοδείκτες της προς το παρελθόν και κυρίως σε εκείνη την δεκαετία.
Επτά χρονών, με την απελευθέρωση, έζησε βιώματα οικογενειακά και κοινωνικά, που τον σημάδεψαν. «Δεν είχα βεβαίως πλήρη συνείδηση του τι συνέβαινε», παραδέχεται, «όμως η πραγματικότητα εκείνη, η πραγματικότητα του εμφυλίου έτσι κι αλλιώς με χάραξε, όπως χάραξε και την πορεία της πατρίδας και του έθνους μέχρι σήμερα».
Του υποβάλλω ότι από μια «ποιητική ηλικία» και μετά, παύουμε ή τουλάχιστον, εγώ έπαυσα να αναζητώ ποιητές, αλλά ποιήματα. Με παραπέμπει στη μεταβλητή της διαχρονικότητας σύμφωνα με την οποία οι εποχές των αναζητήσεων αλλάζουν όπως και οι στόχοι τους σε αντιστοιχία με το στάδιο της ποιητικής ωρίμανσης του αναζητούντα. «Στην εφηβική μου ηλικία αναζητούσα τον Ιωάννη Γρυπάρη του οποίου η μοναδική ποιητική συλλογή Σκαραβαίοι και Τερρακότες, με είχε γοητεύσει. Πολύ αργότερα, μυήθηκα στην ποίηση του Σεφέρη, μια πολύ δύσκολη υπόθεση για μένα» και ίσως όπως αναφέρει, η μυθολογία αυτής της ποίησης να του πρόσφερε «αφορμές» στην περαιτέρω ποιητική του πορεία.
Όμως, ο Τάσος Γαλάτης, «κολύμπησε» σε όλο το πλάτος και βάθος της ελληνικής ποίησης, από τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Σικελιανό, τον Καβάφη, τους ποιητές της γενιάς του 30 αλλά και σε ορισμένες «βραχονησίδες» της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς όπως ο Αναγνωστάκης, ο Σινόπουλος κ.α.
Βυθισμένος στον ωκεανό της πρότερης λαμπρής πορείας της ελληνικής ποίησης, ο Τάσος Γαλάτης δεν διστάζει να ομολογήσει ότι δεν παρακολουθεί λεπτομερώς το σύγχρονο εκδοτικό οργασμό, αλλά έχει την εντύπωση ότι ο ποιητικός λόγος βρίσκεται σε παρακμή. Λείπει λέει το ισχυρό ταλέντο, μέσα σε μια πλειάδα νέων ποιητών που “απλώς γράφουν καλά”. Επισημαίνει, ότι στους περισσότερους νέους ποιητές λείπει η ποιητική παιδεία. Δεν αρκεί μόνο η έμπνευση, προσθέτει, όλοι οι άνθρωποι έχουν έμπνευση. Για να γίνεις ποιητής απαιτούνται πολλά, τα οποία εύστοχα προσδιορίζει ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε στα Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή.
Τον ρωτώ κυνικά αν οι κριτικοί είναι χρήσιμοι για την ποίηση. “Βεβαίως, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει πνευματική ζωή αν δεν υπάρχει καλή κριτική και η γενιά του ’30 το αποδεικνύει αυτό, με τον Καραντώνη αλλά και εξίσου, με τα πολύ σημαντικά κριτικά δοκίμια του Σεφέρη. Επίσης, τα δοκιμιακά κριτικά του Ελύτη. Ισως επειδή δεν έχουμε σήμερα καλούς κριτικούς ανκαι είναι πολλοί εκείνοι που ασκούν κριτική στην ποίηση, να υπάρχει και αυτή τη παρακμή. Δεν ανοίγονται νέοι δρόμοι, ενώ άλλοτε οι κριτικοί άνοιγαν δρόμους”.
Θεωρεί ότι υπάρχουν αξιόλογοι ποιητές που ένεκα του ότι μένουν «εκτός συστήματος», αγνοούνται; “Μπορεί να υπάρχουν, αλλά κάποια στιγμή έρχεται η ώρα τους. Στην αφάνεια ήταν για πολλά χρόνια ο Κάλβος τον οποίο «ανέσυρε» ο Παλαμάς στην περίφημη ομιλία του για τον Κάλβο. Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα”, παρατηρεί…
Το διαχρονικό αλλά και “δύστροπο” ερώτημα εισβάλλει αναπόφευκτα στη συζήτηση. Γιατί γράφουμε αφού λίγοι μας ξέρουν και λιγότεροι μας διαβάζουν; “Γράφουμε πρώτα απ’ όλα για να εκφράσουμε την ύπαρξη μας. Δεν παραλείπω και το στοιχείο της φιλοδοξίας. Αλλά η αυτογνωσία και η ωριμότητα συχνά μειώνουν αυτή την φιλόδοξη ορμή..”
Ο Τάσος Γαλάτης, δεν… κωλώνει να εκτοξεύει βέλη κριτικής προς πάσα κατεύθυνση. Δεν τη γλυτώνει ούτε ο ίδιος ο ποιητικός του εαυτός. “Δεν μπορώ να πω ότι είμαι ευχαριστημένος με όσα έχω κατορθώσει. Και έχω κατορθώσει κάποια πράγματα. Έχω γράψει ορισμένα ποιήματα τα οποία μπορεί να είναι υποφερτά. Δεν μ’ αρέσουν οι ψευτοταπεινοφροσύνες, θεωρώ ότι τα περισσότερα ποιήματα μου δεν είναι του πεταμού. Ασφαλώς, είχα κατά καιρούς διάφορα σχέδια να επεκτείνω τη θεματογραφία μου, αλλά δεν το έχω καταφέρει”.
Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του-ο κάθε ποιητής με την έννοια του «σχεδόν πάντοτε» μένει “σημαδεμένος” από ένα βιβλίο, έναν κύκλο ποιημάτων ή ακόμη, ένα μόνο ποίημα του- κατέχει Ο Σημειωμένος. “Ο Σημειωμένος είναι ο Οιδίπους, ο σακατεμένος, με το οίδημα στο πόδι, και αξιοποιώντας τον αρχαίο μύθο, λέει ο Γαλάτης, ξεδιπλώνει την δική του οπτική για τον κόσμο. Υπάρχει χώρος στο σύγχρονο κόσμο για την ποίηση; Οι ταχύτητες και οι εικόνες αφήνουν πίσω τους εκτυφλωτικές λάμψεις, που εναλλάσσονται ιλιγγιωδώς ενώ η ποίηση απαιτεί να σταματήσεις, να εμβαθύνεις, να μπεις σε περίσκεψη, να αμφισβητήσεις. “Τα μεγάλα ποιητικά οράματα -παρατηρεί- βασίστηκαν σε ιστορικές μεταβολές, θυμηθείτε τον Όμηρο, τον Δάντη, χρειάζεται ένας ποιητής που θα εκφράσει την εποχή του”.
Μα αυτό ακριβώς δεν συμβαίνει στην Ελλάδα; τον διακόπτω. Μια κοσμοϊστορική καμπή. Μια ολόκληρη χώρα φτωχοποιείται. Απαντά: Δεν ήρθε ίσως ακόμη η ώρα. Η ελληνική επανάσταση του 21 έδωσε δυο μεγάλα ονόματα τον Σολωμό και τον Κάλβο. Μετά, η αναγεννητική πορεία του έθνους που άρχισε μετά τον πόλεμο του 1897, μας έδωσε τον Παλαμά. Η Μικρασιατική καταστροφή έδωσε τον Σεφέρη.
Τον Καβάφη ποιος τον έδωσε; “Ίσως μια καίρια συμπύκνωση της ελληνικής ιστορίας”, συμφωνούμε και οι δυο. Βλέπει την εποχή του μέσα από κορυφαία γεγονότα του παρελθόντος. Ένα από τα πλέον σημαντικά του ποιήματα είναι το Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X. Ας μην βιαζόμαστε λοιπόν… Εγώ όμως βιάζομαι να επιστρέψω στο ξενοδοχείο, να πακετάρω και να προλάβω την πτήση προς τη Λάρνακα. Τον ασπάζομαι, με ασπάζεται. Δεν ξέρω αν, πότε και που θα τον ξαναδώ. Αισθάνομαι όμως ότι μια αόρατη κυλιόμενη γέφυρα πάνω στην οποία χορεύουν, άλλοτε άτακτα και άλλοτε συγκροτημένα, ανέστιοι, άγραφοι μα και ειπωμένοι, στίχοι, μας ενώνει.
Α, μου νεύει. Δεν μιλήσαμε καθόλου για την Κύπρο. Έχω κατέβει στο νησί 3-4 φορές, έχω απαγγείλει και έχω γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους. Η κυπριακή ποίηση ανήκει στον ευρύτερο ελληνικό κορμό, συνδέεται άμεσα με την ελλαδική διατηρώντας τις δικές της ιδιαιτερότητες. Η Κύπρος είναι μεγάλος καημός για τον ελληνισμό. Θυμάμαι, όντας μαθητής, να συμμετέχω σε συλλαλητήρια υποστήριξης του Αγώνα. Έγιναν πολλά λάθη. Και από τον Μακάριο.
“Ελπίζω”, η τελευταία του λέξη πριν χαθεί μέσα στο πλήθος.