Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ (ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΚΑΣΤΡΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ)



Τα ποιήματα που ανέγνωσα στις 29/8/2015, στο Μεσαιωνικό Κάστρο Λάρνακας

Οι γυναίκες φεύγουν οριστικά μια μέρα

Πέρασε σαν σίφουνας από τους δρόμους της καρδιάς του
ευθεία βολή
τόσο αστραπιαία
όσο τα τριάντα εκείνα δευτερόλεπτα τρελού έρωτα
-μια φορά στη ζωή σου.

Ενα πρωί δίχως όνομα, δίχως υγρή προσμονή για αναπάντεχα
εξαφανίστηκε.
Χύθηκε λάβα
από την πίσω πόρτα της ομίχλης.

Εκείνος θυμήθηκε πως κάποιος του είχε πει
«οι γυναίκες μπορεί να φύγουν με την αυγή αλλά συνήθως επιστρέφουν τα βράδια».
Δεν την ξανάδε.
Τι ήταν;
Υπόνοια ή δραπέτης από ώριμη επιθυμία;
Όλο το είναι του - μια στήλη άλατος
όταν κατάλαβε:

Δεν υπάρχουν γυναίκες χωρίς αλυσίδες
δεν υπάρχουν γυναίκες ικανές να μην τις σπάσουν
και δεν υπάρχουν γυναίκες
που το καταλαβαίνουν πριν τις σπάσουν.

(Πληγείσες περιοχές/Γυμνές ιστορίες, υπό έκδοση) 












Ο  γέρο Γιωρκής

Όταν ο γέρο Γιωρκής
-που σε χρόνους δύσκολους έκλεψε τη Δεσποινού
και την έκαμε γυναίκα του-
ένιωθε άρρωστος
έπινε κάθε μέρα για μια εβδομάδα ένα ποτηράκι ούζο
κι αν δεν του πέρναγε το γύριζε στο ελαιόλαδο
ένα κουτάλι τη βδομάδα σταθερά.
Όμως από τότε που είπε στη Δεσποινού
 και στα δώδεκα τους κοπελλούθκια
 φύεετε εσείς,  εγιώ εν να  μείνω να προσέχω τα κτηνά”
από τότε που καταχωρήθηκε ως αγνοούμενος
και δεν ξανακούστηκε γι’ αυτόν
από τότε που έπαψαν να ταχυδαχτυλουργούν
οι δωρητές της ελπίδας
από τότε η αμφιβολία: 
Θα χτυπήσει ο εκσκαφέας πάνω στο σκληρό του κόκκαλο;
Θα φέρουν μια μέρα οι αρμόδιοι  τα απομεινάρια του;
Υπάρχουν γιατροσόφια για κάτι τέτοια;
(Πληγείσες περιοχές/Γυμνές ιστορίες, υπό έκδοση)



Σβήνοντας ίχνη επιμελώς


Σύντομα θα αποχαιρετήσουμε κι αυτό το καλοκαίρι

θα αποτινάξουμε τους τελευταίους κόκκους άμμου απ’ τα σώματα

ένας θα ξεχαστεί βαθιά

μες τον λαβύρινθο του αυτιού

κι ίσως θαφτεί μαζί μας

θα σφαλίσουμε σφιχτά σε κάποιο ποίημα

ένα κομμάτι ήλιο λαμπερό

θα το διαβάσουν οι τυφλοί

και θα λάμψει σαν μικρός πυρσός τη νύχτα (κι είναι πολλές τώρα οι νύχτες).

Θα κρύψουμε μιαν υποψία δροσιάς κάτω απ’ τη γλώσσα

θα διαχυθεί με τον καιρό στον ουρανίσκο

κι ένα μελλοντικό φιλί θα έχει γεύση θάλασσας

θα εξαφανίσουμε έναν απροσδόκητο έρωτα

όπως ο ταχυδακτυλουργός

-με κίνηση αστραπιαία

το φοβισμένο κουνέλι-

καταχωρώντας τον στα μη συντελεσθέντα

έτσι κανείς δεν θα μπορεί να μας κλέψει τίποτα

αφού τίποτα δεν θα έχουμε

πέραν από τον απολογισμό

ότι από μπροστά μας πέρασε

ακόμη ένα καλοκαίρι.

(Δρόμος μεταξύ Ουρανού και Γης, 2013, Αθήνα)