Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

Εργαζόμενοι, πλουτοκρατία και οικονομική κρίση

Με μαεστρικό τρόπο, οι πολιτικοί εκπρόσωποι της πλουτοκρατίας στον τόπο, μαζί με τις εργοδοτικές οργανώσεις, επιχειρούν να μετατρέψουν το θέμα της αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, σε μια αντιπαράθεση των εργαζομένων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Το βασικό τους μότο: Οι εργαζόμενοι του δημοσίου και ημιδημόσιου τομέα «παίρνουν πολλά», ενώ οι ιδιωτικοί υπάλληλοι υπαμείβονται.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι για ορισμένους υψηλόβαθμους υπαλλήλους του Δημοσίου ισχύουν σκανδαλώδη προνόμια που θα πρέπει να καταργηθούν. Αυτοί όμως είναι μια ελάχιστη μειοψηφία, μπροστά στο σύνολο των εργαζομένων.
Με αυτό λοιπόν το πρόσχημα, καταγράφεται μια ανοίκεια, μετωπική επίθεση εναντίον του βιοτικού επιπέδου δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων, με άδικες μειώσεις μισθών, ολικό πάγωμα αυξήσεων κλπ.
Το τραγελαφικό είναι ότι «θύμα» αυτής της επίθεσης είναι και η ίδια η οικονομία της αγοράς, αφού η εξασθένιση της αγοραστικής δύναμης της μεσαίας τάξης, της ραχοκοκαλιάς της οικονομίας μας, οδηγεί με δραματικό τρόπο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, σε πτώχευση. Ποιός θα αγοράζει τώρα τα προϊόντα τους; Κατά τ’ άλλα, το πολιτικό-πλουτοκρατικό κατεστημένο του τόπου μας, κόπτεται βαθιά για τους μικρομεσαίους, πλην φυσικά των περιπτώσεων που μεγαλοεπιχειρηματίες «καταβροχθίζουν» τις προσφιλείς τους μικρομεσαίες επιχειρήσεις …
Την ίδια «έγνοια» έχουν και για τους αδικημένους, επί το πλείστων, εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα. Τους ακούσατε ποτέ να δηλώνουν ότι η εξισορρόπηση της κατά μέσο όρο μισθολογικής ανισότητας με το δημόσιο, θα πρέπει να προέλθει και μέσω αυξήσεων των μισθών των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα;
Τους ακούσατε ποτέ να διαμαρτύρονται ή να καταγγέλλουν τις μαζικές απολύσεις τους, τις αδήλωτες κατακρατήσεις μέρους των απολαβών τους ή τις παράνομες αποκοπές των 13ων μισθών τους;
Ναι, το κράτος χρειάζεται εξυγίανση και λεφτά. Πώς όμως απαντούν στο συντριπτικό και στοιχειοθετημένο από εκθέσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας του κράτους, φαινόμενο της εκτεταμένης φοροδιαφυγής από τους οικονομικούς πάτρωνες τους, που ξεπερνά το 1,5 δις;
Λένε ότι είναι δύσκολο να συλλεχθούν αυτά τα ποσά ή υποβαθμίζουν το θέμα ως δευτερεύον ή ανύπαρκτο. Φυσικά και είναι, όχι δύσκολο, αλλά αδύνατο, όταν ο επιδότης επισκέπτεται μια φορά τον φοροδιαφεύγοντα, δεν τον εντοπίζει, και αμέσως μετά η περίπτωση του διαγράφεται…
Αλήθεια, τί έκαναν οι θορυβώδεις κατά τ’ άλλα εκπρόσωποι της νομοθετικής εξουσίας για να ενισχύσουν τους σχετιζόμενους με την πάταξη της φοροδιαφυγής κρατικούς μηχανισμούς;
Η αλήθεια λοιπόν είναι ότι η απανταχού εργαζόμενοι έχουν κοινά συμφέροντα και ιδίως κοινό ταξικό αντίπαλο: Τους πλουτοκράτες και τους πολιτικούς τους εκπροσώπους. Η εφαρμογή από τους τελευταίους της τακτικής του διαίρει και βασίλευε, δεν πρέπει να αποπροσανατολίζει, γίνεται με αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση του μεγάλου κεφαλαίου και τη προς όφελος του ληστρική αναδιανομή του εθνικού πλούτου.
Γιατί, π.χ. δεν φορολογείται με σοβαρό και αξιόπιστο τρόπο η τεράστια ακίνητη περιουσία των λίγων, παρά μόνο λαμβάνονται διάτρητες αποφάσεις περί δήθεν καταβολής εισφοράς επί του τζίρου ή των κερδών των εταιριών;
Ανεύθυνη δεν είναι και η κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι μια πιο ορατή κοινωνική ευαισθησία, έστω ένεκα του ότι οι περισσότεροι μη έχοντες ανήκουν στην αριστερά (αν και πλέον το κίνημα της φτώχειας είναι υπερκομματικό), από τους επικριτές της, θα πρέπει να της πιστωθεί. Πρόκειται εξάλλου για μια κυβέρνηση που θα μείνει στην ιστορία ως ή πρώτη που άλλαξε τους όρους εργοδότησης των εργαζομένων, χωρίς να προηγηθεί διαβούλευση μαζί τους ή με τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις. Η πίεση που της άσκησαν οι εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου, δεν αποτελεί γι’ αυτήν δικαιολογία, μάλλον αδυναμία δείχνει.
Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο αλλά και γενικότερα στον κόσμο, δεν μπορεί να ονομάζεται αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, αλλά προσπάθεια επιβολής του πιο ακραίου φιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου που υπήρξε στη σύγχρονη ιστορία του καπιταλισμού.
Εδώ οι εκπρόσωποι του Συμβουλίου της ΕΕ και της Κομισιόν δεν έπεισαν την πλειοψηφία των ευρωβουλευτών για τις αποφάσεις τους. Μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τους ευρωβουλευτές δογματικούς ή πολύ περισσότερο μαρξιστές ή αριστερούς;
Ο επικεφαλής της Ομάδας των Σοσιαλιστών-Δημοκρατών στο Ευρωκοινοβούλιο Μάρτιν Σούλτς, επέκρινε ένα προς ένα, τα όσα προβλήθηκαν ως επιτεύγματα της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής της ΕΕ. Η συμπρόεδρος των Πρασίνων Ρεμπέκα Χάρμς, χαρακτήρισε τη σύνοδο κορυφής, ως μία σύνοδο ακραίας άρνησης και ως μία συμφωνία-κουρελού για την αντιμετώπιση της κρίσης στην Ευρώπη. «Δεν αρκεί μόνο η εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας και περικοπών, για να βγει η Ευρώπη από την κρίση, ότι δεν είναι δυνατόν να μην επωμισθούν το μερίδιο τους στη κρίση, αυτοί που κερδοσκόπησαν απ' αυτήν» , είπε.
Ο επικεφαλής της Ομάδας της Ενωτικής Αριστεράς στο Ευρωκοινοβούλιο Λόθαρ Μπίνσκυ, επεσήμανε ότι η πολιτική λιτότητας που επιβάλλουν οι Γερμανοί δεν πρόκειται να δώσει λύση στο πρόβλημα, υπογραμμίζοντας ιδιαίτερα τις αφόρητες πιέσεις στους νέους , τους ηλικιωμένους στις χώρες του Νότου, που πλήττονται κι' από την νεοφιλελεύθερη πολιτική των τελευταίων 15 χρόνων.
Υπάρχει δηλαδή μια άλλη, πολιτική, αποσιωπημένη, ανεφάρμοστη, διότι δεν εξυπηρετεί εκείνους που βύθισαν τον κόσμο στον κυκλώνα της ανέχειας και της καταστροφής.


Του Γιώργου Χριστοδουλίδη