Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ "Η ΑΝΕΡΑΔΑ"

Στηχ χώραν π’ αναγιώθηκα
τζιαι κόμα αναγιώννουμουν
τζι άρτζιεψα νάκκον να λαχτώ
τότες εξηφοήθηκα
τα ζώδκια τζι εν εχώννουμουν
τζι εξέβηκα να δκιανεφτώ.
Σε μιαν ποταμοδκιάβασην
μιαλ λυερήν εσσιάστηκα
νείεν καεί η σταλαμή!
ούλλα τ’ αρνίν εις τον τσοκκόν
ο άχαρος επιάστηκα
αντάν πιαστεί μες στην νομήν.
Αντάμ με είδεν έφεξεν
τζι ο νους μου εφεντζιάστηκεν
τζι εφάνην κόσμος φωτερός·
αντάμ μου χαμογέλασεν
παράδεισος επλάστηκεν
ομπρός μου τζι έμεινα ξερός.
Ευτύς το πας μου έχασα
τον κόσμον ελησμόνησα
τζι έμεινα χάσκοντα βριχτός·
είπεν μου “έλα κλούθα μου”
τζιαι που καρκιάς επόνησα
τζι εκλούθησά της ο χαντός.
Λαόνια, κάμπους τζιαι βουνά
αντάμα εδκιαβήκαμεν
γεμάτ’ αθθούς τζι αγκαθθερά·
η στράτα δεν ετέλειωνεν
τζιαι δεν εποσταθήκαμεν,
ήτουγ για λλόου μας χαρά.
Έτρεμεν μεν τζιαι χάσει με
τζι έτρεμα μεν τζιαι χάσω την
τζιαι μεν της πω τζιαι μεμ μου πει
εδίψουν την, εκαύκουμουν
τζι έτρεμα μεν τζιαι πιάσω την
τζιαι γίνουμεν τζι οι δκυο στραπή.
Ύστερα σγιαν παράδεισον
έναβ βουνόν εφτάσαμεν
ίσια με τ’ άψη τ’ ουρανού
τζιει πάνω τζιει εκλάψαμεν
αντάμα τζι εγελάσαμεν
μέσα στους μούσκους του βουνού.
Λαλεί μ’ “άν είσαι πέρκαλλος
τώρα πκιον μείνε δίχως μου
αν σου αρέσκ’ έτσι ζωή”,
τζιαι ξαπολά ’ναχ χάχχανον
ίσια ’νωσα το στήθος μου
πως αλλο’ νάκκον να ραεί.
Είπεν τζι εγίνην άφαντη
ευτύς πο’ ομπρός μο’ χάθηκεν
σγιαν άνεμος περαστικός·
εράην η καρτούλλα μου
ευτύς ο νους μο’ στάθηκεν
τζι είμαι που τότες ξηστηκός.
Οι πλήξες που με τρώασιν
ακόμα ’ν’ αφανέρωτες
τζι εις τα πουλιά που τζιηλαδούν·
έσιει που τότες όπου δω
τες ανεράδες τρέμω τες
τζιαι πογυρίζω μεμ με δουν